ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ
«Ἦν διδάσκων ὁ Ἰησοῦς ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν» ( Λκ.13, 10-17)
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς φέρνει στὴν σκέψη ἕνα γεγονὸς ποὺ ἐξελίχθηκε μέσα σὲ Συναγωγή, ὅπου δίδασκε ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Ἐμφανίστηκε μία ἀληθινὰ ταλαίπωρη γυναίκα, ἡ ὁποία γιὰ δεκαοκτὼ χρόνια καὶ ἀπὸ συνεργία τοῦ Σατανᾶ, βρισκόταν σὲ ἄθλια κατάσταση. Ἦταν συγκύπτουσα, δηλαδὴ συνεχῶς σκυφτή, ἀδυνατώντας νὰ σηκώσει πάνω τὸ κεφάλι της. Ὁ φιλάνθρωπος Κύριος τὴ λυπήθηκε καὶ ἀφοῦ τὴν προσέγγισε, ἔβαλε πάνω της τὰ χέρια Του, καὶ αὐτὴ ἔγινε καλὰ τὴν ἴδια στιγμή. Τότε, τόσο ἡ πρώην ταλαίπωρη γυναίκα, ὅσο καὶ ὁ λαός ποὺ εἶδε τὸ θαῦμα, δόξασαν τὸν Θεό.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος, ὅμως, μετὰ τὴ θεραπεία τῆς συγκύπτουσας ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀντέδρασε, ἐπικαλούμενος τὴν τήρηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Μὲ ἀγανάκτηση εἶπε στοὺς παρευρισκομένους νὰ μὴν προσέρχονται πρὸς θεραπεία τὸ Σάββατο, ἀλλὰ τὶς ὑπόλοιπες ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας: «ἓξ ἡμέραι εἰσίν, ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι˙ ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθαι, καὶ μὴ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Σαββάτου». Τοῦτο τὸ ἔκανε ὄχι ἐξαιτίας τοῦ ζήλου ποὺ εἶχε γιὰ τὸν πατρῶο Νόμο, ἀλλὰ διότι ἦταν ὑποκριτής, γεμᾶτος φθόνο.
Ὁ φθόνος εἶναι ἕνα φοβερὸ νόσημα, δηλ. πάθος ψυχικό καί εἶναι πάντοτε παίδί τῆς κακότητας τοῦ διαβόλου καὶ ἀντιμάχεται καὶ ἀμφισβητεῖ τόσο τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ὅσο καὶ τὰ ἔργα Του.
Ὅταν ἐμφανιστεῖ στὴν ψυχή, τὴν τυφλώνει καὶ τὴν ἐξασθενεῖ, ὅπως ἡ σκουριὰ τὸν σίδηρο, καὶ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ μὴν μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει λογικὰ καὶ νὰ μὴν βλέπει καὶ νὰ σκέφτεται τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο τί κακὸ νὰ πεῖ καὶ νὰ κάνει. Κατὰ πὼς λέει ὁ Μέγας Βασίλειος ὁ φθόνος προέρχεται ἀπὸ τὴ ζήλεια, γεννᾶ τὸ μῖσος καὶ μεταφράζεται σὲ λύπη γιὰ τὴν εὐτυχία τοῦ ἄλλου. Ἔτσι ἐκδιώκεται ἡ ἀγάπη καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζει τοὺς πάντες, ἀκόμα καὶ τοὺς εὐεργέτες, ὡς ἐχθρούς. Ὁ φθονερὸς λυπᾶται γιὰ τὰ καλὰ καὶ τὶς ἀρετὲς καὶ τὴν εὐτυχία τοῦ πλησίον, ὑποφέρει γιὰ τὶς ὅποιες ἐπιτυχίες ἔχει ὁ συνάνθρωπός του. Στενοχωριέται καὶ πληγώνεται ἀπὸ ὅλους. Ἔχει κάποιος καλὴ ὑγεία; Αὐτὸ πληγώνει τὸν φθονερό. Εἶναι κάποιος πιὸ ὡραῖος καὶ πιὸ ὄμορφος; Εἶναι πλούσιος, ἔχει κοινωνικὴ ἐπιφάνεια; Τοῦτα εἶναι πληγὲς καὶ τραύματα στὴν ψυχὴ τοῦ φθονεροῦ. Τὸ μόνο ποὺ ἀνακουφίζει τὸν φθονερὸ εἶναι ἡ δυστυχία τοῦ συνανθρώπου του, τὸν ὁποῖο φθονεῖ.
Ὅταν λοιπὸν κάποιος χαίρεται, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, ὁ φθονερὸς δὲν χαίρεται μαζί του, ὅταν, ὅμως, ὑποφέρει τότε συμπάσχει μαζί του καὶ τὸν εὐσπλαχνίζεται γιὰ αὐτὸ ποὺ ἔπαθε. Χαρὰ τοῦ φθονεροῦ λοιπὸν εἶναι νὰ δεῖ, τὸν ἐπιτυχημένο νὰ ἐκπίπτει σὲ ἐλεεινό, τὸν εὐτυχισμένο ἄνθρωπο νὰ γίνεται δυστυχὴς καὶ τὸν χαρούμενο νὰ δακρύει καὶ νὰ πενθεῖ.
