Paros_52.

 

Σέ ἐπαφή μέ τήν νοτιοδυτική μεσαιωνική πύλη (βόλτο) τοῦ Καστελλίου τῆς Νάουσας, εἶναι κτισμένο τό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγ. Νικολάου, τό ὁποῖο εἶναι γνωστό μέ τήν προσωνυμία: τοῦ Μοστράτου (1). Τό παρεκκλήσιο αὐτό, πού ἦταν κάποτε ἐνοριακός ναός, εἶναι μονόκλιτη βασιλική, καμαροσκέπαστη, μέ ἐπιπεδόστεγο νάρθηκα. Ἡ πρόσοψή του εἶναι λιτή καί κοσμεῖται ἀπό ἕνα κομψό, μαρμάρινο, ἀρθρωτό, δίτοξο καμπαναριό, ἀπό τά ὡραιότερα καμπαναριά τοῦ νησιοῦ. Στό παρεκκλήσιο ἀνήκει καί ἕνα μικρό δωμάτιο, τό ὁποῖο βρίσκεται πάνω ἀπό τόν γυναικωνίτη του καί εἶναι ἀνεξάρτητο ἀπ' αὐτόν. Ἡ εἴσοδος τοῦ παρεκκλησίου βρίσκεται στή βόρεια ὄψη του. Στό μαρμάρινο ὑπέρθυρό της (1,18Χ0,40) εἶναι χαραγμένος ἀνάγλυφος σταυρός, μέσα σέ διακοσμητικό κύκλο, μέ τίς συντομογραφίες: Ι, ΧΡ, Ν, Κ (2) καί τήν χρονολογία 1712. Τό τέμπλο τοῦ παρεκκλησίου εἶναι ξυλόγλυπτο, ἐπιχρυσωμένο, βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, μέ ἔντονα στοιχεῖα τῆς βενετσιάνικης ἀναγεννήσεως, πολύ καλῆς τέχνης. Οἱ εἰκόνες πού βρίσκονται σ' αὐτό, φτιαγμένες ἀπό ἀξιόλογους ἁγιογράφους, εἶναι ἀφιέρωμα τῶν Καράντζα, παλαιᾶς οἰκογένειας τῆς Νάουσας καί εἶναι οἱ ἑξῆς: α) Ὁ Χριστός (0,70Χ0,90), μέ πολλές χρυσοκονδυλιές. β) Ἡ Παναγία Ὁδηγήτρια (0,70Χ0,90). καί γ) Ὁ Ἅγ. Νικόλαος (0,65Χ0,88), εἰκόνα νεώτερη ἀπό τίς ἄλλες, ἁγιορείτικης τέχνης, ἀφιέρωμα τοῦ ἱερέα Ἰωάννη Ἀγούρου (3), ὁ ὁποῖος ἦταν ἰδιοκτήτης καί ἐφημέριος τοῦ ναοῦ στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰ. Ἡ σχετική ἀφιερωτική ἐπιγραφή πού εἶναι γραμμένη μέ μελάνη, στό πίσω μέρος τῆς εἰκόνας, ἀναφέρει τά ἑξῆς: Ἡ εἰκών αὐτή κατά παραγγελίαν ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ Ἰωάννου ἱερέως Ἀγούρου, ζωγραφηθεῖσα διά δαπάνης μου ἰδίου δρχ. 65 ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει, ἐμετακομίσθη ἐνταῦθα κατά τό 1847, Μαΐου 7 (4). Στά θωράκια τῶν εἰκόνων τοῦ τέμπλου, βλέπουμε ζωγραφισμένες τίς παρακάτω σκηνές ἀπό τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη: 1) ἡ θυσία τοῦ Ἀβραάμ 2) ἡ ἐξορία τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀπό τόν παράδεισο καί 3) Ἡ σφαγή τῶν νηπίων ἀπό τόν Ἡρώδη. Στό πέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης, εἶναι ζωγραφισμένη συμβολική παράσταση τοῦ Κυρίου, μέσα στό Ἅγιο Ποτήριο, μέ τόν τίτλο: Ἄρτος τῆς Ζωῆς. Κάτω, ἀριστερά καί δεξιά, ὁ ἅγ. Βασίλειος καί ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Πιό κάτω, ἡ ἀφιερωτική ἐπιγραφή: Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Ἐμμανουήλ Καράντζα καί τῆς συμβίας, 1774. Στά βημόθυρα τῆς Ὡραίας Πύλης εἶναι ζωγραφισμένες μικρές εἰκόνες, σέ τρεῖς ζῶνες: Στήν ἐπάνω ζώνη ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου, στή μεσαία οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος, καί στήν κάτω ζώνη, τέσσερις ἱεράρχες, ἀνά δύο στό κάθε βημόθυρο: στό ἀριστερό ὁ ἅγ. Ἀθανάσιος καί ὁ ἅγ. Βασίλειος, καί στό δεξιό ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος καί ὁ ἅγ. Γρηγόριος. Στό μαρμαροστρωμένο δάπεδο ὑπάρχουν ἐννέα ἐπιτύμβιες πλάκες. Ἀπ' αὐτές, ἡ πλάκα πού πιθανώτατα καλύπτει τόν τάφο τοῦ κτήτορα, βρίσκεται στό κέντρο τοῦ δαπέδου καί ἔχει ἀνάγλυφη παράσταση μέ τόν δικέφαλο ἀετό. Τό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγ. Νικολάου τοῦ Μοστράτου στέγαζε μέχρι πρίν λίγα χρόνια τήν Συλλογή Βυζαντινῶν