ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή Θ΄ Ματθαίου
(Α΄ Κορ. γ΄ 9 – 17)
2 Αυγούστου 2026
Οἱ τρεῖς φίλοι
Στὴ Ἐκκλησία τῶν Κορινθίων ἀπευθύνεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ διδάσκει τὴν ἀξία ποὺ ἔχουν ἡ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα μας, στὴν προοπτικὴ τῆς αἰωνιότητας. Καθενὸς τὰ ἔργα θὰ γίνουν φανερά, γιατί ἡ ἡμέρα τῆς Κρίσεως φανερώνεται μὲ φωτιά, ποὺ τὰ δοκιμάζει καὶ τὰ ἀποκαλύπτει. Ἂν τὰ ἔργα μας εἶναι ἀπὸ καθαρὸ χρυσάφι, θὰ μείνουν ἀνέπαφα καὶ ἀναλλοίωτα. Ἂν εἶναι κίβδηλα καὶ νοθευμένα, τότε θὰ καοῦν καὶ θ’ ἀποκαλύψουν τὴν ἀσχήμια τους.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος χρησιμοποιεῖ μιὰ θαυμάσια παρομοίωση γιὰ νὰ ἐξεικονίσει τὴν πραγματικὴ ἀξία τῶν ἀνθρώπινων ἔργων πάνω στὴ γῆ. «Μοιάζουμε σὰν τοὺς ἠθοποιούς, ποὺ πάνω στὴ σκηνή, ἄλλος παριστάνει τὸν ἔνδοξο βασιλιᾶ, ἄλλος τὸν πλούσιο ἡγεμόνα, ἄλλος τὸν σπουδαῖο σοφό. Ὅλα αὐτὰ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἔργου. Ὅταν πέφτει ἡ αὐλαία, τότε ὁ ἠθοποιὸς ἀποσύρεται στὰ παρασκήνια, ἀποβάλλει τὴν ψεύτικη ἰδιότητά του καὶ ξαναγίνεται αὐτὸ ποὺ εἶναι, ἁπλὸς βιοπαλαιστὴς ποὺ μασκαρεύεται γιὰ νὰ βγάλει τὸ ψωμί του».
Ἔτσι κι ἐμεῖς· ἀνεβαίνουμε στὴ σκηνὴ αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ παριστάνουμε ἄλλος τὸν δυνατό, ἄλλος τὸν ἅγιο, ἄλλος τὸν σοφό. Ὅταν, ὅμως, μὲ τὸ θάνατο, πέσει ἡ αὐλαία τῆς ζωῆς, τότε ἀποκαλύπτεται τὸ ἀληθινὸ πρόσωπο τοῦ καθενός. Τότε, ὁ καθένας κρίνεται κατὰ τὰ ἔργα του, κατὰ πῶς στάθηκε ἀπέναντι στὸ Θεό, στὸ συνάνθρωπο καὶ στὸν ἑαυτό του.
Ἡ νοοτροπία τῆς ἐποχῆς μᾶς ἀποπροσανατολίζει ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ τέλους. Γιατί, τελικά, αὐτὸ ποὺ ζοῦμε ἔχει ἕνα τέλος, πού, ταυτόχρονα, σηματοδοτεῖ τὴν ἀρχὴ τῆς αἰωνιότητας. Τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μᾶς παρασύρει σὲ μιὰ ζωὴ γήινη καὶ ψεύτικη, κάνει τὸ προσωρινὸ νὰ μοιάζει μόνιμο, τὸ ἀτελὲς τέλειο, τὸ κίβδηλο χρυσό. Μᾶς ἐμποδίζει νὰ καταλάβουμε ὅτι διανύουμε ἕνα δρόμο μὲ ἀρχὴ καὶ τέλος, ποὺ κάποια στιγμὴ διασταυρώνεται μὲ ἕναν ἄλλο δρόμο, μὲ ἀρχή, ἀλλὰ δίχως τέλος. Κι ἔτσι, ὅ,τι πράττουμε, καλὸ ἢ κακό, δὲν ἔχει προοπτικὴ ἢ κι ἂν ἔχει, γίνεται μὲ νοοτροπία συναλλαγῆς μὲ τὸ Θεό. Ἀλλά, δὲν ἀρκοῦν τὰ καλὰ ἔργα· χρειάζονται ἄλλα ἔργα γιὰ νὰ μᾶς ἀνοίξουν τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου.
Ὁ Παπουλάκος, ὅταν μιλοῦσε στὸ λαὸ γιὰ τὰ ἔργα ποὺ ἀντέχουν στὴ δοκιμασία τῆς φωτιᾶς, χρησιμοποιοῦσε μιὰ ζωντανὴ παραβολή: «ἕνας εἶχε τρεῖς φίλους, ποὺ θυσιαζόταν γι’ αὐτούς. Κάποτε, ὅμως, ἔτυχε νὰ κατηγορηθεῖ, νὰ συρθεῖ στὰ δικαστήρια καὶ νὰ κινδυνεύσει νὰ καταδικαστεῖ. Ἀπὸ τοὺς τρεῖς φίλους, ὁ ἕνας ἔμεινε ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος, ἀσυγκίνητος μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ φίλου του. Ὁ δεύτερος τὸν λυπήθηκε, πῆγε μέχρι τὴν πόρτα τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ μπεῖ μέσα κι ἔφυγε. Ὁ τρίτος, ὅμως, ἀγωνίστηκε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ φίλου του. Παρουσιάστηκε ὁ ἴδιος ὡς μάρτυρας ὑπεράσπισης καὶ κατάφερε νὰ τὸν δικαιώσει.