Ἡ κατάσταση τοῦ φθόνου εἶναι ἐναντίωση στὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης, σὲ αὐτὸν ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ ἀγαπᾶμε ὄχι μόνο ὅσους -γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο- μᾶς ἐπηρεάζουν καὶ μᾶς ἐνοχλοῦν, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τοὺς ἐχθρούς μας. Ἀντ᾽ αὐτοῦ οἱ ταλαίπωροι φθονεροί, ὄχι μόνο τοὺς ἐχθρούς τους δὲν ἀγαποῦν, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ τοὺς φίλους καὶ ἀδελφοὺς καὶ εὐεργέτες τους φθονοῦν καὶ ἐπιβουλεύονται γιὰ τὴν εὐτυχία ἢ τὴν ἐπιτυχία τους.
Ὁ φθονερὸς ἄνθρωπος ἔχει ἔλλειμμα ἀγάπης καὶ ἄρα μένει ἐκτὸς τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν πᾶνε ὅσοι μισοῦν καὶ φθονοῦν τὸν ἄλλο, ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ ἀγαποῦν καὶ χαίρονται γιὰ τὸ καλό, τὸ ἀγαθὸ καὶ τὴ δόξα τοῦ συνανθρώπου τους.
Ἂς μὴν λησμονοῦμε πὼς ὁ θάνατος γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἐκπήγασε -ὡσὰν ἀπὸ πηγή- ἀπὸ τὸν φθόνο τοῦ διαβόλου, καθὼς ἐπίσης ἡ ἔκπτωση ἀπὸ τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ καὶ ἡ ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεό. Ἄρα ἐφόσον ποθοῦμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἂς ἀκούσουμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μᾶς συμβουλεύει: «μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες», καὶ ταυτόχρονα μᾶς ζητᾶ νὰ γίνουμε «ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαχνοι», συγχωροῦντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλο «καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ἡμῖν».
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ἂς ἀγωνιστοῦμε λοιπὸν νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ἀποβάλουμε τὸ ὀλέθριο πάθος τοῦ φθόνου ἀπὸ τὴν ψυχή μας καὶ ἀντ᾽ αὐτοῦ νὰ ἀποδεχθοῦμε τὸν ἀδελφό μας, νὰ χαροῦμε γιὰ ὅλα του τὰ προτερήματα, μὰ κυρίως νὰ ταπεινωθοῦμε καὶ νὰ τὸν ἀγαπήσουμε, ἐπειδὴ αὐτὸς γίνεται μέσον τῆς προσωπικῆς κοινωνίας μας μὲ τὸν Θεό. ΑΜΗΝ.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ
«Ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα...» (Λουκ. ιδ´, 16)
Ἡ παραβολή τοῦ μεγάλου Δείπνου, πού συνδέεται μέ τίς παραβολές τοῦ γάμου, ἀπό τήν συνάφεια στήν ὁποία βρίσκεται στήν Ἁγία Γραφή καί ἀπό τίς ἑρμηνεῖες τῶν ἁγίων Πατέρων, δηλώνει «τήν Οἰκονομίαν» τοῦ Σωτῆρος, δηλαδή τήν Ἐνανθρώπιση τοῦ Χριστοῦ, «τό συμπόσιον τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν», «τήν ἐν Χριστῷ πανήγυριν», «τήν ἀνέκφραστον ἀπόλαυσιν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ».
Ἐπειδή ὅμως ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, οἱ γάμοι τοῦ Ἀρνίου μέ τούς πιστούς, ἐκφράζεται στό μέγα μυστήριο τῆς Ζωῆς, στό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας, κατά τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος λαμβάνει τήν μακαρία θέωση μέ τήν ἄμεση ἕνωση μέ τόν ζῶντα καί ζωοποιό Χριστό, καί ἐπειδή μέσα στήν Θ. Εὐχαριστία ὁ ἄνθρωπος μεταλαμβάνει τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ γι᾿ αὐτό δέν νομίζουμε ὅτι πρόκειται γιά ἀλληγορία ἡ διδασκαλία, ὅτι τό Μέγα Δεῖπνο εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία.
Ἄλλωστε, ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἐκφράζεται καί βιοῦται μέσα σέ αὐτό τό μυστήριο καί εἶναι ἕνας λόγος γιά τόν ὁποῖο «οἱ τά πάντα καλῶς διαταξάμενοι ἅγιοι Πατέρες» ὅρισαν νά λέγεται αὐτή ἡ παραβολή πρίν ἀπό τήν μεγάλη ἑορτή τῶν Χριστουγέννων, σάν προετοιμασία γιά τήν θεία Κοινωνία.
Στήν προπτωτική κατάσταση ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἦταν καθαρός καί εἶχε κοινωνία μέ τόν Θεό καί τούς ἀγγέλους. Τό σῶμα ἦταν ὑποτεταγμένο στήν ψυχή καί ἐτρέφετο ἀπό αὐτήν. Μετά τήν πτώση ἀποδιοργανώθηκε τελείως ὁ ἄνθρωπος. Ἀφοῦ ἔχασε τό πραγματικό του κέντρο, τήν πραγματική κοινωνία μέ τόν Θεό, ἀποδιοργανώθηκε καί ἐσωτερικά. Ἡ ψυχή, ἀφοῦ ἔχασε τήν Χάρη, θέλει νά τραφῆ ἀπομυζώντας τό σῶμα, καί ἔτσι γεννιοῦνται τά ψυχικά πάθη. Τό σῶμα μή μπορώντας νά τραφῆ ἀπό τήν ψυχή, αἰχμαλωτίζεται ἀπό τήν ὕλη καί ζητᾶ ἀπό ἐκεῖ νά ἱκανοποιηθῆ, μέ ἀποτέλεσμα νά γεννιοῦνται τά σωματικά πάθη. Ἔχουμε πλήρη ἐσωτερική ἀποδιοργάνωση.
Ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ καί Λόγου διόρθωσε τό σφάλμα αὐτό τοῦ Ἀδάμ. Ἐπανέφερε τήν κανονική τάξη στήν ἀνθρώπινη φύση. Αὐτήν τήν ἐπανόρθωση τήν βιώνουν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, πού μέ τήν θεία Χάρη ἐπανέρχονται στήν προπτωτική κατάσταση καί μάλιστα σέ ἀνώτερο βαθμό. Ἔτσι μέ τήν θεία Κοινωνία τρέφεται ἡ ψυχή καί ἐν συνεχείᾳ ἡ ψυχή διοχετεύει ὅλη τήν ζωή τοῦ Θεοῦ καί στό σῶμα καί ἐπέρχεται ἡ θεραπεία. Διότι, κατά τόν Νικόλαο Καβάσιλα, δέν προσλαμβάνει τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ προσλαμβάνει τήν ψυχή καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Γι᾿ αὐτό ἡ θεία Κοινωνία εἶναι ἡ πραγματική «βρῶσις... καί πόσις ἀληθινή».
Δυστυχῶς στήν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ νά συμμετάσχουν ὅλοι στήν ἐπαναφορά τους στήν προπτωτική καί σέ ἀνώτερη ἀκόμη κατάσταση, νά ἀπολαύσουν τήν θεία καί ζωοποιό Χάρη, νά συμμετάσχουν στό Δεῖπνο τῆς ἀγάπης Του, ὑπῆρξαν πολλοί ἀρνητές. Ὁ Κύριος τούς χώρισε σέ τρεῖς κατηγορίες. Ἄς παραμείνουμε στήν μία πού ἀπασχολεῖ σχεδόν ὅλους μας.
«Ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε καί πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά» (Λουκ. ιδ', 19).
Ἡ ἐργασία γίνεται αἰτία μή ἐκκλησιασμοῦ καί μή ἐκκλησιοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος εἶναι τρομερά ὑποδουλωμένος στήν ἐργασία. Εἶναι ὑποταγμένος σέ χρονικούς προσδιορισμούς, δοῦλος τοῦ χρόνου. Μετράει τήν ζωή του μέ τά ὀκτάωρα καί τίς ἐργάσιμες μέρες. Δέν μπορεῖ νά καταλάβη ὅτι πρέπει νά ἐργάζεται γιά νά ζῆ καί ὄχι νά ζῆ γιά νά ἐργάζεται. Ὁ Χριστός δέν ἀρνεῖται τήν τιμία ἐργασία, ἀλλά δέν τήν ἀπολυτοποιεῖ. Δέν τήν θεωρεῖ σάν τό ἀπαραίτητο στοιχεῖο τῆς εὐτυχίας τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἕνα ἐργόχειρο στήν ζωή μας. Τό κέντρο τῆς ἐπιδιώξεώς μας εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Θεό, ἡ ἀποδέσμευση ἀπό τήν δουλεία τοῦ χρόνου, ἡ ἐλευθέρωσή μας ἀπό τήν τυραννία τοῦ ἐνθάδε καί ἡ βίωση τοῦ αἰωνίου.
Ὅλα τά σύγχρονα οἰκονομικά συστήματα χύνουν πολλή μελάνη καί καταναλίσκουν μεγάλες δυνάμεις γιά νά βελτιώσουν τούς ὅρους ἐργασίας τῶν ἀνθρώπων καί νά κάνουν ἔτσι ἀνθρωπινότερη τήν ζωή. Αὐτό ἀπό μιά ἄποψη δέν εἶναι καταδικάσιμο. Εἶναι ὅμως κολάσιμο ὅταν ἀφ᾿ ἑνός μέν βλέπουν τόν ἄνθρωπο σάν σῶμα, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ προχωροῦν πιό πέρα γιά νά ρωτήσουν μέ δυσπιστία: «τί ἔκανε ὁ Χριστός γιά τήν ἐργασία καί τίς οἰκονομικές ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου; Ὁ Χριστός, λένε, μίλησε μόνον γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς». Αὐτή ὅμως ἡ ἐρώτηση εἶναι ἐπιπόλαια. Γιατί ὁ Κύριος μέ τήν διδασκαλία Του καί τό ἔργο Του δέν ἐπεδίωξε μιά βελτίωση τῆς ἐργασίας, ἀλλά τήν μεταμόρφωσή της.
