ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Α΄ Κυριακή των Νηστειήν - της Ορθοδοξίας
1 Μαρτίου 2026
Η άγκυρα της πίστεως
Τα ευαγγελικά αναγνώσματα της Πρώτης Κυριακής των Νηστειών, αδελφοί χριστιανοί, μάς μιλούν για την πίστη στον Χριστό. Αλλά και το μεγάλο και σπουδαίο γεγονός της αναστήλωσης των ιερών εικόνων, το οποίο ανελλιπώς γιορτάζουμε κάθε χρόνο από το 843 μέχρι και σήμερα, αυτήν την πίστη καταδεικνύει και διατρανώνει. «Αδελφοί», μάς λέει ο απόστολος Παύλος [1], «με πίστη ο Μωυσής έγινε μέγας και αρνήθηκε να ονομάζεται γιος της κόρης του Φαραώ, προτιμώντας μάλλον να συμπάσχει με τον λαό του Θεού παρά να έχει πρόσκαιρη απόλαυση της αμαρτίας και θεωρώντας την ντροπή του Χριστού ως μεγαλύτερο πλούτο από όλους τους θησαυρούς της Αιγύπτου. Αλλά δεν θα μού φτάσει ο χρόνος να διηγούμαι για τους Κριτές και τους Προφήτες, οι οποίοι με την πίστη υπερνίκησαν βασιλείς, εργάστηκαν την δικαιοσύνη, πέτυχαν τις υποσχέσεις (του Θεού), έφραξαν στόματα λιονταριών, έσβησαν την δύναμη της φωτιάς, θεραπεύτηκαν από ασθένειες. Άλλοι πάλι δεν δέχτηκαν να γλιτώσουν και υπέμειναν μαρτύρια, προσβλέποντας στην μεγαλύτερη ανάσταση (του πνεύματος), περιπαίχτηκαν, μαστιγώθηκαν, φυλακίστηκαν, λιθοβολίστηκαν, πριονίστηκαν, θανατώθηκαν με μαχαίρι, περιπλανήθηκαν σε σπηλιές και βουνά με στερήσεις και κακουχίες, σαν να μην τους άξιζε ο κόσμος. Μαρτύρησαν με τον τρόπο αυτό την πίστη τους και δεν αποκόμισαν την επαγγελία (της Αναστάσεως), επειδή ο Θεός προέβλεψε κάτι καλύτερο, να τελειωθούν μαζί με εμάς».
Για το ίδιο θέμα μάς μιλά και η σημερινή περικοπή του Ευαγγελίου [2]: όταν ο Χριστός κάλεσε τον Φίλιππο να τον ακολουθήσει, εκείνος στη συνέχεια πήγε και βρήκε τον φίλο του, τον Ναθαναήλ, και τού λέει: «Βρήκαμε αυτόν για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής και οι προφήτες, τον Ιησού τον γιο του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ. -Είναι δυνατόν να προέλθει κάτι καλό από τη Ναζαρέτ; αναρωτήθηκε εκείνος κι ο Φίλιππος τού απαντά: -Έλα και δες. Σαν είδε ο Χριστός τον Ναθαναήλ να πλησιάζει, λέει: -Ιδού ένας αληθινός Ισραηλίτης, που δεν έχει μέσα του δόλο. -Από πού με ξέρεις; ρωτά ο Ναθαναήλ, κι ο Κύριος τού απαντά: -Πριν σού μιλήσει ο Φίλιππος, σε είδα που ήσουν κάτω από την συκιά. -Δάσκαλε, σύ είσαι ο υιός του Θεού, σύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ. -Επειδή σού είπα ότι σε είδα κάτω από την συκιά, πιστεύεις; μεγαλύτερα θα δεις. Αλήθεια σάς λέω, σύντομα θα δείτε τον ουρανό ανοιχτό και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν περιστοιχίζοντας τον υιό του ανθρώπου».
Θεμέλιο και πέτρα και άγκυρα, πάνω στην οποία είναι στερεωμένη ολόκληρη η ζωή μας, είναι η πίστη ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού. Δίχως αυτό, η πίστη μας είναι μάταιη και ο αγώνας ατελέσφορος. Οι άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης και οι χριστιανοί όλων των εποχών, αυτή την πίστη τους μαρτύρησαν και εξ αιτίας αυτής μαρτύρησαν. Αιώνες διωγμών, εκατομμύρια μαρτύρων, απειλές, θηρία, βασανιστήρια, δήμιοι, όχι μόνο δεν έκαμψαν το φρόνημα των πιστών αλλά μάλλον πότισαν το δέντρο της πίστεως, την Εκκλησία του Χριστού. Αλλά και μετέπειτα, ακόμα και σήμερα οι χριστιανοί θανατώνονται ανηλεώς, στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική, μόνο και μόνο επειδή πιστεύουν στον Χριστό. Αλλά και πόσες ύβρεις, πόσες συκοφαντίες και πόση περιφρόνηση δεν μάς επιφυλάσσει ο «προοδευτικός ανθρωπισμός» της εποχής μας, που απεχθάνεται να ακούει για Χριστό και για πίστη...