»Κι ὁ καθένας μας», ἔλεγε ὁ Παπουλάκος, «ἔχει τρεῖς φίλους σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ θυσιάζεται γι’ αὐτούς. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ περιουσία μας, ὁ δεύτερος ἡ οἰκογένειά μας καὶ ὁ τρίτος τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης μας. Ὅταν, ὅμως, πέφτει ἡ αὐλαία αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ παρουσιαζόμαστε στὸ δικαστήριο τοῦ Δικαίου Κριτοῦ, ὁ πρῶτος φίλος μας, ἡ περιουσία μας, μένει ψυχρὴ καὶ ἀδιάφορη γιὰ τὴν τύχη μας. Ὁ δεύτερος, οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ φίλοι μας, ἔρχονται μέχρι τὸν τάφο μας, ἀλλά, μὴ μπορῶντας νὰ διαβοῦν πιὸ πέρα, φεύγουν καὶ μᾶς ξεχνοῦν. Καὶ μένει ὁ τρίτος, ἂν ἔχουμε, βέβαια, τέτοιον φίλο. Εἶναι τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης μας, ὄχι ἁπλῶς τὰ καλά μας ἔργα, ἐκεῖνα ποὺ γίνονται ἀπὸ καλοσύνη ἢ συμπόνια, γιατί ἔτσι ὑποδεικνύει ἡ συνείδησή μας, ἀλλὰ ἐκεῖνα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀγαπῶσα καρδιά μας, ποὺ ἔγιναν πρὸς τὸν πάσχοντα συνάνθρωπό μας, πρὸς τὸ ὀρφανό, τὸν δυστυχισμένο, τὸν ἀδικημένο, τὸν κουρασμένο, τὸν ἀπογοητευμένο, ἐκεῖνον, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου εἴδαμε τὸν ἴδιο τὸ Θεό».
Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῶν καλῶν ἔργων. Εἶναι ἐκεῖνα, πού, ἐπειδὴ εἶναι καθαρὰ σὰν τὸ χρυσάφι, θ’ ἀντέξουν στὴ φωτιὰ τῆς δοκιμασίας καὶ θὰ μαρτυρήσουν γιὰ μᾶς τὴν ὥρα τῆς Κρίσεως. Τέτοια ἐφόδια ὅποιος διαθέτει, ἀσφαλῶς καὶ μπορεῖ νὰ περιμένει ἀτάραχος νὰ πέσει ἡ αὐλαία αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ὅποιος δὲν τὰ διαθέτει, ἂς πράξει ὅ,τι εἶναι δυνατὸ γιὰ νὰ τ’ ἀποκτήσει, ὅσο εἶναι καιρός. ΑΜΗΝ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή Ι΄ Ματθαίου
(Α΄ Κορ. δ΄ 9 – 16)
9 Αυγούστου 2026
Ὁ Πνευματικὸς Πατέρας
Τὴν εἰκόνα ποὺ εἶχε διαμορφώσει ὁ κόσμος γιὰ τοὺς Ἀποστόλους καὶ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόμενος στοὺς Κορινθίους, στὴν σημερινὴ ἀποστολικὴ διήγηση. Γιὰ τὸν κόσμο, ἦταν ἑτοιμοθάνατοι καὶ ἀνόητοι, ἄξιοι εἰρωνείας καὶ ἐξευτελισμοῦ, ἀδύναμοι καὶ παρακατιανοί, καταδιωγμένοι καὶ περιφρονημένοι. Ἐπρόκειτο γιὰ παράσημα τὰ ὁποῖα ἀποκτοῦσαν ἐκεῖνοι πού, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὴν προσωπική τους εἰκόνα, τὴν ἄνεση καὶ τὸ ἴδιον συμφέρον, δόθηκαν ὁλοκληρωτικὰ στὸ ἔργο τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῶν ψυχῶν, ἔχοντας συνείδηση ὅτι εἶναι προορισμένοι νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα χαρακτηρίζει τοὺς ἔντιμους καὶ ἀφοσιωμένους ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου, ὅλες τὶς ἐποχές, ἐκείνους ποὺ ἀναλίσκονται στὸ ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς καὶ τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης τῶν ἀνθρώπων, μπαίνοντας, συχνά, στὸ στόχαστρο τῶν δυνάμεων τοῦ κόσμου.