Ἡ Ὀρθοδοξία δέν συνδέεται μέ τόν δυαλισμό (δυϊσμό), δηλαδή μέ τήν θεωρία ἐκείνη κατά τήν ὁποία γίνεται διάκριση μεταξύ τῆς ὕλης καί τοῦ πνεύματος, μεταξύ τῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν ἀγαθῶν. Ἀλλά τά ὑλικά ἀγαθά θεωροῦνται δῶρα Θεοῦ πού λαμβάνουν μεγάλη ἀξία ὅταν τά προσφέρουμε ὡς ἀντίδωρα στόν Θεό γιά τήν δόξα Του. Μέ ἄλλα λόγια στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία λέμε ὅτι καί τά ὑλικά μποροῦν νά γίνουν πνευματικά, καθώς ἐπίσης τά πνευματικά μποροῦν νά μετατραποῦν σέ ὑλικά. Τό μυστικό τῆς μετατροπῆς τῆς ὕλης σέ πνευματικό γεγονός εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί ἡ σύνδεσή μας μαζί Του.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Ὅταν, λοιπόν, κατά τήν διάρκεια τῆς ἐργασίας μας, ἐπιδιώκουμε νά τηροῦμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅσο κι ἄν μᾶς κοστίζη, καί φροντίζουμε νά ἔχουμε μνήμη Θεοῦ, μέ τήν προσευχή, τότε ἡ ἐργασία γίνεται παράγοντας σωτηρίας. Ὄχι ἁπλῶς βελτιώνεται, ἀλλά μεταμορφώνεται. Μπορεῖ νά εἶναι λίγα τά χρήματα ἀπό μιά τέτοια ἐργασία, ἀλλά ἡ χαρά καί ἡ εὐλογία πού παίρνουμε εἶναι ὁ μεγαλύτερος πλοῦτος, πού δέν ἐξαγοράζεται μέ τίποτε, οὔτε συγκρίνεται μέ τίποτε.
Ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἐνδιαφέρεται νά φέρη ἁπλῶς τόν ἄνθρωπο στόν Οὐρανό, ἀλλά νά κατεβάση τόν Οὐρανό στήν γῆ ,καί αὐτό γίνεται πραγματικότητα στό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
Λίγες μέρες μας χωρίζουν ἀπό τή μεγάλη γιορτή τῶν Χριστουγέννων καί ἡ Ἐκκλησία μας ἔρχεται σήμερα νά μᾶς παραθέσει ἕνα μακρύ κατάλογο πού περιλαμβάνει τούς κατά σάρκα προγόνους τοῦ Κυρίου μας μέσα ἀπό τό ἀπόσπασμα τοῦ κατά Ματθαῖον εὐαγγελίου πού ἀκούσαμε. Στό σύντομο χρόνο τοῦ κηρύγματός μας θά ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας στή γενεαλογία αὐτή καί θά προσπαθήσουμε νά τήν ἀναλύσουμε.
Πρῶτα ἀπ' ὅλα τή γενεαλογία αὐτή, ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος, ἀρχίζει ἀπό τό Δαβίδ. Γιά ποιό λόγο τό κάνει αὐτό; Ὁ λόγος εἶναι διότι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι ὀνόμαζαν τό Χριστό, τό Μεσσία ἐπακριβῶς υἱό Δαβίδ, ἔτσι τούς ἦταν γνωστός. Στό σημεῖο αὐτό θά μπορούσαμε χαρακτηριστικά νά θυμηθοῦμε τό τυφλό Βαρτιμαῖο πού φώναζε τό Χριστό «υἱό Δαβίδ». Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος ξεκινᾶ τή γενεαλογία ἀπό τό γνωστότερο πρόγονο γιά νά προχωρήσει στόν παλιότερο. Ὁ Ἀβραάμ ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ἐνῶ ὁ Δαβίδ ὁ τελευταῖος στούς ὁποίους ὁ Θεός εἶχε δώσει τήν ὑπόσχεση ὅτι ἀπό τό γένος τους θά γεννιόταν ὁ Μεσσίας ὁ ὁποῖος θά ἔσωζε τόν Ἰσραηλιτικό λαό ἀπό τήν ἁμαρτία. Γιά καθένα ἐξ Ἰουδαῖο χριστιανό ἡ μεσσιακή ἰδιότητα θά ἐξαρτᾶτο ἀπό τήν καταγωγή του ἀπό τόν Δαβίδ καί εἶναι γεγονός ὅτι αὐτή ἡ καταγωγή τονίζεται ἰδιαίτερα στά πρῶτα ἀποστολικά κηρύγματα πρός τούς Ἰουδαίους. Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος μέ τό νά ἀποκαλεῖ τό Χριστό υἱό Δαβίδ καί υἱό Ἀβραάμ ὑπενθυμίζει στούς Ἰουδαίους ἀκροατές του τίς ὑποσχέσεις πού εἶχε δώσει ὁ Θεός στά δυό αὐτά πρόσωπα.
Σέ τί ἀποσκοπεῖ ὅμως αὐτή ἡ γενεαλογία; Ὁ σκοπός τῆς γενεαλογίας ἔχει σχέση μέ τό κοινό στό ὁποῖο ἀπευθύνεται ὁ Ματθαῖος. Γράφοντας στούς ἐξ Ἰουδαίων χριστιανούς δέν ἀνάγει τή γενεαλογία πιό πάνω ἀπό τόν Ἀβραάμ, θέλοντας μ' αὐτό τόν τρόπο νά δείξει ὅτι ὁ Χριστός προῆλθε σύμφωνα μέ τίς ἐπαγγελίες ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ καί τοῦ Ἀβραάμ. Γιατί τίποτε ἄλλο δέν ἀνέπαυε περισσότερο τούς Ἑβραίους ὅσο τό νά ξέρουν ὅτι ὁ Χριστός ἦταν ἀπόγονος αὐτῶν τῶν δυό προσώπων. Ὄντως ὁ Ματθαῖος ἐνεργεῖ πολύ ψυχολογημένα.