Χωρίς, επομένως, το θεμέλιο τούτο, δεν είναι δυνατόν να ανταπεξέλθουμε στις τρικυμίες του κόσμου, που βάλλει από έξω, ούτε στις θύελλες των πειρασμών, που μάς πολεμούν εκ των έσω. Χωρίς πίστη ακράδαντη, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος και ο Θεός μας, που έγινε άνθρωπος για χάρη μας και μάς χαρίζει την συγγνώμη και την αιώνιο ζωή, δεν είναι δυνατόν να διέλθουμε επιτυχώς ούτε το στάδιο της Νηστείας και δεν έχει νόημα η μεγάλη γιορτή της Αναστάσεως του Χριστού.
Όλες οι αιρέσεις με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αλλοιώνουν την πίστη μας για το πρόσωπο του Χριστού. Η εικονομαχία, που ξέσπασε τον όγδοο αιώνα, αποτελούσε την περίληψη όλων των αιρέσεων. Οι άγιοι Πατέρες που υπερασπίστηκαν την τιμή και την προσκύνηση των ιερών εικόνων, δεν υπερασπίστηκαν μόνο την ιστορικότητα του προσώπου του Χριστού αλλά και την θεότητά του. Επί έναν περίπου αιώνα όσοι ομολογούσαν τούτη την πίστη διώκονταν από τους «ευσεβείς βασιλείς», εξορίζονταν, βασανίζονταν, θανατώνονταν. Πολλοί έκρυβαν σε σεντούκια και πιθάρια τις άγιες εικόνες και τις προσκυνούσαν στα κρυφά, μαζί με αυτούς και η αυγούστα Θεοδώρα, η σύζυγος του τελευταίου εικονομάχου αυτοκράτορα. Το 843 ανέλαβε την κηδεμονία του ανήλικου γιου της και αυτοκράτορα Μιχαήλ και την πρώτη Κυριακή των Νηστειών του ίδιου έτους, με πανηγυρικό τρόπο αναστήλωσε τις εικόνες, δηλαδή αποκατέστησε την θέση τους σύμφωνα με την πίστη της Εκκλησίας. Θέσπισε μάλιστα κάθε χρόνο αυτή τη μέρα να διαβάζεται ο Όρος της έβδομης Οικουμενικής Συνόδου, που περιέχει την ορθόδοξη διδασκαλία για το πρόσωπο του Χριστού, για την τιμή των αγίων και για την προσκύνηση των ιερών εικόνων. Το σκήνωμά της σώζεται άφθαρτο στον μητροπολιτικό ναό της Κέρκυρας και λιτανεύεται μαζί με τις ιερές εικόνες, διατρανώνοντας τούτη την πίστη που επέδειξαν οι πιστοί όλων των εποχών, άγνωστοι και διάσημοι, η οποία αποτελεί ζητούμενο για τον καθένα μας. Είθε, με την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τις πρεσβείες όλων των αγίων, να αξιωθούμε να γίνουμε κι εμείς μιμητές της πίστεως των προφητών, των αποστόλων, των μαρτύρων και των ομολογητών του Χριστού. Αμήν.
--------------------
1. Εβρ. ια’ 24-26, 32-40.
2. Ιω. α’ 44-52.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Β΄ Κυριακή των Νηστειών - Γρηγορίου του Παλαμά
8 Μαρτίου 2026
Ο ιατρός ψυχών και σωμάτων
Την πίστη και πάλι σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, προβάλλει και τονώνει η αγία μας Εκκλησία. Πίστη στο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ότι δηλαδή είναι Θεός αληθινός και τέλειος άνθρωπος συνάμα, ο δημιουργός του σύμπαντος και ο χορηγός της ζωής, ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων ημών. Στο ανάγνωσμα από την προς Εβραίους επιστολή, ο απόστολος Παύλος ομολογεί και λέει μεταξύ άλλων ότι «Σύ, Κύριε, στην αρχή θεμελίωσες την γη και έργα των χεριών σου είναι οι ουρανοί‧ αυτοί θα χαθούν, σύ όμως διαμένεις‧ αυτοί θα παλιώσουν σαν το πανωφόρι και θα τούς διπλώσεις σαν το ρούχο και θα τους αλλάξεις, σύ όμως παραμένεις ο ίδιος και δεν γηράσκεις. Σε ποιον άραγε από τους αγγέλους είπε ποτέ “-Κάτσε στα δεξιά μου μέχρι να θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιο στα πόδια σου;”»[1].