Στὴ συνέχεια, ὁ Παῦλος, φέροντας τὰ στίγματα τῆς κοσμικῆς περιφρόνησης, ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ στὰ πνευματικά του τέκνα, προκειμένου νὰ ἀποφεύγουν ἐκείνους ποὺ αὐτοπροσδιορίζονται πνευματικοὶ πατέρες καὶ παιδαγωγοί. Ἐκεῖνος ἦταν ὁ πνευματικὸς τους Πατέρας, γιατί τοὺς ἀναγέννησε διὰ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τά χαρακτηριστικά τοῦ γνήσιου Πνευματικοῦ Πατρός
Στὸ ἱερὸ καὶ κομβικό, γιὰ τὴν πνευματική μας ζωή, πρόσωπο τοῦ Πνευματικοῦ Πατρός θὰ ἀναφερθοῦμε στὴ συνέχεια, ἀφοῦ παρουσιάσουμε τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ καθιστοῦν γνήσιο καὶ αὐθεντικὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀναλαμβάνει τὸ τόσο σημαντικὸ ἔργο τῆς πνευματικῆς πατρότητας μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ὁ Μέγας Βασίλειος διδάσκει ὅτι ὁ Πνευματικὸς Πατέρας πρέπει νὰ εἶναι «δόκιμος στὸ νὰ καθοδηγεῖ αὐτοὺς ποὺ πορεύονται πρὸς τὸν Θεό, πλήρης ἀρετῶν, ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεὸ νὰ μαρτυρεῖται ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα, νὰ γνωρίζει τὶς Θεῖες Γραφές. Νὰ εἶναι ἀπερίσπαστος στὸ πνευματικό του ἔργο, ἀφιλάργυρος, χωρὶς περιττὲς φροντίδες, ἥσυχος, ἀγαπητὸς στὸν Θεό, φιλόπτωχος, νὰ μὴν ὀργίζεται, νὰ μὴ μνησικακεῖ, νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ οἰκοδομεῖ τὰ πνευματικά του τέκνα, νὰ μὴν εἶναι κενόδοξος, ὑπερήφανος καὶ εὐμετάβλητος. Νὰ μὴν ἀρέσκεται στὶς κολακεῖες καὶ νὰ μὴ προτιμᾶ τίποτα ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεό».
Τὸ ἔργο τοῦ πνευματικοῦ Πατρὸς εἶναι ἔργο ἀσφαλοῦς καὶ ἐμπείρου ὁδηγοῦ στὴν πνευματικὴ ζωή, καθὼς οἱ δίαυλοι τῆς ζωῆς αὐτῆς εἶναι πολλὲς καὶ περίπλοκες. Δὲν μποροῦμε μόνοι μας νὰ πορευόμαστε στὴν πνευματικὴ ζωή, καθὼς οὔτε τὴν ἐμπειρία διαθέτουμε, οὔτε τὴ γνώση τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς κατέχουμε, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ κίνδυνος τῆς πτώσης καὶ τῆς ἀπώλειας νὰ εἶναι ὁρατός. Ὁ πνευματικὸς Πατέρας εἶναι ἡ ζωντανὴ παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἀπλανὴς πνευματικὸς ὁδηγὸς ποὺ ἐργάζεται γιὰ τὴν ἀναγέννησή μας, ὁ ἔμπειρος ἐνδοσκόπος ποὺ μπορεῖ νὰ δεῖ μέσα μας καὶ νὰ συμβάλλει στὴν καθαρότητα καὶ στὸν λευκασμὸ τῆς ψυχῆς μας. Γι’ αὐτό, εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ διαθέτουμε πνευματικὸ Πατέρα καὶ καθοδηγητή, γιὰ νὰ μποροῦμε, μὲ ἀσφάλεια, νὰ βιώνουμε τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία. Νὰ διαμορφώνουμε μαζὶ του σχέσεις ὑγιοῦς ἐπαφῆς καὶ ἐπικοινωνίας, ἀποφεύγοντας τὴν ζημιογόνο καὶ καταστροφικὴ προσωπολατρία. Ὁ ρόλος τοῦ πνευματικοῦ Πατρὸς δὲν εἶναι νὰ μᾶς κρατᾶ συνδεδεμένους μαζί του, ἀλλὰ μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ βασικὸς καὶ ἀκρογωνιαῖος παράγοντας στὴν πνευματική μας σχέση.
«Στὴν πραγματικότητα», λέγει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος, «ἡ (πνευματικὴ) σχέση δὲν εἶναι δίπλευρη, ἀλλὰ τριγωνική, ἐπειδή, πέρα ἀπὸ τὸν Γέροντα καὶ τὸν μαθητή του ὑπάρχει καὶ ἕνα τρίτο μέλος, ὁ Θεός. Ὁ Κύριος μᾶς λέει πὼς δὲν πρέπει νὰ καλοῦμε κάποιον «πατέρα», ἐπειδὴ ἔχουμε μόνο ἕναν πατέρα, τὸν ἐν οὐρανοῖς. Ὁ Γέροντας δὲν εἶναι κάποιος ἀλάθητος κριτὴς ἢ ἕνα ἐφετεῖο, ἀλλὰ ἕνας συνυπηρέτης τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Δὲν εἶναι δικτάτορας, ἀλλὰ ὁδηγὸς καὶ σύντροφος στὸ ταξίδι. Ὁ μόνος ἀληθὴς «πνευματικὸς ὁδηγός», μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης, εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα».
Ἐκκλησιαστικὸς βίος καὶ ἀσφαλὴς πορεία στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χωρὶς τὴν παρουσία τοῦ πνευματικοῦ Πατρὸς στὴν ζωή μας. Ἂς τὸν ἀναζητήσουμε καὶ ἂς τὸν ἐμπιστευθοῦμε. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ κρατήσει ζωντανὴ τὴ σχέση καὶ τὴν κοινωνία μας μὲ τὸν Θεό. ΑΜΗΝ!
