Paros_71

 

Ὁ ἐνοριακός ναός τῶν Λευκῶν, πού τιμᾶται στό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδας, εἶναι ἕνας μεγάλος ναός, στόν ὁποῖο κυριαρχεῖ τό λευκό παριανό μάρμαρο. Βρίσκεται σέ περίοπτη θέση, στίς ἀνατολικές παρυφές τοῦ χωριοῦ, καί δεσπόζει σέ ὅλη τήν περιοχή, μέ τό μέγεθος, τήν μεγαλοπρέπεια καί τά περίτεχνα μαρμάρινα κωδωνοστάσιά του. Θεμελιώθηκε τό ἔτος 1830, στή θέση τριῶν μικρῶν ναῶν, πού ἦταν ἀφιερωμένοι στήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, στόν Ἅγ. Γεώργιο καί στήν Ἁγ. Ἄννα (1) καί ἀποπερατώθηκε τό 1835. Ἡ ἀρχική ἰδέα τῶν κατοίκων τοῦ χωριοῦ ἦταν ὁ νέος μεγάλος ναός νά τιμᾶ τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, τελικά ὅμως ἀφιερώθηκε στήν Ἁγία Τριάδα. Μαρμάρινη πλάκα πού ἔχει ἀνάγλυφη τήν μορφή τοῦ Νικολάου Γ. Ρούσσου (2), ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ὁ κτήτορας τοῦ ναοῦ, εἶναι ἐντοιχισμένη στήν πρόσοψή του καί ἀναφέρει τά ἑξῆς: Ὁ περικαλλής οὗτος ναός ἐθεμελιώθη ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1830 ἐν μηνί Μαΐῳ ἡμέρᾳ εἰκοστῇ αὐτοῦ οἰκοδομήθη δέ κατά τό 1835 διά συνδρομῆς καί συνεισφορᾶς ὅλων τῶν φιλοκάλων κατοίκων τῆς κωμοπόλεως ταύτης καί ἰδίως τοῦ κυρίου Νικολάου Γ. Ρούσσου συνεισφέροντος καί ἐπιστατοῦντος μέ ὑπεροῦντα ζῆλον καί προθυμίαν (3). Ἀργότερα, συγκεκριμένα τό ἔτος 1895, ἀποπερατώθηκαν καί τά δύο μαρμάρινα κωδωνοστάσια, τά κοσμοῦν τήν πρόσοψη τοῦ ναοῦ. Ὁ μεγαλοπρεπής αὐτός ναός εἶναι τρίκλιτη βασιλική, μέ ὑπερυψωμένη τήν ὀροφή τοῦ μεσαίου κλίτους. Στή δυτική ὄψη του ὑπάρχει πρόπυλο, τό ὁποῖο στηρίζεται σέ τέσσερις διπλές μαρμάρινες κολῶνες ἰωνικοῦ ρυθμοῦ, μέ τοξωτά ἀνοίγματα στίς τρεῖς πλευρές του, ἐνῶ στήν τέταρτη, στό βάθος του, βρίσκονται οἱ τρεῖς πύλες τοῦ ναοῦ, ἀπό τίς ὁποῖες ἡ μεσαία εἶναι ψηλότερη καί μεγαλοπρεπέστερη. Πάνω ἀπ' αὐτήν ἔχει ἐντοιχισθεῖ κεραμική ἀπεικόνιση τῆς ἁγ. Τριάδας, ἔργο τῆς ἀγγειογράφου Βιργινίας Φοίφα - Κυδωνιέως καί τοῦ συζύγου της Ἰωάννη Κυδωνιέως. Πάνω ἀπό τό πρόπυλο βρίσκονται τά κατηχούμενα, δηλαδή ὁ γυναικωνίτης τοῦ ναοῦ. Ἐξωτερικά, ἡ στέγη τοῦ ναοῦ εἶναι ἀμφικλινής. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς λίγους ναούς τοῦ νησιοῦ, πού σκεπάζονται μέ κεραμίδια. Τό ἐσωτερικό τοῦ ναοῦ εἶναι λαμπρό. Τό κεντρικό κλίτος καλύπτεται μέ καμάρα, ἐνῶ τά πλάγια κλίτη, μέ σταυροθόλια. Τά κλίτη ὁρίζονται ἀπό δύο κιονοστοιχίες, μέ τέσσερις μαρμάρινους κίονες, ἡ κάθε μία, πού συνδέονται μεταξύ τους μέ τόξα. Τό μαρμάρινο τέμπλο ἔχει γλυπτό διάκοσμο πολύ καλῆς τέχνης καί εἶναι ἔργο Τήνιου μαρμαρογλύπτη, πού δέν εἶναι γνωστό τό ὄνομά του. Στό τμῆμα του πού ἀντιστοιχεῖ στό κεντρικό κλίτος, παρατηροῦμε τίς παρακάτω εἰκόνες, ἀπό τίς ὁποῖες, οἱ τρεῖς πρῶτες ἀριστερά, ἀμέσως μετά τήν Ὡραία Πύλη, καθώς καί οἱ ἀντίστοιχες τρεῖς πού βρίσκονται δεξιά της, ἔχουν ἀργυρῆ ἐπένδυση. Ἀριστερά τῆς Ὡραίας Πύλης: 1) Ἡ Παναγία, βρεφοκρατοῦσα τόν Χριστό (0,75Χ1,22). Ἡ ἀργυρῆ ἐπένδυση, ὅπως ἀναφέρει ἡ ἀφιερωτική ἐπιγραφή: "Ἐγένετο δι' ἐξόδων Εὐφροσύνης Δ. Μανέτα, 1886". 2) Ἡ Ἁγία Τριάς - Εἷς Θεός τῶν ὅλων (0,75Χ1,22). Κάτω, σέ πλαίσιο, ἡ ἐπιγραφή: "Ἀφιέρωμα Ἰωάν. Γ. Κονταράτου, Πέτρου Γ. Ραγκούση, Ἀντων. Ν. Ραγκούση καί λοιπῶν... 1921". 3) Ὁ Ἅγ. Νικόλαος (0,47Χ1,20). Κάτω οἱ ἐπιγραφές: "Δωρεά Ἀντ. Γ. Περάκη καί Ἀνθούλα Α. Περάκη, 1932" καί "Ἔργον Χ. Π. Διβάρη". 4) Ἡ Ὕψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (0,40Χ1,20). Κάτω δεξιά: "Διά χειρός Φιλοθέου Ἱερομονάχου αωπεʹ (=1885) (4). Δεξιά τῆς Ὡραίας Πύλης: 1) Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς (0,75Χ1,22) 2) Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος (0,75Χ1,22). Χρονολογία κατασκευῆς τῆς ἀργυρῆς ἐπενδύσεως: 3 Ἰανουαρίου 1922. 3) Ὁ Ἅγ. Γεώργιος ὁ Μέγας (0,47Χ1,20). Ἡ ἀργυρῆ ἐπένδυση εἶναι: "Δωρεά Β. Καριώτη, Δ. Καριώτη, Ἰωάν. Γ. Κονταράτου, Ἐλ. Κωτ. Ν. Κοτ. Πέτρ. Μαρίν. Ρούσσου, Γ. Κ. Μπιτζιλέου, 1931". 4) Ἡ Ἀνάληψις τοῦ Κυρίου (0,40Χ1,20). Κάτω ἡ χρονολογία: αωπδʹ (=1884). Ἔργο τοῦ ἱερομονάχου Φιλοθέου Βοσυνιώτη. Στό τέμπλο τοῦ βόρειου κλίτους: 1) Ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ (0,40Χ1,20), δεξιά τῆς θύρα τῆς προσκομιδῆς, καί 2) Ὁ Ἅγ. Τρύφων (0,40Χ1,20), ἀριστερά. Στό κάτω μέρος τῆς εἰκόνας ἡ ἐπιγραφή: "Ἀφιέρωμα Ἀσπασίας Ἰωάν. Κοσμοπούλου (τό γένος Ἰωάννου Γεμελιάρη), Ἀνδρ. Παντελαίου καί ἄλλων ἐνοριτῶν. Στό τέμπλο τοῦ νότιου κλίτους: 1) Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου (0,40Χ1,20), ἀριστερά τῆς θύρα τοῦ διακονικοῦ. Ἔργο τοῦ ἱερομονάχου Φιλοθέου Βοσυνιώτη. Χρονολογία αωπδʹ (=1884), καί 