Μελετώντας προσεκτικά τή γενεαλογία παρατηροῦμε ὅτι γενεαλογοῦνται μόνο ἄνδρες ἐνῶ ὁρισμένες γυναῖκες (Ρούθ, Θάμαρ, Ραχάβ, Βηρσαβεέ) ἁπλῶς παρεισάγονται. Αὐτή ἡ ἰδιαιτερότητα δικαιολογεῖται ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνδρας εἶναι ἡ ἀρχή καί ἡ ρίζα τοῦ παιδιοῦ καθώς καί ἡ κεφαλή τῆς γυναίκας. Ἡ δεύτερη πολύ σημαντική παρατήρηση πού ἔχουμε νά κάνουμε εἶναι ὅτι μεταξύ τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ περιλαμβάνονται καί ἄνθρωποι πού ἦταν ἔνοχοι βαρέων ἁμαρτημάτων ὅπως οἱ τρεῖς γυναῖκες Θάμαρ, Βηρσαβεέ καί Ραχάβ. Ἴσως νά μᾶς παραξενεύει ἤ νά μᾶς ἐκπλήσσει τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός καταδέχτηκε νά ἔχει τέτοιους προγόνους. Αὐτό φανερώνει τήν ἄπειρη συγκατάβαση καί φιλανθρωπία Του πρός τό ἀνθρώπινο γένος. Δέν ντρέπεται τό κακό πού ἔχει μέσα της ἡ ἀνθρώπινη φύση οὔτε τό ἀποφεύγει, ἄλλωστε ἦρθε γιά νά δώσει δυνατότητα ὑπέρβασης ἀπό τήν ἁμαρτία. Ὁ Χριστός ἦρθε γιά νά γιατρέψει τό ἄρρωστο ἀπό τήν ἁμαρτία ἀνθρώπινο γένος κι ὄχι γιά νά τό κρίνει. Ἄλλωστε δέν βλάφτηκε οὔτε στό ἐλάχιστο μέ τό νά ἔχει ἁμαρτωλούς προγόνους. Αὐτό διδάσκει κι ἐμᾶς νά μήν ντρεπόμαστε γιά τήν κακία τῶν προγόνων μας. Ἀντίθετα πρέπει νά μισοῦμε τήν ἁμαρτία τούς ἐπιζητώντας μόνο τήν ἀρετή. Ἄν εἶναι δυνατόν πρέπει νά προσπαθοῦμε νά γίνουμε ἐμεῖς ἐνάρετοι ὥστε νά λαμπρύνουμε καί τούς προγόνους μας. Ἰδιαίτερα ὁ Ματθαῖος μνημονεύει τή Βηρσαβεέ γιά νά δείξει ὅτι ὅλοι εἶναι δεκτοί γιά τό Θεό ἔστω κι ἄν γεννηθοῦν ἀπό πόρνη ἤ μοιχαλίδα ἀρκεῖ νά ἔχουν ἀρετή. Ἀπό τήν ἄλλη παραλείπει ἀπό τή γενεαλογία του κάποιους βασιλεῖς-προγόνους τοῦ Κυρίου πού ἦταν ὑπερβολικά ἀσεβεῖς. Τέλος νά ποῦμε ὅτι τό γεγονός ὅτι ὁ Χριστός εἶχε προγόνους πόρνες καί μοιχαλίδες φανερώνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶχε μολύνει πολύ βαθιά τό ἀνθρώπινο γένος μέχρι κι αὐτούς τούς προγόνους τοῦ Χριστοῦ. Δυστυχῶς ἡ ἁμαρτία μετά τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων χωρίς νά εἶναι κάτι τό φυσικό κατάντησε νά εἶναι τέτοιο.
Ἡ γενεαλογία καταλήγει στόν Ἰωσήφ. Κανονικά ὁ εὐαγγελιστής θά ἔπρεπε νά ἀναφέρει τούς προγόνους τῆς Θεοτόκου ἀλλά θέλει νά διαφυλάξει τό ἔθιμο νά μή γενεαλογοῦνται γυναῖκες. Ὁ Ματθαῖος δίνει τή βασιλική καταγωγή τοῦ Ἰωσήφ. Εἶναι βέβαιο ὅτι τόσο ὁ Ἰωσήφ ὅσο καί ἡ Θεοτόκος κατάγονταν ἀπό τό γένος τοῦ Δαβίδ. Ἄλλωστε αὐτό τό ἐπιβεβαιώνει καί ὁ Λουκᾶς ὅταν ἀφηγεῖται τό περιστατικό τοῦ εὐαγγελισμοῦ. Λέει χαρακτηριστικά ὅτι ὁ ἄγγελος ἐστάλη πρός παρθένο πού ἦταν ἀρραβωνιασμένη μέ ἄνδρα πού λεγόταν Ἰωσήφ ἀπό τόν οἶκο καί τή γενιά τοῦ Δαβίδ. Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνας μυστικότερος λόγος γιά τόν ὁποῖον ὁ Ματθαῖος γενεαλογεῖ τό Δαβίδ. Δέν θέλει νά φανερώσει ὅτι ὁ Χριστός γεννήθηκε ἀπό Παρθένο. Ἄν μάθαιναν κάτι τέτοιο οἱ κακοπροαίρετοι Ἰουδαῖοι ὄχι μόνο θά τούς θορυβοῦσε πάρα πολύ ὡς κάτι τό ἀδιανόητο ἀλλά θά θεωροῦσαν καί τήν Παναγία ἔνοχη μοιχείας. Ἡ μνηστεία λοιπόν μέ τόν Ἰωσήφ ἦταν ἔργο τῆς Θείας Πρόνοιας γιά νά καλυφθεῖ ἡ ὑπερφυσική γέννηση τοῦ Κυρίου.
