Paros_61

 

Ὁ Κῶστος εἶναι ἕνα μικρό χωριό πού βρίσκεται στό κέντρο τοῦ νησιοῦ. Εἶναι ἡ γενέτειρα τοῦ Διδασκάλου τοῦ Γένους Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Παρίου. Ἐνοριακός ναός τοῦ χωριοῦ εἶναι ὁ Ἅγ. Παντελεήμων. Εἶναι ἕνας τρουλλαῖος ναός, τύπος ἐγγεγραμμένου σταυροῦ, μέ καμαροσκεπῆ νάρθηκα, καί πολλά στοιχεῖα αἰγαιοπελαγίτικης ἀρχιτεκτονικῆς. Ἀναγέρθηκε τό ἔτος 1780, σύμφωνα μέ ἐπιγραφή που σωζόταν ἄλλοτε στή νότια ὄψη τοῦ ναοῦ, ἀνακαινίσθηκε ὅμως ριζικά πρίν λίγα χρόνια. Στή βόρεια ὄψη τοῦ ναοῦ εἶναι ἐντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, ἡ ὁποία ἀναφέρει τά ἑξῆς: Μέγας Δωρητής Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος Καλλέργης Δημήτριος τοῦ Κων/ντίνου καί τῆς Φλώρας. Ὁ τροῦλλος του εἶναι κυλινδρικός. Στήν πρόσοψη ὑψώνεται βαθμιδωτό, τρίτοξο, πέτρινο καμπαναριό. Στήν κύρια εἴσοδο τοῦ ναοῦ, πού βρίσκεται κάτω ἀπό τό καμπαναριό, ἀνεβαίνουμε μέ πέντε σκαλοπάτια. Τό μαρμάρινο ὑπέρθυρο αὐτῆς τῆς εἰσόδου ἔχει πλούσιο γλυπτό διάκοσμο μέ φυλλοφόρους βλαστούς. Δεύτερη εἴσοδος ὑπάρχει καί στή βόρεια ὄψη. Στό ἐσωτερικό τοῦ ναοῦ, ὅλες οἱ καμάρες εἶναι ὀξυγώνιες. Οἱ τέσσερις πεσσοί, οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τόν τροῦλλο, σχηματίζουν μέ τούς ἐξωτερικούς τοίχους, στίς τέσσερις γωνίες τοῦ ναοῦ, ἰσάριθμα διαμερίσματα, μέ κάτοψη σχεδόν τετραγωνική, τά ὁποῖα καλύπτονται μέ σταυροθόλια. Τά δύο ἀπ' αὐτά πού βρίσκονται στή βόρεια καί τή νότια παρειά τοῦ ἀνατολικοῦ τοίχου, σχηματίζουν κόγχες οἱ ὁποῖες ἐπικοινωνοῦν ἐλεύθερα μέ τό Ἱερό Βῆμα τοῦ ναοῦ. Ἔχουν καί αὐτά Ἁγία Τράπεζα καί πρόθεση. Τό βόρειο χρησιμοποιεῖται ὡς πρόθεση, ἐνῶ τό νότιο, ὡς διακονικό. Τό τέμπλο εἶναι ξυλόγλυπτο, ἐπιχρυσωμένο, πολύ καλῆς τέχνης καί ἐντυπωσιάζει τόν προσκυνητή. Στό μεγάλο κεντρικό τμῆμα του, πού ἀντιστοιχεῖ στό Ἱερό Βῆμα τοῦ κυρίως ναοῦ, ὑπάρχουν τέσσερις εἰκόνες, δύο ἀπό κάθε πλευρά τῆς Ὡραίας Πύλης, διαστ. 