2) Ἡ Ἁγ. Ἄννα (0,40Χ1,20), δεξιά. Κάτω οἱ ἐπιγραφές: "Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Λουκῆ, συμβίας καί τέκνων, 1875" καί "Χειρί Ν. Καραβία". Πάνω ἀπό τήν Ὡραία Πύλη κρέμεται εἰκόνα τοῦ ἁγίου Μανδηλίου, στήν ὁποία ἀναγράφονται οἱ λέξεις: "Ι Χ ὁ ὤν". Φιλοτεχνήθηκε τό ἔτος 1877 "Δαπάνη τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως ταύτης", ὅπως μαρτυρεῖ σχετική ἐπιγραφή. Στό πέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης εἰκονίζεται ὁ Μυστικός Δεῖπνος, ἔργο τοῦ "Ἱεροθέου ζωγράφου ἐξ Ἀθηνῶν", τοῦ 1868, στά δέ βημόθυρα, ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, στό ἄνω μέρος καί στό κάτω, οἱ ἱεράρχες ἅγιοι: Ἀθανάσιος, Βασίλειος, Χρυσόστομος καί Γρηγόριος. Χρονολογία: αωπεʹ (=1885). Στό δάπεδο, στό ὕψος τῆς Ὡραίας Πύλης, ὑπάρχει μαρμάρινη πλάκα (0,59Χ0,68), μέ ἀνάγλυφο τόν δικέφαλο ἀετό. Προέρχεται ἀσφαλῶς ἀπό ἄλλον παλαιότερο ναό, ἀφοῦ χρονολογεῖται στόν 18ο αἰ. Στή θύρα τῆς προθέσεως εἰκονίζεται ὁ Ἄρχων Μιχαήλ. Ἔχει τίς ἐπιγραφές: "Δαπάνη Ἠλία, Μαργαρίτας καί Ἀγγελικῆς Ἰ. Ἀρκουλῆ" καί "Ὑπό Ἰ. Γ. Σιταρᾶ, Παρίου, Σμύρνη τῇ 20 Δεκ. 1907". Στήν ἄλλη θύρα τοῦ διακονικοῦ, ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, εἰκόνα σύγχρονη "Διά χειρός Βιρ. Κυδωνιέως". Ψηλά στό τέμπλο ὑπάρχουν 35 μικρές εἰκόνες, στίς ὁποῖες εἰκονίζονται ὁ βίος τοῦ Χριστοῦ, οἱ Εὐαγγελιστές καί ἄλλοι ἅγιοι, τοῦ ζωγράφου Λουκᾶ Γεραλῆ καί στήν κορυφή τοῦ τέμπλου ὁ σταυρός μέ τόν Ἐσταυρωμένο Χριστό καί δεξιά καί ἀριστερά του, ἡ Παρθένος καί ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ἀναφέρουμε ἀκόμα ὅτι, σέ ἰδιαίτερα προσκυνητάρια, ἔχουν τοποθετηθεῖ καί στούς τοίχους τοῦ ναοῦ ἔχουν ἀναρτηθεῖ, πολλές εἰκόνες, ἀπό τίς ὁποῖες οἱ περισσότερο ἐνδιαφέρουσες εἶναι: ἡ Ἁγία Τριάδα (1881), ἡ Βαϊφόρος (1896) καί ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου (1897) κι ἀκόμα ὅτι μέσα στό Ἱερό Βῆμα, φυλάγονται πολλές παλαιές εἰκόνες, ἀπό διάφορες ἐκκλησίες τοῦ χωριοῦ. Μπροστά στό ναό ὑπάρχει εὐρύχωρη μαρμαροστρωμένη αὐλή, πού κοσμεῖται ἀπό μαρμάρινη πύλη, μέ κολῶνες καί ἀέτωμα. Μέσα σ' αὐτή, ὑπάρχουν δύο κηπάρια καί ἀπ' αὐτήν ἀρχίζουν τά μαρμάρινα σκαλοπάτια πού ὁδηγοῦν στό πρόπυλο τοῦ ναοῦ. Μπροστά ἀπό τήν αὐλή αὐτή ὑπάρχει μικρή πλακοστρωμένη