Αλλά και η περικοπή από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, με το θαύμα που περιγράφει, την ίδια πίστη έρχεται να ενισχύσει. Βρισκόταν, λέει, ο Χριστός στην Καπερναούμ, σε κάποιο σπίτι, και μαζεύτηκε κόσμος πολύς για να τόν ακούσει. Προσήλθαν και τέσσερις άνθρωποι που σήκωναν έναν παράλυτο και επειδή δεν μπορούσαν να πλησιάσουν εξ αιτίας του πλήθους, ξεσκέπασαν την στέγη και κατέβασαν με σχοινιά το κρεβάτι με τον παράλυτο. Βλέποντας την πίστη τους ο Ιησούς είπε στον παράλυτο: -Παιδί μου, συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες σου. Κάποιοι από τους γραμματείς που βρίσκονταν εκεί συλλογίζονταν: «Γιατί αυτός λέει τέτοιες βλασφημίες;» Τότε ο Κύριος τούς απάντησε: -Γιατί η καρδιά σας σκέφτεται αυτά; τί είναι ευκολότερο να πει κανείς στον παράλυτο, ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να τού πει σήκω, φορτώσου το κρεβάτι σου και περπάτα; Για να δείτε όμως ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες, -Σ’ εσένα μιλώ, λέει στον παράλυτο, σήκω και πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου. Τότε ο παράλυτος σηκώθηκε, σήκωσε το κρεβάτι και εξήλθε, και όλοι δόξαζαν τον Θεό λέγοντας ότι ουδέποτε είχαν δει τέτοιο θαύμα[2].
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να δει κανείς τα ίδια πράγματα‧ με τη λογική, με την πίστη, με το συναίσθημα, με την άρνηση, με την βούληση, με το κατά πώς τον συμφέρει. Κυρίως προτάσσονται η λογική και η πίστη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μία θεώρηση αντιστρατεύεται την άλλη. Όπως το κάθε μας μάτι βλέπει μεν αλλιώτικα από ότι το άλλο, και τα δυο μαζί συνθέτουν την τρισδιάστατη θέαση των πραγμάτων γύρω μας, έτσι και η πίστη με την λογική αλληλοσυμπληρώνονται και συνθέτουν την εικόνα του κόσμου, του υλικού και πνευματικού ταυτόχρονα, του απτού και του υπερβατικού, του γήινου και του επουρανίου. Οι γραμματείς έβλεπαν μπροστά τους απλά έναν άνθρωπο που δίδασκε τα πλήθη, και ως άνθρωπο τον έκριναν, μιας που δεν πίστευαν ότι είναι ταυτόχρονα και Θεός. Γι αυτό δυσανασχέτησαν, γι αυτό αμφισβήτησαν, γι αυτό τελικά οδήγησαν τον Χριστό στον σταυρό.
Ένα από τα δίπολα που δημιουργήθηκαν στο τέλος του Μεσαίωνα, είναι το ψεύτικο δίλημμα ανάμεσα στην επιστήμη και την πίστη και η τεχνητή διαμάχη που ορισμένοι ακόμα και σήμερα, στον κατά τα άλλα προηγμένο κόσμο που ζούμε, νομίζουν ότι υφίσταται ανάμεσά τους ή, ακόμα χειρότερα, καλλιεργούν. Έτσι, για να παραμείνουμε στο πρόσωπο του Χριστού, ενώ ουδείς αμφισβητεί ότι ο Ιησούς Χριστός αποτελεί ιστορικό πρόσωπο, ορισμένοι μάλιστα θεωρούν την διδασκαλία του σπουδαία από κοινωνιολογική και ηθοπλαστική σκοπιά, πολλοί εντούτοις αδυνατούν να πιστέψουν ότι ταυτόχρονα είναι Θεός αληθινός κι άλλοι τόσοι απλά δεν πιστεύουν ότι υπάρχει Θεός. Οι τελευταίοι, ενώ με σθένος υπερασπίζονται την κοινωνική αποδοχή κάθε διαφορετικότητας, οι ίδιοι σπεύδουν με δριμύτητα να φάνε τις σάρκες του αδελφού τους που πιστεύει και έχει το θάρρος να εκφράσει την πίστη του με τον λόγο, με τις πράξεις και με την εν γένει διαγωγή του.