Εἰκόνων καί Κειμηλίων, τῆς Νάουσας. Ἡ συλλογή αὐτή ἔχει μεταφερθεῖ σέ ἀνακαινισμένα κελλιά τῆς παλαιᾶς μονῆς τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου, στή δυτική εἴσοδο τῆς κωμοπόλεως αὐτῆς. Τό παρεκκλήσιο ἔχει κηρυχθεῖ ἱστορικό διατηρητέο μνημεῖο (5). (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ) 1. Ὁ πρῶτος γνωστός ἀπό τίς ὑπάρχουσες πηγές, ἰδιοκτήτης τοῦ παρεκκλησίου, ἦταν ὁ ἱερέας Ἰωάννης Ἄγουρος, στόν ὁποῖο ἀναφέρεται ἡ παρακάτω, ὑπ' ἀριθ. 3, σημείωση. Μετά ἀπ' αὐτόν, ἰδιοκτήτης καί ἐφημέριος ἔγινε ὁ π. Κων/νος Κονταρίνης, συγγενής τοῦ προκατόχου του, τόν ὁποῖο διαδέχθηκε ὁ ἱερέας Ἐμμανουήλ Σφαέλος. Μετά τήν ἐκδημία του, μέ σύμφωνη γνώμη τῶν ἄλλων μελῶν τῆς οἰκογένειας Σφαέλου, ἡ κυριότητα τοῦ παρεκκλησίου περιῆλθε στόν ἱερέα Ἀντώνιο Μοστρᾶτο, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαβε τό παρεκκλήσιο τήν σχετική προσωνυμία του. Τελικά παραχωρήθηκε στόν ἐνοριακό ναό τῆς Παναγίας Φανερωμένης, τῆς Νάουσας, στόν ὁποῖο ἀπό τότε ἀνήκει. 2. Ι, ΧΡ, Ν, Κ = Ἰησοῦς Χριστός Νικᾶ. 3. Ὁ ἱερέας Ἰωάννης Ἄγουρος γεννήθηκε στό χωριό Δραγουλᾶς τῆς Πάρου (σημερινό ὄνομα: Πρόδρομος) καί ἦταν ἀρχικά ἐφημέριος αὐτοῦ τοῦ παρεκκλησίου. Τό 1865, ὅταν ἀπεβίωσε ἡ πρεσβυτέρα του, πῆγε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἀπό ἐκεῖ στή Μονή Λογγοβάρδας, στήν ὁποία ἐκάρη μοναχός, μέ τό ὄνομα Ἰωακείμ. Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς Ἱερόθεος Αʹ Βοσινιώτης παραχώρησε, τιμῆς ἕνεκεν, τήν ἡγουμενία τῆς μονῆς στόν π. Ἰωακείμ, τήν ὁποία καί διατήρησε μέχρι τήν κοίμησή του, τό ἔτος 1868. Ἦταν φωτισμένος ἱερομόναχος, ταπεινός καί ἐργατικός, πιστός τηρητής τῶν κανόνων τῆς κοινοβιακῆς μοναχικῆς ζωῆς. Μετά τήν ἐκδημία του, ἡ ἡγουμενία τῆς μονῆς περιῆλθε καί πάλι στον Ἱερόθεο τόν Αʹ. Ἐγκαταλείποντας αὐτόν τόν κόσμο, ὁ π. Ἰωακείμ, ἄφησε μνήμη ἀγαθή, ἄξια γιά μίμηση. 4. Παναγ. Μαθιόπουλου, Ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Νάουσα, Παριανά, 2000, τ. 76, σελ. 51. Ὁ Παναγιώτης Μαθιόπουλος (1917 - 1971), ἐπιφανής ζωγράφος καί χαράκτης, εἶχε ὑψηλό ἦθος καί χριστιανικές ἀρετές. Ἀγαποῦσε μέ πάθος τήν Πάρο καί περισσότερο τή Νάουσα, ἰδιαίτερη πατρίδα τῆς μητέρας του. Εἶχε ἐκδώσει τό βιβλίο "Πάρος, ἕνα ἱστορικό νησί στήν καρδιά τοῦ Αἰγαίου" (1963) καί ἦταν ἕνας ἀπό τούς δημιουργούς τῆς Συλλογῆς Βυζαντινῶν Εἰκόνων καί Κειμηλίων τῆς Νάουσας, ἡ ὁποία εἶχε ἀρχικά στεγασθεῖ στό παρεκκλήσιο τοῦ Ἁγ. Νικολάου τοῦ Μοστράτου, γιά τό ὁποῖο γίνεται λόγος καί ἀργότερα, ὅπως ἀναφέραμε, σέ ἀνακαινισμένα κελλιά τῆς παλαιᾶς μονῆς τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου τῆς Νάουσας. Τό μεγάλο ἐνδιαφέρον του γιά τήν Πάρο ἐκδηλώθηκε, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί μέ τά ζωγραφικά του ἔργα, πού πολλά ἀπ' αὐτά εἶχαν παριανά θέματα. Σ' ὅλη τήν σύντομη ζωή του ἀγωνίσθηκε γιά νά διατηρηθεῖ στήν Πάρο ἡ πολιτιστική της κληρονομιά. Ὁ πρόωρος θάνατός του, σέ ἡλικία μόλις 54 ἐτῶν, στέρησε τήν Πάρο ἀπό ὅσα εἶχε νά προσφέρει σ' αὐτήν ὡς καλλιτέχνης καί ὡς πνευματικός ἄνθρωπος. Ἔστω καί καθυστερημένα, τό Δημοτικό Διαμέρισμα τῆς Νάουσας ἀποφάσισε πρόσφατα νά τιμήσει τή μνήμη του, ὀνομάζοντας τήν αἴθουσα πολλαπλῶν χρήσεων τοῦ Γυμνασίου του: "Αἴθουσα Παναγιώτη Μαθιόπουλου". 5. ΦΕΚ 175/Β/26 - 3 - 1966.





Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 183 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