πλατεία καί πίσω ἀπό τήν ἀψίδα τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τό κοιμητήριο τοῦ χωριοῦ. Ὁ ναός τῆς Ἁγ. Τριάδας, ὁ ὁποῖος ἔχει κηρυχθεῖ ἀπό τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ, ἱστορικό διατηρητέο μνημεῖο (6), εἶναι τό κόσμημα τῶν Λευκῶν καί τό καύχημα τῶν Λευκιανῶν. Ὅλοι τους, δίκαια, ὑπερηφανεύονται γι' αὐτόν. (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ) 1. Νικ. Ἀλιπράντη, Παριανά, τ. 28, 29, 30. Γιά τόν λόγο αὐτόν, προφανῶς, στό τέμπλο τοῦ ναοῦ ὑπάρχουν οἱ εἰκόνες τῆς Ἀναλήψεως, τοῦ Ἁγ. Γεωργίου καί τῆς Ἁγ. Ἀννας. 2. Ὁ Νικόλαος Γ. Ροῦσσος, προσέφερε πρῶτος, γιά τήν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ, 5.000 γρόσια, ποσόν πολύ μεγάλο γιά τήν ἐποχή ἐκείνη. 3. Στίς 26 Ὀκτωβρίου 1830, οἱ Λευκιανοί ὑπέγραψαν γραπτή συμφωνία γιά τήν ἀνέγερση του νέου ναοῦ, ἡ ὁποία, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἀναφέρει καί τά ἑξῆς: "Ἐπειδή ὁ κύριος Νικόλαος Γ. Ροῦσσος, ἀπεφάσισεν καί κατέβαλε πέντε χιλιάδες γρόσια διά (νά) κτισθῆ ναός εἰς τό χωρίον μας, ἐπ' ὀνόματι τῆς ἐνδόξου Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, ἐπισπεύσαμε καί ἡμεῖς εὐθύς ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου μας καί ἀφιερώνομεν διά τήν οἰκοδομήν ταύτην τοῦ θείου ναοῦ, τό δέκατον τοῦ χωρίου μας χωριστά ἀπό τό ἐθνικόν δέκατον, δηλ. τοῦ ἐλευσομένου 1831 ἔτους, ὅσην γῆν ἐξουσιάζεται ἀπό ὅλους τούς κατοίκους τοῦ αὐτοῦ χωρίου, τό ὁποῖον νά πουληθῆ ἐπί δημοπρασίας καί νά δοθοῦν τά ὅσα ἤθελε πιάσει αὐτό τό δέκατον, εἰς χεῖρας τοῦ εἰρημένου κτήτορος (Νικ. Ἀλιπράντη, Παριανά, 1998, τ. 28 καί Εὐάγγ. Καστανιᾶ, Λεῦκες Πάρου, 1998, σελ. 69.. 4. Ὁ ἁγιογράφος ἱερομόναχος Φιλόθεος Βοσυνιώτης εἶχε διατελέσει ἡγούμενος τῆς Μονῆς Λογγοβάρδας, κατά τά ἔτη 1887 - 1905. 5. Ὁ ζωγράφος Λουκᾶς Γεραλῆς (1875 - 1958) εἶχε Λευκιανή σύζυγο, τήν Ἄννα Γ. Δεσύλλα. 6. ΦΕΚ 714/Β/29-10-1965. Ἐγκάρδιες εὐχαριστίες ἀπευθύνω στόν κ. Εὐθύμιο Μ. Κυδωνιέα, γιά τήν μεγάλη βοήθεια πού μοῦ πρόσφερε, στό νά ἐπισκεφθῶ καί νά μελετήσω τά παρεκκλήσια τῶν Λευκῶν. Εὐχαριστῶ γιά τή βοήθειά τους καί τίς κ. Μαρία Αἰγινήτου καί Κούλα Κονταράτου.





Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 282 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