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου
(Α΄ Κορ. θ΄ 2 – 12)
16 Αυγούστου 2026
Περὶ τῆς ἱερωσύνης τῶν γυναικῶν
Ἀπευθυνόμενος στοὺς Κορινθίους, ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀπολογεῖται, προκειμένου νὰ ἀναιρέσει τὶς ὀλέθριες ἐναντίον του συκοφαντίες, ποὺ διακινοῦσαν κάποιοι ψευδοδιδάσκαλοι, μὲ σκοπὸ νὰ θίξουν καὶ νὰ ὑποβαθμίσουν τὴν Ἀποστολική του ἰδιότητα. Τὸν κατηγοροῦσαν γιὰ καπηλεῖα τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος, καθώς, ὅπως διέδιδαν, ὁ Παῦλος δὲν εἶχε δεῖ προσωπικῶς τὸν Χριστὸ καὶ δὲν ἐργαζόταν ὡς Ἀπόστολος. Τὶς σκευωρίες αὐτὲς ἀνατρέποντας, ὁμολογεῖ ὅτι καὶ τὸν Κύριο εἶδε καὶ ὡς Ἀπόστολος ἐργάστηκε, γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου, τὴν ὁποία ὁ ἴδιος ἵδρυσε. Ἄν, ὅμως, δὲν ἔκανε χρήση κάποιων ἀναφαίρετων δικαιωμάτων του, ὡς Ἀπόστολος, τὸ ἔπραξε γιὰ νὰ μὴν ἐμποδίσει τὴν πρόοδο τοῦ Εὐαγγελίου καὶ δώσει ἀφορμὴ κατηγορίας ἐναντίον του καὶ σκανδαλισμοῦ τῶν ἀδυνάμων ἀδελφῶν.
Ἕνα ἀπὸ τὰ δικαιώματα ποὺ ἀπεμπόλησε εἶναι ἡ συμπερίληψη κάποιας ἢ κάποιων γυναικῶν, σεμνῶν καὶ πιστῶν, στὶς ἱεραποστολικές του περιοδεῖες, οἱ ὁποῖες θὰ ἀναλάμβαναν δευτερεύουσες διακονίες, προκειμένου ὁ ἴδιος νὰ εἶναι ἀπερίσπαστα ἀφοσιωμένος στὸ ἱεραποστολικό του ἔργο. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔπραξε, γιὰ νὰ μὴ δώσει ἀφορμὴ κατηγορίας σὲ πονηροὺς καὶ δαιμονικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀναζητοῦν πάντα ἀφορμὴ γιὰ νὰ βάλουν κατὰ τῶν ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου.
Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ τοῦ Παύλου στὴν δευτερεύουσα καὶ διακριτικὴ γυναικεία παρουσία στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς παρέχει τὴν εὐκαιρία νὰ καταθέσουμε κάποιες σκέψεις σχετικὰ μὲ τὴν λεγόμενη ἱερωσύνη τῆς γυναίκας, περὶ τῆς ὁποίας ἀναπτύσσεται, κατὰ καιρούς, μεγάλη συζήτηση στὸν Χριστιανικὸ κόσμο. Μάλιστα, ἡ συζήτηση αὐτὴ βάλλει, συνήθως, κατὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τὴν εἴσοδο τῶν γυναικῶν στοὺς κόλπους τῆς ἱερωσύνης, θίγοντας, δῆθεν, μὲ τὸν τρόπο αὐτό, τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα τῶν γυναικῶν.
Ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εἶχε τοποθετηθεῖ ὑπεύθυνα καὶ καθοριστικά, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὅταν ἡ συζήτηση εἶχε ὀξυνθεῖ πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια. Εἶχε τονίσει χαρακτηριστικὰ ὅτι «ἡ ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν, ποὺ προτείνεται ὡς ἀντίλογος, πολλὲς φορές, ἀπὸ τὸ φεμινιστικὸ κίνημα, ἀποτελεῖ μᾶλλον ψευδοδίλημμα. Ἡ ἱερωσύνη δὲν ἀποτελεῖ ἀξίωμα κοσμικό, δὲν θεωρεῖται ἐπάγγελμα, ἀλλὰ λειτούργημα, δὲν εἶναι ἀξίωμα ἐξουσίας, ἀλλὰ προσφορὰ καὶ αὐτοθυσία. Βεβαίως, ὅλα αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ κατανοηθοῦν μὲ τὰ κριτήρια τοῦ κόσμου καὶ τὴν προβληματικὴ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Γιατί μέσα στὴν Ἐκκλησία δὲν ἀπαιτοῦμε θέσεις, δὲν διεκδικοῦμε δικαιώματα. Τὴν Ἐκκλησία τὴ διακονοῦμε προθύμως καὶ ποικιλοτρόπως, χωρὶς νὰ προσμένουμε ἀνταλλάγματα».