0,48Χ0,63μ.: Ἀριστερά τῆς Ὡραίας Πύλης: α) Παναγία τοῦ Πάθους. Εἰκόνα καλῆς τέχνης, μέ ἐπιρροή ἀπό τήν Ἰταλική Ἀναγέννηση. Ψηλά, στήν εἰκόνα, ἀριστερά καί δεξιά τῶν κεντρικῶν μορφῶν, εἰκονίζονται οἱ δύο ἀρχάγγελοι Μιχαήλ καί Γαβριήλ, μέσα σέ νέφη νά κρατοῦν τά σύμβολα τοῦ Πάθους τοῦ Χριστοῦ, τόν σταυρό, τήν λόγχη, τόν σπόγγο. Κάτω ἡ ἐπιγραφή: Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Κονσταντί ἱερέος Σκορδίλι (1) κ(αί) τῆς πρεσβυτέρ(ας) Φλορέντζας κ(αί) τοῦ τέκνου Λεφθέρι ΑΧΟΣʹ (=1676) (2). β) Ἅγ. Παντελεήμων. Γύρω ἀπό τήν κεντρική μορφή, ὑπάρχουν ὀκτώ σκηνές ἀπό τόν βίο τοῦ ἁγίου. Εἶναι καλυμμένη μέ ἀσημένια ἐπένδυση. Ἔχει τήν χρονολογία ΑΨΞΒʹ (=1762). Ἡ ἐπένδυση αὐτή ἐκάλυπτε ἀρχικά τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου πού βρισκόταν παλαιότερα στό τέμπλο καί τώρα βρίσκεται χωρίς ἐπένδυση, σέ χωριστό προσκυνητάριο, σέ ἄλλο σημεῖο τοῦ ναοῦ. Μέ τήν εἰκόνα αὐτή θά ἀσχοληθοῦμε παρακάτω. Δεξιά τῆς Ὡραίας Πύλης: α) Χριστός ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου. Κάτω ἡ ἐπιγραφή: Χείρ Ἀ. Ἠλιάδη, τήν 8 Ὀκτωβρίου 1850. καί β) Ἀποτομή τῆς κεφαλῆς τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Εἰκόνα μέτριας τέχνης. Στό κάτω μέρος ἔχει τήν ἐπιγραφή: Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ρούσσου (3) μετά τῆς συμβίας καί τῶν τέκνων. Στό πέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης, εἰκονίζεται ἡ Θεία Λειτουργία. Στό μέσον ὁ Χριστός, ὡς Μέγας Ἀρχιερεύς, περιστοιχίζεται ἀριστερά καί δεξιά ἀπό τέσσερις ἱεράρχες, δύο ἀπό τήν κάθε πλευρά. Τά βημόθυρα τῆς Ὡραίας Πύλης εἶναι ξυλόγλυπτα, ἐπιχρυσωμένα, μέ διάφορα διακοσμητικά στοιχεῖα. Πιό ψηλά, στό τέμπλο, τό δωδεκάορτο, μέ εἰκόνες καλῆς τέχνης καί ψηλότερα, ὁ σταυρός μέ τά δύο λυπηρά. Στό καθένα ἀπό τά τέμπλα πού βρίσκονται στίς κόγχες, ἀριστερά καί δεξιά τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, ὑπάρχουν ἀπό μία εἰκόνα καί ἀπό μία θύρα εἰσόδου στό Ἱερό Βῆμα. Στό τέμπλο τῆς βόρειας κόγχης, βρίσκεται ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, ἔφιππου, δρακοντοκτόνου, μέ δώδεκα σκηνές ἀπό τόν βίο καί τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου. Στή θύρα, ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, εἰκόνα λαϊκῆς τέχνης. Στό τέμπλο τῆς νότιας κόγχης ὑπάρχει μεγάλη εἰκόνα τοῦ ἰαματικοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος (0,76Χ0,94), μέ δέκα σκηνές ἀπό τό μαρτύριό του καί στή θύρα ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Κάτω ἀπό τίς ἕξι εἰκόνες τῶν