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
Καθώς πλησιάζουμε πρός τά Χριστούγεννα ἄς ἀναλογιστοῦμε τήν ἄπειρη συγκατάβαση τοῦ Κυρίου μας. Καταδέχτηκε νά γίνει ταπεινός ἄνθρωπος καί μάλιστα δέν ντράπηκε νά ἔχει γιά προγόνους του ἐνόχους βαριῶν ἁμαρτημάτων. Ἄς ἀφήσουμε τούς ἑαυτούς μας νά κατανυχθοῦν ἀπό τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ κι ἄς ζητήσουμε μέ πόθο τήν σωτηρία μας διά τῆς ἐναρέτου βιοτῆς ὥστε νά λαμπρύνουμε τούς ἑαυτούς μας!
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
Πρό ὀλίγων ἡμερῶν ἑορτάσαμε τό κοσμοσωτήριο γεγονός τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως καί θεωροῦμε σκόπιμο σήμερα ἀντί ἄλλου κηρύγματος νά προβοῦμε σέ μιά σύντομη περιγραφή τῆς Βυζαντινῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως.
Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ στηρίζεται στὴ μαρτυρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῆς παραδόσεως τῆς ἐκκλησίας μας καθὼς καὶ στὴν πλούσια λειτουργικὴ ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων.
Ὁ Ὀρθόδοξος ἁγιογράφος τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως πιστὸς στὰ δόγματα τῆς ἐκκλησίας ἔχει δυὸ σκοπούς: νὰ δείξει τὴν θεανθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου μας ποὺ ἀληθινὰ σαρκώθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία καὶ νὰ ὑποδηλωθεῖ ὁ πανηγυρισμὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ γενικότερα ὅλης της κτίσης πρὸς τὸν Δημιουργό της. Σύμφωνα μὲ ὅσα διηγεῖται ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, ἡ Παναγία «ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλισεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ».
Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ περιέχεται μυστηριακὰ στὸ ὄνειρο τοῦ Ναβουχοδονόσορα καὶ ἐξηγεῖται προφητικὰ ἀπὸ τὸν προφήτη Δανιὴλ (κεφ.2). Ὁ βράχος ποὺ ξεριζώθηκε ἀπὸ τὸ ὄρος χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίξει ἀνθρώπινο χέρι καὶ κατέστρεψε τὸ μεγάλο εἴδωλο, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Συνήθως στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ Σωτῆρας ἔχει μία κάποια εἰκονικὴ ὁμοιότητα μὲ τὴν πέτρα ποὺ νίκησε καὶ κατέστρεψε τὸν τρομερὸ ἀνθρώπινο ἐγωισμὸ ὑπὸ τὴ μορφὴ τοῦ εἰδώλου.
Τὸ Παιδίον ἀναπαριστάνεται στὸ μέσο της εἰκόνας, σπαργανωμένο· τὸ μέγεθός του εἶναι ἐξαιρετικὰ μικρό. Συχνά, λόγω τῶν διαστάσεών της, ἡ ἀναπαράσταση τοῦ Σωτῆρα εἶναι πιὸ μικρὴ ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα πρόσωπα τῆς εἰκόνας, κι ὅμως, παρ᾿ ὅλα αὐτὰ παραμένει ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου - ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Μέσα στὴν εἰκόνα ὁ Σωτῆρας καταλαμβάνει τὴ βασιλικὴ θέση τοῦ Δεσπότου.
Ὡστόσο, ἡ Θεοτόκος εἰκονίζεται πιὸ μεγάλη ἀπ᾿ ὅλα τ᾿ ἄλλα πρόσωπα τῆς εἰκόνας κι ἐδῶ εἶναι ἀκριβῶς ποὺ ἑρμηνεύεται n προφητεία τοῦ Δανιήλ, διὰ μέσου τοῦ ὀνείρου τοῦ Ναβουχοδονόσορα. Ὁ τύπος τοῦ ὄρους καὶ τοῦ βράχου ποὺ ξεριζώθηκε ἀπὸ μόνος του εἶναι ἡ προφητικὴ εἰκόνα τῆς ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου. Εἶναι μισοξαπλωμένη καὶ μισοκαθισμένη καὶ ἡ στάση της ἀνάλαφρη γιὰ νὰ τονιστεῖ ἡ ἀπουσία τοῦ πόνου καὶ ἡ παρθενικὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ χρόνος ποὺ προηγεῖτο τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἦταν γεμάτος ἀπὸ τὸ βαθὺ αἴσθημα ἑνὸς ἀπροσδιόριστου κακοῦ... Κάθε στιγμὴ αἰσθανόταν κανεὶς τὴν ἀβεβαιότητα αὐτοῦ τοῦ χρόνου. Οἱ λαοὶ ποὺ ἔζησαν πρὶν τὴ Σάρκωση τοῦ Χριστοῦ βρίσκονταν σὲ μία συνεχῆ κίνηση. Ἡ πνευματικὴ κληρονομιὰ τῶν λαῶν δὲν διατηροῦσε μία στατικὴ ἰδιαιτερότητα, ἀλλὰ ἐμπλουτιζόταν καὶ ἕνωνε διαφορετικὰ στοιχεῖα. Οἱ πολιτισμοὶ διαφορετικῶν λαῶν εἰσέδυαν, ἐπηρέαζαν καὶ μετέβαλαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Ὁ κόσμος πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ μοιάζει μὲ καλοοργωμένο χωράφι, ἕτοιμο νὰ λάβει τὸν σπόρο τῆς αἰώνιας ζωῆς - ἀπαρχὴ τοῦ μέλλοντος Αἰῶνος.