Ο κόσμος, αδελφοί χριστιανοί, δεν δύναται και δεν θέλει να δει με τα μάτια της καρδιάς. Προτάσσει την επιστημονική αλήθεια, νομίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα αποδομήσει την πίστη. Όμως για εμάς η επιστήμη δεν είναι απλά ανθρώπινο επίτευγμα αλλά δώρο του Θεού στον άνθρωπο‧ κατά συνέπεια δεν αντιστρατεύεται τον δωρεοδότη Θεό, τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων μας. Η επιστήμη πράττει τα κατ’ άνθρωπον δυνατά, δεν είναι πανάκεια. Τα αδύνατα παρ’ ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστί. Όποιος δεν πιστεύει αληθινά στον Θεό, θεοποιεί άλλοτε την επιστήμη, άλλοτε τον πλούτο, άλλοτε τα υλικά αγαθά κι άλλοτε τις επιθυμίες του. Τα ίδια παθαίνουμε κι εμείς, όταν η πίστη μας δεν είναι στέρεη και κατ’ επίγνωση, γι’ αυτό και πολλές φορές συμβαίνει τα έργα μας να μη συνάδουν με τα λόγια μας και με το Ευαγγέλιο. Ας εντείνουμε, λοιπόν, τον αγώνα μας, ειδικά τούτη την περίοδο της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ώστε να εδραιώνεται η πίστη μας στον θεάνθρωπο Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον αρχηγό της ζωής ημών και της σωτηρίας ημών. Αμήν.
-----------------------
1. Εβρ. α’ 10, β’ 1-3.
2. Μαρκ. Β' 1-12.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Γ΄ Κυριακή των Νηστειών - Σταυροπροσκυνήσεως
15 Μαρτίου 2026
Ας κρατούμε σταθερή την ομολογία της πίστεως
Τρίτη Κυριακή των Νηστειών σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, και ο απόστολος Παύλος μάς προτρέπει να κρατούμε σταθερή την ομολογία της πίστεώς μας· προβάλλει δε για τον σκοπό αυτό, τον μέγα Αρχιερέα Χριστό. «Έχοντας λοιπόν», μάς λέει, «μέγα αρχιερέα τον Ιησού, τον Υιό του Θεού, ο οποίος έφτασε στους ουρανούς, ας κρατούμε την ομολογία της πίστεως. Διότι δεν έχουμε αρχιερέα ο οποίος δεν δύναται να μάς συμπαθήσει εξαιτίας των ασθενειών μας, αλλά έχει δοκιμασθεί σε όλα όμοια με εμάς, εκτός από την αμαρτία. Ας προσερχόμαστε λοιπόν με θάρρος στον θρόνο της χάριτος του Θεού, ώστε να λάβουμε έλεος και να βρούμε χάρη προς βοήθειά μας στον κατάλληλο καιρό. Γιατί, κάθε αρχιερέας που προέρχεται από τους ανθρώπους εγκαθίσταται για να αναφέρεται προς τον Θεό υπέρ των ανθρώπων, για να προσφέρει δώρα και θυσίες για τις αμαρτίες τους· δύναται δε να είναι μετριοπαθής προς εκείνους που βρίσκονται στην άγνοια και στην πλάνη, επειδή και ο ίδιος περιβάλλεται από ασθένεια· και εξαιτίας αυτής οφείλει, όπως για τον λαό έτσι και για τον εαυτό του, να προσφέρει θυσίες για τις αμαρτίες. Και κανείς δεν λαμβάνει από μόνος του ετούτη την τιμή, αλλά αφού τον καλέσει ο Θεός, όπως κάλεσε τον Ααρών. Έτσι και ο Χριστός, δεν δόξασε ο ίδιος τον εαυτό του να γίνει αρχιερέας, αλλά τον δόξασε εκείνος που τού είπε “εσύ είσαι ο Υιός μου, εγώ σήμερα σε γέννησα”, όπως λέει και αλλού, ότι “εσύ είσαι ιερέας για πάντα κατά την τάξη του Μελχισεδέκ”»[1].