Θὰ μπορούσαμε νὰ καταθέσουμε σειρὰ ἐπιχειρημάτων πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴν διαχρονική της αὐτὴ ἄποψη, ποὺ σχετίζονται εἴτε μὲ τὴ Θεολογία, εἴτε μὲ τὴν παράδοσή Της. Θὰ περιοριστοῦμε, ὅμως, στὸ πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ ὁποία κατέχει κορυφαία θέση στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καθότι ἐκπροσώπησε ἐπαξίως τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ κατέστη τὸ δοχεῖον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἔθεσε τὶς βάσεις γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Παρόλα αὐτά, ἡ Ἐκκλησία μας οὐδέποτε περιέβαλε τὴν Παναγία μας μὲ τὸ ἱερατικὸ ἢ τὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα, οὔτε Τῆς ἀνέθεσε ἱεραποστολικὸ ἔργο ἢ τὴν εὐθύνη τῆς πνευματικῆς καθοδήγησης τῶν μελῶν τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ ἴδια διεκδίκησε γιὰ τὸν ἑαυτό Της τέτοια ἰδιότητα. Ἡ Παναγία ἔζησε στὴν ἀφάνεια, διδάσκοντας μὲ τὴ σιωπή, τὴν διακριτικότητα καὶ τὴν ταπείνωσή της τόσα μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ὥστε νὰ ὑμνεῖται καὶ νὰ τιμᾶται ὅσο οὐδεὶς ἕτερος Ἅγιος στὴν Χριστιανικὴ πραγματικότητα ὅλων τῶν ἐποχῶν.
Ἐν τούτοις, ἡ πιστή, εὐσεβὴς καὶ σεμνὴ γυναῖκα μπορεῖ νὰ ἱερουργήσει, τρόπον τινά, ἀναλώνοντας τὸν ἑαυτό της στὸ κοινωνικὸ καὶ φιλανθρωπικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, παίρνοντας τὴν θέση των διακονισσῶν τῆς ἀγάπης τῆς Ἀποστολικῆς ἐποχῆς. Μπορεῖ, μὲ τὸν τρόπο αὐτό, νὰ καταστεῖ εὔχρηστο ὄργανο Θεοφιλοῦς διακονίας, δίπλα στὸν ὑπεύθυνο ἱερέα καὶ ποιμένα, προσφέροντας ἀνεκτίμητες ὑπηρεσίες στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, διατηρῶντας τὴν θέση ποὺ τῆς ἁρμόζει στὸν Ἐκκλησιαστικὸ ὀργανισμό, ἀλλὰ καὶ ἐργαζόμενη, παράλληλα, γιὰ τὴν προσωπική της πνευματικὴ ἀνέλιξη καὶ τελειότητα. ΑΜΗΝ!
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου
(Ματθ. 19, 16-26)
23 Αυγούστου 2026
Πλοῦτος καὶ Σωτηρία
Ἡ σημερινὴ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπίκαιρη. Ἕνας πλούσιος νέος πλησίασε τὸ Χριστὸ καὶ Τὸν ρώτησε τί καλὸ πρέπει νὰ κάνει στὴ ζωή του, γιὰ νὰ κερδίσει τὴν αἰωνιότητα, νὰ σώσει τὴν ψυχή του. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε, «ξέρεις τὶς ἐντολές. Νὰ μὴν φονεύσεις, νὰ μὴν κλέψεις, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσεις, νὰ τιμᾶς τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου καὶ νὰ ἀγαπᾶς τον πλησίον σου ὅπως τὸν ἑαυτό σου». Ὁ νεαρὸς ἀπάντησε, «ὅλα αὐτὰ ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τὰ τηρῶ». «Τότε, ἕνα σοῦ λείπει γιὰ νὰ σώσεις τὴν ψυχή σου», λέγει ὁ Χριστός: «νὰ ἐκποιήσεις τὰ πλούτη σου καὶ νὰ μοιράσεις τὰ χρήματα στοὺς φτωχοὺς καὶ τότε θὰ ἀποκτήσεις θησαυρὸ στὸν Οὐρανό. Τότε μπορεῖς νὰ μὲ ἀκολουθήσεις». Ὁ πλούσιος νέος ἔφυγε πολὺ λυπημένος, γιατί εἶχε πολλὰ χρήματα, ποὺ δὲ μποροῦσε ν’ ἀπαρνηθεῖ. Ὁ Χριστὸς τότε στράφηκε στοὺς μαθητές: «Ἀλήθεια σας λέω, εἶναι πολὺ δύσκολο νὰ εἰσέλθουν οἱ πλούσιοι στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ περάσει ἡ καμήλα μέσα ἀπὸ τὴν τρῦπα τῆς βελόνας, παρὰ οἱ πλούσιοι στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Οἱ Μαθητὲς Τὸν ρώτησαν, «ἂν συμβαίνει αὐτό, ποιός θὰ σωθεῖ, τελικᾶ» καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπάντησε, «αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀδύνατο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὸ γιὰ τὸ Θεό». Αὐτή, μὲ λίγα λόγια, ἦταν ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα.