Ἡ φάτνη εἰκονίζεται μέσα σὲ σκοτεινὸ σπήλαιο. Τὸ μαῦρο σπήλαιο συμβολίζει τὸν κόσμο ποὺ ἦταν σκοτισμένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν. Ἐπίσης συμβολίζει τὸν Ἅδη. Ἔτσι γιὰ νὰ πλησιάσει τὴν ἄβυσσο ὁ Χριστὸς τοποθετεῖ μυστικὰ τὴ γέννησή Του στὸ βάθος τοῦ χάσματος, ὅπου τὸ κακὸ ζεῖ στὴν τελευταία του πυκνότητα. Ὁ Χριστός, τὸ Φῶς τοῦ κόσμου, εἶναι ὁ καθήμενος «ἐν σκότει καὶ σκιὰ θανάτου». Ἡ φάτνη, τὸ σπήλαιο, τὰ σπάργανα εἶναι ὅλα δείγματα τῆς κένωσης τῆς θεότητας καὶ τῆς ἄκρας ταπείνωσης. Μέσα στὸ σπήλαιο εἰκονίζονται ἕνα βόδι καὶ ἕνας ὄνος. Ὁ ἁγιογράφος ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα «ἔγνω βοὺς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ. Ἰσραὴλ δὲ μὲ οὐκ ἔγνω».
Ἡ γῆ στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, δὲν παρουσιάζεται ὁμαλὴ κι ἐπίπεδη, ὄχι· εἶναι γεμάτη κίνηση, τινάγματα, λόφους, σκάμματα. Ἡ κίνηση αὐτὴ θυμίζει τὰ κύματα τῆς θάλασσας. Κι αὐτὸ τὸ ὀρεσίβιο στοιχεῖο, τὸ ἐπικίνδυνο, τῆς γήινης ἐπιφάνειας, δὲ μαρτυρεῖ μόνο τὸν ἐπικίνδυνο χαρακτῆρα τοῦ συγκεκριμένου τόπου κοντὰ στὴν Ἱερουσαλήμ, ἀλλὰ καὶ ἕνα ἄλλο μυστικὸ καὶ γενικότερο νόημα. Ἡ γῆ ἀναγνώρισε τὴν ἔλευση τοῦ Σωτῆρα καὶ ἀνταποκρίθηκε σ᾿ αὐτὴν ἀναγεννώμενη κι ἀναζωογονουμένη· σὰν ἕνα φύραμα ἄρχισε νὰ ζυμώνεται, διότι ἔνοιωσε μέσα τῆς τὴ μαγιὰ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κι αὐτὲς οἱ κυματιστὲς ἀναδιπλώσεις τῆς γῆς καὶ τὰ τινάγματα τοῦ ἐδάφους γύρω ἀπὸ τὸ σπήλαιο δὲν εἶναι ἄδεια, ἀλλὰ γεμάτα ἀπὸ τὴν κατανόηση καὶ τὴ χαρὰ τοῦ γεγονότος.
Συνήθως, στὶς εἰκόνες τῆς Γεννήσεως εἰκονίζονται ἐπίσης οἱ ἄγγελοι, οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοί. Οἱ ἄγγελοι, ὡς οἱ πρῶτοι ἀγγελιαφόροι καὶ μάρτυρες τῆς Καλῆς Ἀγγελίας τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ· οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοί, ὡς τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ καλεῖται νὰ προσκυνήσει τὸν Χριστό. Σημειωτέον, ὅτι οἱ μάγοι καὶ οἱ βοσκοὶ δὲν συνθέτουν μία κοινὴ σύναξη καὶ αὐτοὶ καθεαυτοὶ δὲν βρίσκονται κοντὰ μεταξύ τους.
Οἱ βοσκοὶ παρουσιάζουν τὸν ἐκλεκτὸ ἰουδαϊκὸ λαό· ὁ οὐρανὸς ἄνοιξε γι᾿ αὐτοὺς καὶ ἡ σύναξη τῶν ἀγγέλων ποὺ ψάλλουν ᾠδὴ στὸν Θεὸ ἔγινε ὁρατή. Ἐκλήθησαν νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστὸ στὸ ὄνομα τοῦ Ἰσραήλ. Δέχτηκαν κατευθείαν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τὴν Καλὴ Ἀγγελία.
Οἱ μάγοι ποὺ εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ ἐθνικοῦ κόσμου καὶ ἀνυψώνονται στὸ ὑψηλὸ ἐπίπεδο τῆς βαθείας κατανοήσεως τοῦ νοήματος τῆς Γεννήσεως μὲ ἕναν τρόπο, ὄχι ἁπλό, ἀλλὰ δύσκολο καὶ σύνθετο κι ἔρχονται νὰ προσκυνήσουν τὸν Χριστό, ὄχι ἀπὸ μέρη κοντινά, ἀλλὰ πολὺ μακρινά· κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ἀπὸ τὴν Περσία· ἡ πορεία τῶν μάγων, ποὺ ὁδηγοῦνται ἀπὸ ἕνα ἄστρο, εἶναι δύσκολη καὶ μακρινή. Δὲν ὁδηγήθηκαν ἀπὸ ἀγγέλους, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν κίνηση τοῦ ἀστέρος, χωρὶς ἐδῶ νὰ ἀποκαλυφθοῦν τὰ πάντα.