Ο Χριστός, μάς λέει ο απόστολος, είναι ο Μέγας Αρχιερεύς της σωτηρίας μας· είναι τέλειος άνθρωπος, όμοιος κατά πάντα με εμάς, εκτός από την αμαρτία, και ως άνθρωπος συμπαθεί κάθε άνθρωπο. Είναι επίσης Υιός του Θεού και τέλειος Θεός, ο οποίος ήλθε στον κόσμο, έπαθε και αναστήθηκε για την δική μας σωτηρία· προσέφερε τον εαυτό του ως θυσία για τις αμαρτίες όλου του κόσμου, και ανελήφθη στους ουρανούς αναβιβάζοντας ταυτόχρονα την ανθρώπινη φύση δίπλα στον θρόνο του Θεού. Εφόσον, επομένως, έχουμε έναν τόσο ισχυρό και αιώνιο μεσίτη προς τον Θεό, ο οποίος δεν μεταφέρει απλά τις ικεσίες μας αλλά προσφέρεται ο ίδιος και προσφέρει σε εμάς τα αναγκαία για την σωτηρία μας, ας κρατούμε σταθερή την πίστη μας, και ας προσερχόμαστε με θάρρος προς τον Χριστό, ο οποίος είναι η πηγή της χάριτος του Θεού για εμάς, ώστε να λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών μας και την αναγκαία βοήθεια προκειμένου να διεξέλθουμε τις τρικυμίες του βίου.
Οι λόγοι αυτοί του αποστόλου έχουν άμεση σχέση με τον Σταυρό του Κυρίου μας, τον οποίο σήμερα λιτανεύουμε στους ναούς και προσκυνούμε· γιατί ο Σταυρός είναι το όργανο και το σύμβολο της θυσίας του Χριστού, ο οποίος έπαθε εκουσίως προκειμένου να λυτρώσει από την φθορά και από την αμαρτία όλο το ανθρώπινο γένος. Η σταύρωση δεν ήταν ένα γεγονός αναπόφευκτο για τον Χριστό, αλλά επέλεξε να θυσιαστεί με αυτόν τον τρόπο· ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ακολουθώντας την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, λέει ότι δεν κατέβηκε από τον Σταυρό ο Χριστός όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή βιαζόταν να αναστηθεί.
Αλλά και η δική μας ζωή δεν είναι άμοιρη δοκιμασιών· το άφησε να εννοηθεί ο Χριστός, όταν μάς κάλεσε κοντά του λέγοντας «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι»[2]. Σταυρική είναι η πορεία μας προς τον ουρανό, γιατί δίχως σταυρό δεν υπάρχει ανάσταση· εάν δεν νεκρώσουμε τις αμαρτίες και τα πάθη τα οποία καταδυναστεύουν την καρδιά μας, δεν θα μπορέσουμε να ενδυθούμε την κατά Θεόν αγάπη ούτε να ενωθούμε με τον Χριστό, ο οποίος είναι η πηγή της ζωής· και οι όποιες αγαθοεργίες μας θα είναι εύθραυστες και επίπλαστες, γιατί θα λείπει η σταθερή και ακλόνητη βάση.
Έχοντας, επομένως, διανύσει το μισό της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ας μη αποκάμουμε στον αγώνα μας τον πνευματικό, ας μη απελπιζόμαστε, ας μη εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια. Είμαστε ασθενείς, είμαστε άνθρωποι με αδυναμίες, ίσως να μη κατορθώνουμε και πολλά, ίσως πάλι ο πειρασμός ή η συνήθεια να μάς καθηλώνουν στα γήινα και στα μικρά. Ας κρατήσουμε σταθερή την ομολογία της πίστεώς μας, ότι δηλαδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός και λυτρωτής μας, ότι η σταυρική του θυσία αποτελεί το μέσο της συγγνώμης που σκόρπισε στον κόσμο, ότι συμπαθεί όλους τους κοπιώτας και πεφορτισμένους [3] και δίδει έλεος και χάριν σε όλους όσους προστρέχουν κοντά του. Αμήν.
-------------------
[1] Ἑβρ. δ΄, 14 – ε΄, 6.
[2] Ματθ. ιστ΄, 24.