Γιατί ὁ Χριστὸς διδάσκει ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ διαθέτουν τὸν πλοῦτο δύσκολα θὰ σώσουν τὴν ψυχή τους; Γιατί, κατ' ἀρχάς, ὁ πλοῦτος καθιστᾶ, πολλὲς φορές, τὸν ἄνθρωπο δέσμιο τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν, αἰχμάλωτο τῆς καθημερινότητας καὶ τοῦ ἄγχους ν’ ἀποκτήσει περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔχει ἢ νὰ διατηρήσει, εἰ δυνατόν, αὐτὰ ποὺ ἔχει. Δυσκολεύει ὁ πλοῦτος τὴν πνευματικὴ ζωή, γιατί δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο τὴν αἴσθηση ὅτι, γιὰ νὰ διατηρήσει, νὰ πολλαπλασιάσει καὶ νὰ περισώσει αὐτὰ ποὺ ἔχει, πρέπει νὰ κάνει τὰ πάντα, ἀκολουθῶντας ἀκόμα καὶ ἀπάνθρωπες πρακτικές. Καὶ εἶναι γεμάτη ἡ ἱστορία καὶ ἡ ἐποχή μας ἀπὸ παραδείγματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μετῆλθαν ὅλα τὰ μέσα γιὰ νὰ κατακτήσουν καὶ νὰ πολλαπλασιάσουν τὴν οἰκονομική τους δύναμη, λειτουργῶντας, ἐνίοτε, μὲ ἀνήθικο καὶ παράνομο τρόπο.
Δυσκολεύει τὴν πνευματικὴ ζωὴ ὁ πλοῦτος, γιατί δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο πνευματικὴ χαλαρότητα, ποὺ τοῦ στερεῖ τὴ δυνατότητα νὰ δεῖ στὴν ψυχή του καὶ νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι αὐτὰ ποὺ ἔχει εἶναι πρόσκαιρα καὶ ἀργὰ ἢ γρήγορα, θὰ ἔρθει ἡ ὥρα τῆς αἰωνιότητας. Θὰ ἀφήσει πίσω του χρήματα, κτήματα, δόξα καὶ μεγαλεῖα καὶ θὰ πάρει μαζί του αὐτὰ ποὺ κατέθεσε στὸν Οὐρανό, ὅπως εἶπε ὁ Χριστός. Γι’ αὐτὸ ὁ πλοῦτος δυσκολεύει νὰ ζήσουν κατὰ Χριστὸν ἐκείνους ποὺ τὸν κατέχουν, νὰ ζήσουν πνευματικᾶ καὶ νὰ προετοιμάσουν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
Βέβαια, μπορεῖ ὁ πλοῦτος νὰ καθιστᾶ δύσκολη τὴ σωτηρία, δὲν τὴν καθιστᾶ, ὅμως, ἀδύνατη. Εἶναι λάθος νὰ πιστέψουμε ὅτι κάθε πλούσιος εἶναι χαμένος, ὅτι θὰ στερηθεῖ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα στὴν ἱστορία, ποὺ ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τὸ ἀληθές. Ἄλλωστε, τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς πλούτισε τὸν κόσμο. Τοῦ προσέφερε ὅλα τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης Του. Ἄρα, τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ δὲν εἶναι καταδικαστέα, γιατί εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, ἀνήκουν στὸν Θεὸ καὶ εἶναι προσφορὰ τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους.
Ἂς θυμηθοῦμε τοὺς γενάρχες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ὅπως τὸν Ἀβραάμ. Διέθετε ὅλον τὸ κοσμικὸ πλοῦτο τῆς ἐποχῆς, ὅμως, δὲν τὸν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Μὲ αὐτὸν ἔτρεφε καὶ συντηροῦσε τὸν λαό του. Ἀλλὰ καὶ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν πάμπλουτοι. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἦταν γόνος μιᾶς πάρα πολὺ πλούσιας οἰκογένειας. Κι ὅμως, γρήγορα κατάλαβε ὅτι, γιὰ νὰ κερδίσεις τὴν ψυχή σου καὶ νὰ ζήσεις κατὰ Χριστόν, πρέπει νὰ ἐπιλέξεις τὸν πλοῦτο τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὸν πλοῦτο τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι, ἐκποίησε τὴν περιουσία του καὶ δημιούργησε τὴ γνωστὴ σὲ ὅλους «Βασιλειάδα», μιὰ πόλη γεμάτη ἱδρύματα, ὀρφανοτροφεῖα, φτωχοκομεία, νοσοκομεῖα, γηροκομεῖα, περιέθαλψε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν ἀνάγκη καὶ ἔτσι μεγαλύνθηκε στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ δοξάζεται καὶ τιμᾶται μέχρι σήμερα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὁ Ἅγιος Νικόλαος ἦταν ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀντάλλαξε «τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια», δηλ. μὲ τὴ φτώχεια ἀντάλλαξε τὸν πλοῦτο. Εἶχε καὶ κεῖνος τὰ πάντα, ἀλλὰ ἐπέλεξε νὰ ζεῖ φτωχικᾶ καὶ νὰ καταστεῖ μέγας εὐεργέτης τοῦ λαοῦ καὶ μέγας Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.
Καὶ στὴν ἐποχή μας ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι, οἱ μεγάλοι εὐεργέτες τοῦ Ἔθνους. Τὸ ἐμπόριο τοὺς εἶχε χαρίσει ἀμέτρητα πλούτη. Δὲν τὰ κράτησαν, ὅμως, γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Τὰ χάρισαν στὸ ἔθνος, τὰ προσέφεραν στὴν πατρίδα, τὰ δώρισαν στὴν Ἐκκλησία καὶ κοσμεῖται σήμερα ἡ πατρίδα μας ἀπὸ τὰ ἔργα τους, στὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἔδωσε τὸ ὄνομά τους, γιὰ νὰ θυμίζουν στὸν αἰῶνα τὴν μεγίστη προσφορά τους.