τέμπλων, τοῦ κύριου ναοῦ καί τῶν κογχῶν, στά ἰσάριθμα θωράκια, εἰκονίζονται, ὁλόσωμοι, οἱ παρακάτω ἱεράρχες, ἀπό τά ἀριστερά πρός τά δεξιά: Κύριλλος, Ἑρμόλαος, Βασίλειος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Γρηγόριος καί Ἀθανάσιος. Ἡ Ἁγία Τράπεζα τοῦ ναοῦ βρίσκεται στό μέσον τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Πάνω της ὑπάρχει παλαιό ὡραῖο ξύλινο κιβώριο. Στήν κόγχη τῆς προθέσεως βλέπουμε σύγχρονη τοιχογραφία μέ τήν Ἄκρα Ταπείνωση. Σέ ἰδιαίτερο ξυλόγλυπτο εἰκονοστάσιο ὑπάρχει ἡ παλαιά εἰκόνα τοῦ ἀθλοφόρου καί ἰαματικοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος, ἐκείνη πού βρισκόταν ἄλλοτε στό τέμπλο, μέ τήν ἀσημένια ἐπένδυση, γιά τήν ὁποία ἔγινε πρωτύτερα λόγος. Ἀνήκει στά τέλη τοῦ 17ου ἤ τίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰ. Στό κάτω μέρος της ἔχει τήν ἐπιγραφή: Τό παρόν ἐλειτουργήθη δωρεάν ὑπό Μηνᾶ Κονταράτου καί ἐγένετο δι' ἐξόδων ὑπό Ἰωάννου Φ. Βελέντζα. Ὑπάρχει στό ναό καί ἄλλο ξυλόγλυπτο εἰκονοστάσιο, στό ὁποῖο βρίσκεται μεγάλη σύγχρονη εἰκόνα τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Παρίου (0,63Χ0,91), ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀναφέραμε, κατάγεται ἀπό τό χωριό αὐτό. Κάτω δεξιά ὑπάρχει ἡ ἀφιερωτική ἐπιγραφή: Δέησις ἀρχιμ. π. Νικολάου Ἀρκᾶ (4) εἰς μνήμην τῶν γονέων του Ἐμμανουήλ καί Ἐλευθερίας, καί ἀριστερά: Γ. Τριαντάφυλλος αϠξεʹ (=1965). Μέσα στό ναό ὑπάρχει καί ἕνα παλαιό προσκυνητάριο, ξυλόγλυπτο, μέ τήν εἰκόνα τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος, στό ὁποῖο ἔχει ἀποτεθεῖ μικρή λειψανοθήκη, μέ λείψανα τοῦ Ἁγ. Παντελεήμονος καί ἄλλων ἁγίων. Ἔχει τήν ἐπιγραφή: Δι' ἐξόδων Πατίστα Ἀναστασίου Ρούσσου, Ἰουλίου ιεʹ αωξθʹ (=1869). Δεξιά, στό μέσον περίπου τοῦ ναοῦ, βρίσκεται ξυλόγλυπτος ἀρχιερατικός θρόνος, σύγχρονος, μέ παλαιά ὅμως εἰκόνα τοῦ δεσπότου Χριστοῦ. Στό κάτω μέρος τῆς εἰκόνας ἡ ἐπιγραφή: Δι' ἐξόδων Ἰωάννου Φ. Βελέντζα, αωπβʹ (=1832). Ἀριστερά βρίσκεται ὁ ἄμβωνας. Εἶναι ξυλόγλυπτος, τῆς ἴδιας ἐποχῆς μέ τόν ἀρχιερατικό θρόνο. Στά τρία θωράκιά του εἰκονίζονται οἱ Εὐαγγελιστές Μᾶρκος, Λουκᾶς καί Ματθαῖος. Στό νάρθηκα, δεξιά, ὑπάρχει μέσα σέ ὑαλόφρακτη θέση, ὁ παλαιός ξυλόγλυπτος καί ἐπιχρυσωμένος ἐπιτάφιος τοῦ ναοῦ. Τό