[3] Βλ. Ματθ. ια΄, 28: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Δ΄ Κυριακή των Νηστειών – Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος
22 Μαρτίου 2026
«ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν»
Καθώς έχουμε διανύσει, αδελφοί χριστιανοί, την τέταρτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο απόστολος Παύλος έρχεται σήμερα να τονώσει εκ νέου την πίστη και την ελπίδα μέσα μας, ώστε να μη αποκάμουμε από τον αγώνα μας. Για τον λόγο αυτό μάς υπενθυμίζει την υπόσχεση που έδωσε ο θεός στον Αβραάμ, για να περάσει στη συνέχεια στο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι η ελπίδα μας και η ασφαλής άγκυρα της ψυχής μας. «Αδελφοί», μάς λέει, «όταν ο Θεός έδωσε υπόσχεση στον Αβραάμ, επειδή δεν είχε να ορκιστεί σε κάποιον ανώτερο, ορκίστηκε στον εαυτό του λέγοντας: “βεβαίως θα σε ευλογήσω και θα σε πληθύνω στο έπακρο”· κι έτσι, με την υπομονή του, πέτυχε την εκπλήρωση της υποσχέσεως. Γιατί, βέβαια, οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερο, και ο όρκος δίνει τέλος σε κάθε αντιλογία και αμφισβήτηση· και ο Θεός, θέλοντας να δείξει στους κληρονόμους της επαγγελίας του το αμετάκλητο της αποφάσεώς του, εγγυήθηκε με όρκο, ούτως ώστε με δύο πράγματα αμετακίνητα, για τα οποία είναι αδύνατο να πει ψέματα ο Θεός, εμείς που καταφύγαμε σε αυτόν ας έχουμε ισχυρή ενθάρρυνση, ώστε να κρατήσουμε την ελπίδα που βρίσκεται ενώπιόν μας. Αυτή την ελπίδα έχουμε σαν άγκυρα της ψυχής σίγουρη και ασφαλή, και μάς οδηγεί στα ενδότερα του καταπετάσματος, όπου πριν από εμάς εισήλθε ο Ιησούς, ο οποίος έγινε αρχιερέας για πάντα κατά την τάξη του Μελχισεδέκ»[1].
Η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ ήταν διπλή: ότι θα τον καταστήσει κύριο της γης της Επαγγελίας και ότι θα πληθύνει τους απογόνους του επάνω στην γη, σαν την άμμο της θαλάσσης. Δεν είχε άλλο εχέγγυο ο Αβραάμ, παρά μόνο την υπόσχεση του Θεού. Ο λόγος όμως του Θεού είναι λόγος αληθείας· δεν είναι δυνατόν ο Θεός να λέει ψέματα. Από την άλλη μεριά, τα μέσα που διέθετε ο Αβραάμ ήταν πρώτα η πίστη στον Θεό, από την οποία πηγάζει η εμπιστοσύνη σε όσα υποσχέθηκε προς αυτόν ο Θεός· έπειτα η υπακοή στο θέλημα του Θεού, τού είπε να φύγει από την γη του και να πορευθεί σε άγνωστο τόπο, και αυτός το έπραξε δίχως δεύτερη σκέψη· και τέλος η υπομονή, με την οποία – όπως μάς λέει ο απόστολος Παύλος – πέτυχε την εκπλήρωση της επαγγελίας.
Στο πρόσωπο του Αβραάμ ο Θεός κάνει και μία επιπλέον παραχώρηση: για να καταστήσει τα λόγια του πιο πιστευτά χρησιμοποιεί όρκο, ούτως ώστε ο αποδέκτης των λόγων του να μην αμφιβάλλει. Και φυσικά, οι άνθρωποι ορκίζονται στον Θεό, δηλαδή τον καθιστούν μάρτυρα ότι αυτά που λένε είναι αληθινά· ο Θεός εδώ απλά επιβεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του, μιας που δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος για να τον φέρει ως μάρτυρα. Από την άλλη μεριά, στην Καινή Διαθήκη, ο Χριστός απαγορεύει να ορκιζόμαστε, και για τον λόγο αυτό αρκεί η διατύπωση των λόγων του για να βεβαιώσει την αλήθεια των λεγομένων. Αρκεί μια φράση του, ένα «η πίστις σου σέσωκέ σε» για να φανερωθεί το θαύμα, αρκεί ένα «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι» για να έλθει η λύτρωση, αρκεί ένα «σήμερον μετ' εμού έση εν των παραδείσω» για να δικαιωθεί ο Ληστής.
Επομένως, εάν η υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ ήταν αληθινή -και όντως ήταν-, το ίδιο αληθινά είναι και τα λόγια του Χριστού, ο οποίος μάς κάλεσε κοντά του λέγοντας «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ' ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» [2].
Εξίσου αληθινά είναι και όσα μάς προσέφερε και μάς υποσχέθηκε, τόσο με το πάθος και την Ανάστασή του όσο και με την διδασκαλία του. Άρα, εμείς δεν έχουμε απλά ενώπιόν μας μια υπόσχεση, αλλά την εκπλήρωση της υποσχέσεως την οποία έδωσε ο Θεός στον Αδάμ την μέρα που τον έβγαλε έξω από τον παράδεισο· δεν έχουμε απλά ελπίδα, αλλά έχουμε την ελπίδα σαρκωμένη, ενώπιόν μας. Γι αυτό και δεν θα πρέπει να ολιγοψυχούμε, αλλά να παίρνουμε θάρρος στον καθημερινό μας αγώνα· ούτε πάλι να καταποντιζόμαστε από τις τρικυμίες του βίου, γιατί ο Χριστός είναι η ελπίς του κόσμου και η άγκυρα της πίστεώς μας. Κι όπως η άγκυρα συγκρατεί το πλοίο κατά την ώρα της τρικυμίας και το ασφαλίζει ακόμα και μέσα στο λιμάνι, έτσι ο Κύριός μας μάς ασφαλίζει και μάς διασώζει, αν παραμείνουμε δεμένοι με αυτόν με την αλυσίδα της πίστεως.