Ὑπάρχει, ὅμως, ἕνας πειρασμὸς ἐδῶ, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἀποφύγουμε. Εἶναι ἡ σκέψη ὅτι ἡ φτώχεια, ἀπὸ μόνη της, εἶναι ἱκανὴ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή. Εἶναι λανθασμένη σκέψη. Ὑπάρχουν φτωχοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι στρέφονται κατὰ τοῦ Θεοῦ, ἀποδίδοντας σ’ Ἐκεῖνον τὴν κατάσταση ποὺ βιώνουν. Ὑπάρχουν φτωχοί, ποὺ ἐξεγείρονται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὸν ὑλικὸ πλοῦτο, υἱοθετῶντας λογικὲς διχασμοῦ, κοινωνικῶν ἀνισοτήτων καὶ ἐντάσεων, οἱ ὁποῖες, ὄχι μόνο δὲ λύνουν τὸ πρόβλημα, ἀλλὰ τὸ ὀξύνουν, δημιουργῶντας περαιτέρω προβλήματα στοὺς ἴδιους καὶ στὴν κοινωνικὴ συνοχή.
Οὔτε ὁ πλοῦτος ἀπὸ μόνος του, οὔτε ἡ φτώχεια ἀπὸ μόνη της μποροῦν νὰ μᾶς στερήσουν ἢ νὰ μᾶς ἐξασφαλίσουν τὴ σωτηρία. Τὴν ἴδια στιγμή, ὅμως, μποροῦν νὰ γίνουν τὰ κλειδιὰ ποὺ θὰ ἀνοίξουν τὶς πύλες τοῦ Παραδείσου, ἀρκεῖ νὰ διαχειριζόμαστε αὐτὲς τὶς καταστάσεις μὲ τρόπο εὐχαριστιακό, νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι δὲν μᾶς ἀνήκει τίποτα. Ὅλα ἀνήκουν σὲ ὅλους, ὅλοι εἴμαστε ἴσοι σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο κι ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Ὅλοι ἔχουμε τὰ ἴδια δικαιώματα στὴ διαχείριση τοῦ πλούτου, ἀρκεῖ νὰ νιώσουμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι δὲν ὑπάρχουμε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅτι, ἂν θέλουμε νὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας, δὲν μποροῦμε νὰ τὴ σώσουμε μόνοι μας, ἀλλὰ μόνο ἂν κινηθοῦμε καὶ ζήσουμε ὅλοι μαζί, μὲ πνεῦμα ἀγάπης καὶ ἀλληλεγγύης μέσα στὴν κοινωνία καὶ κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐπιλογὴ τῆς σωτηρίας εἶναι δική μας. Ἀμήν!
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
Κυριακή ΙΓ΄ Ματθαίου
(Α΄ Κορ. ιστ΄, 13 – 24)
30 Αυγούστου 2026
Σταθερότητα στὴν πίστη καὶ ἀγάπη
Ὁ ἐπίλογος τῆς Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς ἀποτελεῖ τὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀποχαιρετῶντας τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κορίνθου, συνιστᾶ, μεταξὺ ἄλλων, νὰ μείνουν σταθεροὶ στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ ἐνεργοῦν πάντοτε μὲ κριτήριο τὴν ἀγάπη. Οἱ νουθεσίες αὐτὲς εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογημένες. Ἡ νεότευκτη Ἐκκλησία τῶν Κορινθίων ἀπαρτιζόταν, κατὰ βάσιν, ἀπὸ πρώην εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι, ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων ποὺ βίωναν στὸ παρελθόν, δὲν ἀπέφευγαν συνήθειες ποὺ προσέκρουαν στὸ ἦθος τῆς Χριστιανικῆς πίστης, στὴν ὁποία προσπαθοῦσαν, πλέον, νὰ προσαρμοστοῦν. Γι’ αὐτό, ὁ Παῦλος ἀφιερώνει δύο κεφάλαια αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς, στηλιτεύοντας κρούσματα βαριᾶς ἀνηθικότητας, ποὺ ἀσφαλῶς εἶχαν ὑπόβαθρο εἰδωλολατρικό – σαρκολατρικό. Ἡ σταθερότητα στὴν πίστη, λοιπὸν καὶ ἡ ἀγάπη, ὡς τρόπος ζωῆς γιὰ τὸν Χριστιανό, θὰ μᾶς ἀπασχολήσουν στὴ συνέχεια.