Ἔτσι, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὅτι τὸ ἀστέρι ποὺ ὁδηγοῦσε τοὺς μάγους στὴ Βηθλεὲμ δὲν ἦταν ἕνα ἁπλὸ ἀστέρι, ἀλλὰ ἕνας ἄγγελος ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν ἄστρο καὶ ὁδηγοῦσε τοὺς μάγους τῆς ἀνατολῆς στὴν προσκύνηση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεὲμ διατηρήθηκε σὰν σύμβολο, ὄχι μόνο στὶς εἰκόνες τῆς Γεννήσεως, ἀλλὰ καὶ στὴ θεία λειτουργία. Ὅταν τελειώνει ἡ προσκομιδή, τοποθετεῖ ὁ ἱερέας στὸν «δίσκο» τὸν «ἀστέρα» πάνω ἀπὸ τὸν ἀμνὸ τοῦ ὑψωθέντος καὶ εὐλογηθέντος ἄρτου. Αὐτὸς ὁ ἀστέρας εἶναι σὲ ἀνάμνηση ἐκείνου ποὺ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὴ φάτνη, ὅπου ἀνακλίθηκε τὸ θεῖον βρέφος. Καὶ τὸ μανουάλι ποὺ τοποθετεῖται, τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, στὴ μέση της ἐκκλησίας, συμβολίζει τὸ ἄστρο της Γεννήσεως. Ἡ μοναδικὴ ἀκτίνα ποὺ ἐξέρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ καταλήγει στὸ σπήλαιο πάνω ἀπὸ τὸ βρέφος, σημαίνει τὴν μία οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ χωρίζεται σὲ τρεῖς λάμψεις, γιὰ νὰ προσδιορίσει τὴν συμμετοχὴ τῶν τριῶν προσώπων στὴν θεία οἰκονομία τῆς σωτηρίας. Τὸ ἄστρο εἶναι τὸ μυστικὸ ἀρχέτυπο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μαρτυρεῖται στὴν Ἀποκάλυψη: «Εἶμαι ρίζα καὶ ἀπόγονος τοῦ Δαβίδ - Ὁ φωτεινὸς καὶ πρωινὸς ἀστέρας».
Συνήθως, παρουσιάζουν στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τὸν Ἰωσήφ, τὸν μνηστῆρα τῆς Παρθένου, σκυμμένον ἀπὸ θλίψη, βασανιζόμενον ἀπὸ ἀμφιβολίες, μὴ ὄντας σὲ θέση νὰ ἀφομοιώσει τὸ μυστήριο τῆς Γεννήσεως υἱοῦ ἀπὸ Παρθένο. Μπροστά του στέκεται ὁ δαίμων μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς γέρου βοσκοῦ, ποὺ δοκιμάζει νὰ ταράξει τὸν Ἰωσήφ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ πολλῶν εἰκόνων τῆς Γεννήσεως ὅτι ἡ Θεοτόκος ἔχει τό πρόσωπο στραμμένο, ὄχι πρὸς τὸν Σωτῆρα, ἀλλὰ πρὸς τὸν Ἰωσὴφ μὲ μία ἔκφραση κατανόησης καὶ βαθιᾶς λύπης. Ἡ Θεομήτωρ μοιάζει νὰ θέλει νὰ βοηθήσει μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις της τὸν Ἰωσήφ· σ᾿ αὐτὴ τὴ φροντίδα προσδιορίζεται κιόλας τὸ ὑπούργημά της ὡς Βασίλισσας τῶν οὐρανῶν μεσίτριας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, αὐτῆς ποὺ φέρει τὶς θλίψεις τῶν ἀνθρώπων.
Ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ εἰκονίζονται δυὸ γυναῖκες ποὺ ἑτοιμάζουν τὸ λουτρὸ τοῦ Θείου Βρέφους. Ἡ σκηνὴ εἶναι ἐμπνευσμένη ἀπὸ τὰ ἀπόκρυφα Εὐαγγέλια. Ἡ μαῖα εἶναι ἡ Σαλώμη καὶ ἡ ἄλλη ἡ βοηθός της, ποὺ τὶς προσκάλεσε ὁ Ἰωσὴφ γιὰ νὰ βοηθήσουν τὴν Θεοτόκο. Ἐδῶ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρει ὅτι «τὸ δὲ νὰ ἱστοροῦνται γυναῖκές τινες πλύνουσαι τὸν Χριστὸν ἐν λεκάνῃ, ὡς ὀρᾶται ἐν πολλαῖς εἰκόσι της Χριστοῦ γεννήσεως, τοῦτο εἶναι παντάπασιν ἀτοπώτατον», ἀφοῦ ἡ Θεοτόκος δὲ γέννησε μὲ πόνους καὶ ὠδῖνες ὅπως οἱ ἄλλες γυναῖκες γιὰ νὰ χρειάζεται ἡ σκηνή τοῦ λουτροῦ.
Ἡ Χάρις τοῦ Ἐνανθρωπήσαντος Κυρίου καί Θεοῦ μας νά εἶναι μαζί μας!
π. Ν.Δ.