δάπεδο τοῦ ναοῦ εἶναι στρωμμένο μέ μαρμάρινες πλάκες. Ὁ ὡραῖος αὐτός ναός, μέ τά αἰγαιοπελαγίτικα ἀρχιτεκτονικά στοιχεῖα, ἔχει κηρυχθεῖ ἱστορικό διατηρητέο μνημεῖο (5). (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ) 1. Τό ἐπώνυμο Σκορδίλης τό συναντοῦμε καί σέ ἄλλες ἐπιγραφές τῆς Πάρου, ἀλλά καί σέ ἄλλα νησιά τοῦ Αἰγαίου. Ἔχει κρητική προέλευση (Ἀναστ. Ὀρλάνδου, ΑΒΜΕ, τόμ. Ιʹ, τ. 1, 1964, σελ. 71). 2. Ἀναστ. Ὀρλάνδου, ΑΒΜΕ, τόμ. Ιʹ, τ. 2, 1964, σελ. 112. 3. Τό ἐπώνυμο Ροῦσος ἤ Ροῦσσος εἶναι συνηθισμένο στίς Κυκλάδες. Στήν Πάρο τό συναντοῦμε στίς ἐπιγραφές τῶν παρεκκλησίων τοῦ Ἁγ. Ἀρτεμίου τῆς Παροικίας καί τοῦ Ἁγ. Δημητρίου τῶν Λευκῶν (Ἀναστ. Ὀρλάνδου, ΑΒΜΕ, τόμ. Ιʹ, τ. 2, 1964, σελ. 113). 4. Ὁ μακαριστός ἀρχιμανδρίτης π. Νικόλαος Ἀρκᾶς (1907 - 2002) ἦταν ἕνας σεβάσμιος ἱερομόναχος καί διαπρεπής θεολόγος. Καταγόταν ἀπό τόν οἰκισμό Μαράθι, τῆς περιφέρειας τοῦ χωριοῦ Κῶστος, τῆς Πάρου. Ὑπηρέτησε τήν Ἐκκλησία ὡς ἱεροκήρυκας καί πρωτοσύγκελλος Μητροπόλεων, ὡς πνευματικός τοῦ Ἱ. Προσκυνήματος τῆς Ἑκατονταπυλιανῆς καί, συνταξιοῦχος πιά, ὡς ἐφημέριος τοῦ μικροῦ χωριοῦ Ἀγγεριά τῆς Πάρου καί τοῦ Γηροκομείου τῆς Σύρου, στό ὁποῖο προσέφερε τίς ὑπηρεσίες του καί ὡς πνευματικός, μέχρι τόν θάνατό του. Ἦταν πολυγραφώτατος καί ὠφέλησε πολύ μέ τά θρησκευτικά, παιδαγωγικά, κοινωνικά, ἀκόμα καί λογοτεχνικά ἔργα του, τά πνευματικά του παιδιά καί γενικά τούς ἀναγνῶστες του. Ἦταν ὁ πρῶτος πού ἄρχισε τήν προσπάθεια καί συνέχισε, μέχρι πού δικαιώθηκε, τόν ἀγώνα γιά τήν ἁγιοποίηση τοῦ παρεξηγημένου συμπατριώτη του Διδασκάλου τοῦ Γένους Ἀθανασίου Τουλίου, τοῦ μετέπειτα Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Παρίου. Ἀπέθανε σέ βαθύ γῆρας στή Σῦρο, ἐτάφη ὅμως στή μονή Λογγοβάρδας τῆς Πάρου, τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἀδελφός. Καταξιώθηκε στίς συνειδήσεις καί τίς ψυχές τῶν Παρίων ὡς πρότυπο ἱερωμένου, παιδαγωγοῦ καί πνευματικοῦ. 5. ΦΕΚ 426/Β/3 - 7 - 1992. Πολλές εὐχαριστίες ἀπευθύνω στόν ἐφημέριο τοῦ ναοῦ, αἰδεσ. π. Νικόλαο Ἀνουσάκη, γιά τήν μεγάλη βοήθεια πού μοῦ πρόσφερε, κατά τήν μελέτη τῶν ναῶν τοῦ Κώστου.





Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 128 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