Ο Χριστός δεν είναι μόνο ο Θεός και λυτρωτής μας, αλλά και ο πρώτος άνθρωπος, ο νέος Αδάμ, που ανήλθε ενώπιον του θρόνου του Θεού και κάθισε στα δεξιά του. Μαζί με τον θεάνθρωπο Κύριο, άνοιξε ο δρόμος και για όλους εμάς. Ο αγώνας μας είναι δύσκολος, ειδικά τούτη την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που προετοιμαζόμαστε να αποβάλλουμε τον παλαιόν άνθρωπο και να κοινωνήσουμε στο φώς της Αναστάσεως του Κυρίου μας. Σύμμαχο στον αγώνα μας έχουμε, και μάλιστα τον πλέον ισχυρό· ελπίδα και άγκυρα έχουμε· υπόσχεση έχουμε πάλι, η οποία μάλιστα πραγματοποιήθηκε και βρίσκεται ενώπιόν μας. Γι αυτό ας μη αποκάμουμε, αλλά ας κρατήσουμε τούτη την σταθερή και βεβαία άγκυρα, ώστε να εισέλθουμε εις την χαράν του Κυρίου μας. Αμήν.
----------------------
[1] Eβρ. Στ΄, 13-20.
[2] Ματθ. ια΄, 28-29.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Ε΄ Κυριακή των Νηστειών – Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας
29 Μαρτίου 2026
«τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν»
Πέμπτη Κυριακή των Νηστειών σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, κατά την οποία εορτάζουμε την μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, της οποίας ο βίος χαρακτηρίζεται από ακρότητα ως προς την αμαρτία, αλλά και ως προς την μετάνοια. Παράλληλα, στην περικοπή από την προς Εβραίους επιστολή που ακούσαμε, ο απόστολος Παύλος παρουσιάζει δυο σημαντικά χαρακτηριστικά του Χριστού ως μεγάλου Αρχιερέως, δηλαδή εκείνου που πραγματοποίησε το λυτρωτικό έργο της ανθρωπότητας και το έθεσε επάνω σε μια εντελώς καινούρια βάση. Ο Χριστός, μάς λέει, έγινε Αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών· δεν ήλθε να μάς προσφέρει επίγεια αγαθά, αλλά τα επουράνια, το έλεος, την συγγνώμη, την φιλία με τον Θεό. Δεν ήλθε για να μάς παράσχει εξιλέωση, γιατί ακόμα και εάν ξεπληρώσει κάποιος τις ατιμίες που τυχόν έχει διαπράξει, αυτό δεν τον καθιστά και φίλο του Βασιλέως· αλλά ήλθε για να σχίσει το χειρόγραφο της οφειλής, για να μάς αποκαταστήσει σαν τον υιό της παραβολής, για να μάς ανυψώσει στον παράδεισο. Ως Αρχιερεύς, λοιπόν, δεν προσέφερε θυσία το αίμα ταύρων ή τράγων ούτε εισήλθε σε κάποια χειροποίητη σκηνή, αλλά αφού προσέφερε θυσία το αίμα του, εισήλθε στην επουράνιο σκηνή της Βασιλείας του Θεού· μία και μόνη θυσία προσέφερε, και από αυτήν πήγασε - και πηγάζει - αιώνια ζωή και λύτρωση για κάθε άνθρωπο που πιστεύει σε αυτόν. Γιατί, μάς λέει ο απόστολος, εάν καθαρίζονταν από τους σωματικούς ρύπους και εξαγνίζονταν εκείνοι που ραντίζονταν με το αίμα των ζώων της θυσίας, πολύ περισσότερο το αίμα του Χριστού, ο οποίος διά του Αγίου Πνεύματος προσέφερε τον εαυτό του άμωμο στον Θεό, θα καθαρίσει την συνείδησή μας από τα νεκρά έργα ώστε να λατρεύουμε τον ζώντα Θεό [1].