Μπορεῖ νὰ ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε δύο χιλιάδες καὶ πλέον χρόνια, μπορεῖ νὰ ἔχουμε γεννηθεῖ καὶ γαλουχηθεῖ μέσα στὸ κλίμα τῆς Ὀρθόδοξης Χριστιανικῆς πίστης, ἐν τούτοις καὶ στὶς μέρες μας ἡ πίστη αὐτὴ μοιάζει ἀσταθὴς καὶ ἐπιπόλαιη. Αὐτὸ συμβαίνει π.χ. ὅταν οἱ Χριστιανοὶ προσπαθοῦμε νὰ συμβιβάσουμε τὴν Χριστιανική μας ἰδιότητα καὶ πίστη μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴ νοοτροπία τοῦ κόσμου. Ὅταν βάζουμε νερὸ στὸ κρασί μας σὲ θέματα ὅπως οἱ διανθρώπινες καὶ οἰκογενειακὲς σχέσεις, ποὺ βάλλονται μὲ σκληρότητα σήμερα ἀπὸ ἀντιλήψεις ἄκρως ἀντίθετες μὲ τὴν Χριστιανικὴ λογικὴ· ὅταν διαμορφώνουμε στὴ ζωή μας ἕνα πλαίσιο πίστης μὲ αὐστηρὰ προσωπικὰ χαρακτηριστικά, ἀποκομμένο καὶ ἀπομονωμένο ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας· ὅταν ἀμνηστεύουμε μέσα μας στάσεις ζωῆς καὶ συμπεριφορές, ποὺ γνωρίζουμε ὅτι ἀντιστρατεύονται τὸν Εὐαγγελικὸ τρόπο ζωῆς, ἀναζητῶντας διαρκῶς δικαιολογίες καὶ ἐλαφρυντικὰ· ὅταν ἐπιτρέπουμε νὰ δηλητηριαστεῖ ἡ διάνοιά μας ἀπὸ αἱρετικὲς δοξασίες καὶ παραθρησκευτικὰ κηρύγματα, ποὺ ἀποσκοποῦν στὴν ἀποκοπή μας ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας· ὅταν υἱοθετοῦμε ἀκραῖα συνθήματα καὶ μισαλλόδοξες συμπεριφορές, νομίζοντας ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε οἱ φύλακες τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῷ βιώνουμε τὴν καταστροφικὴ πλάνη τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. Ὅλα τὰ παραπάνω καὶ πολλὰ ἄλλα, δεικνύουν ἀσταθῆ καὶ ἐλλειμματικὴ πίστη, ἡ ὁποία χρήζει βοήθειας καὶ πνευματικῆς καθοδήγησης γιὰ νὰ ἐπαναδρομολογηθεῖ στὸ ἦθος τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ, ἐπίσης, τὴν ἀγάπη ὡς τὸ κριτήριο τῶν ἐνεργειῶν μας. Καὶ ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν, δηλ. ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, μᾶς προτρέπει νὰ ἐνεργοῦμε ἔχοντας πρὸ ὀφθαλμῶν τὸν τρόπο ποὺ ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Ἄραγε, ἔχουμε σκεφθεῖ ποτὲ ἂν ἡ στάση ζωῆς ποὺ ἔχουμε ἐπιλέξει εἶναι ταυτισμένη μὲ τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ; Ἂν ὁ τρόπος ποὺ στεκόμαστε ἀπέναντι στὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, εἶναι Χριστοκεντρικός; Ἀντιλαμβανόμαστε τὰ προβλήματα καὶ τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὁ Χριστὸς μᾶς ὑπέδειξε ἢ ἐπιδεικνύουμε παγερὴ ἀδιαφορία, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ κομπορρημονοῦμε γιὰ τὴν ὑποδειγματικὴ δῆθεν θρησκευτικότητά μας; Ἡ στάση μας μέσα στὴν οἰκογένεια, στὸν ἐργασιακό μας χῶρο, στὶς κοινωνικές μας συναναστροφές, ἀποπνέει τὴν αἴσθηση τῆς ἀγάπης, ὡς μίμησης Θεοῦ ἢ μήπως εἶναι ἐνδεικτικὴ τοῦ ἄκρατου ἐγωισμοῦ καὶ τοῦ ἀπάνθρωπου ἀτομισμοῦ, ποὺ κυριαρχεῖ στὶς μέρες μας ματώνοντας τὴν κοινωνικὴ ζωή;
Εἶναι ἀλήθεια, ἀγαπητοί μου, πὼς ἂν ἐπικεντρώσουμε τὴν προσοχή μας στὸν ἑαυτό μας, μὲ διάθεση εἰλικρινοῦς αὐτοκριτικῆς καὶ αὐτοεξέτασης, θὰ ἐπισημάνουμε στοιχεῖα ποὺ ἀπάδουν πρὸς τὴν Χριστιανική μας ἰδιότητα. Θὰ διακρίνουμε ἀστάθεια στὴν πίστη καὶ εὔκολη προσαρμογή της στὸν κοσμικὸ τρόπο ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπουσία ἀγάπης στὸν τρόπο ποὺ προσεγγίζουμε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἂς μὴν ψάξουμε νὰ βροῦμε δικαιολογίες καὶ ἐλαφρυντικὰ, γιατί δὲν ὑπάρχουν. Αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἐπαναπροσδιορίσουμε μέσα μας τὴν σχέση μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ἀντιλαμβανόμενοι ὅτι δὲ μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἀληθινὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ καὶ ζωντανὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του, ἂν δὲν διαμορφώσουμε στὴ ζωή μας ἀκλόνητη καὶ σταθερὴ πίστη, ἐμπνεόμενη ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη καὶ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. ΑΜΗΝ!
π. Ε.Ο.