Η σημασία της περικοπής αυτής είναι διπλή. Πρώτον, μάς προετοιμάζει κατά κάποιον τρόπο για τα γεγονότα που θα αρχίσουμε να εορτάζουμε από την επόμενη Κυριακή, δηλαδή για το Πάθος του Κυρίου μας· ναι, δεν πρόκειται για πένθος, αλλά για εορτή, διότι χωρίς το Πάθος δεν υπάρχει Ανάσταση και χωρίς Ανάσταση δεν υπάρχει ελπίδα ούτε σωτηρία ούτε ζωή. Το Πάθος του Κυρίου μας δεν ήταν μια ατυχής στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά ήταν εκούσια θυσία του θεανθρώπου Χριστού, του μεγάλου Αρχιερέως της σωτηρίας μας. Και δεύτερο, το αίμα του Κυρίου, δηλαδή η θυσία του και η συμμετοχή μας στην Θεία Ευχαριστία, μάς καθαρίζει από τα νεκρά έργα, δηλαδή από την αμαρτία που νεκρώνει την ψυχή μας και από κάθε πράξη η οποία είναι νεκρή, δηλαδή δίχως πνευματικό περιεχόμενο· έτσι, καθαροί από κάθε πνευματικό ρύπο, είμαστε σε θέση να λατρεύουμε τον Θεό «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».
Απαραίτητη, βεβαίως, προϋπόθεση για την ουσιαστική συμμετοχή μας στο πάθος και στην θυσία του Κυρίου μας, είναι η πίστη και η μετάνοια· για να λυτρωθούμε από τα δεσμά του θανάτου αρκεί να πιστέψουμε ότι ο Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο οποίος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και έγινε άνθρωπος και έπαθε και αναστήθηκε για την δική μας σωτηρία. Και πίστη δεν είναι κάτι το αφηρημένο, αλλά η βεβαιότητα για αυτό που δεν μπορεί να αποδειχθεί με λογικά μέσα· αυτή η βεβαιότητα μόνο ως βίωμα τελικά μπορεί να γίνει κατανοητή. Και όπου υπάρχει έστω λίγη πίστη, εκεί υπάρχει και μετάνοια.
Ας δούμε την οσία Μαρία την Αιγυπτία: μία πανέμορφη και πλούσια κόρη, η οποία είχε παραδοθεί στην αμαρτία όχι από ανάγκη αλλά από διαστροφή, από πάθος ακόρεστο· κίνησε από την Αλεξάνδρεια να πάει στα Ιεροσόλυμα όχι για προσκύνημα, αλλά για δική της διασκέδαση κατά την διάρκεια του ταξιδιού. Κι όμως, όταν συνειδητοποίησε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν, με πίστη και με δάκρυα προσευχήθηκε στον Θεό. Και η πίστη γέννησε την μετάνοια σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να ζήσει σαράντα χρόνια στην έρημο με πέντε ψωμιά μόνο. Μία και μόνη φορά προσκύνησε στον ναό, μία και μόνη φορά εξομολογήθηκε, μία και μόνη φορά κοινώνησε το σώμα και το αίμα του Χριστού· αλλά και όλη της η ζωή, από την ημέρα που άφησε τα Ιεροσόλυμα για να καταφύγει στην έρημο μέχρι την ημέρα της προς Κύριον εκδημίας της, ήταν μια μέρα νηστείας και προσευχής και μετανοίας.
Ο λόγος, επομένως, για τον οποίο την προβάλλει σήμερα η Εκκλησία μας, δεν είναι άλλος παρά για να επιβεβαιώσει με ένα ακραίο παράδειγμα την αλήθεια όσων ακούσαμε στην αποστολική περικοπή, ότι δηλαδή δεν υπάρχει καμία αμαρτία την οποία δεν ξεπλένει ο Χριστός με την θυσία του και με το τίμιο αίμα του. Φοβάσαι, ψυχή μου, ότι είσαι πολύ αμαρτωλή; δες την πόρνη του Ευαγγελίου και τον Ληστή, δες την οσία Μαρία την Αιγυπτία, δες τον Κύριο που τους δέχεται όλους και τους καθαρίζει και τους αποκαθιστά άμωμους, με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, ενώπιον του Θεού. Μη αναβάλλεις λοιπόν την μετάνοια, πρόσελθε ενώπιον του Κυρίου με πίστη, εν μετανοία και εξομολογήσει, γίνε μέτοχος του Πάθους του, για να απολάβεις και να ἀπολαύσεις και την αιώνιο Ανάσταση και ζωή. Αμήν.
π. Χ.Β
-----------------
[1] Eβρ. θ΄, 11-14.














