Δίκλιτη βασιλική, τό καθολικό παλαιᾶς μικρῆς μονῆς, πού βρίσκεται στή συνοι¬κία Θολάκια, στό ἀνατολικό ἄκρο τῆς πυκνοδομημένης περιοχῆς τῆς Παροικίας. Τό ἕνα κλῖτος, τό βόρειο, τιμᾶ τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, ἐνῶ τό νότιο, τήν μνήμη τοῦ Προφήτη Ἠλία. Ὅπως προκύπτει ἀπό τίς ὑπάρχουσες πηγές(1), ὁ ναός αὐτός ἦταν ἀρχικά ἕνα ἁπλό μονόχωρο παρεκκλήσιο. Ἰδιοκτήτης του ἦταν ὁ Ἀγγελέτος Καζανόβας(2), ὁ ὁποῖος, τό ἔτος 1578, τό ἀφιέρωσε μαζί μέ διάφορα κτήματα, στή μονή τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, τῆς Πάτμου. Ὁ ἱερομόναχος Φιλόθεος Καζανόβας, γιός τοῦ Ἀγγελέτου, πρόσθεσε στό παρεκκλήσιο τό δεύτερο κλῖτος, τό 1612 καί τό ἀφιέρωσε στόν Ἅγ. Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ παρακάτω ἐπιγραφή πού εἶναι σκαλισμένη στό μαρμάρινο ὑπέρθυρό του: 16 Πρ(ό)δ - (ρο)μος 12 Ἕνα ἔτος ἀργότερα, ὁ ἴδιος ἱερομόναχος ἔκτισε καί τά κελλιά τῆς μονῆς. Αὐτό ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τήν παρακάτω ἐπιγραφή, πού βρέθηκε χαραγμένη στό ὑπέρθυρο ἑνός ἀπ' αὐτά: 1 6 1 3 +Φιλόθεος ἱερομόναχος Καζανόβ(ας) (3) Σέ σιγίλλιο τοῦ ἔτους 1624, ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινου¬πόλεως Κύριλλος Α´ Λούκαρις ἀναφέρει τήν μονή αὐτή ὡς μετόχιο τῆς μονῆς τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου τῆς Πάτμου. Τό ἔτος 1738, ὁ ἱερομόναχος Παρθένιος συντάσσει τό ἀβαντάριο(4) τῶν πραγμάτων τῆς μονῆς καί λίγα χρόνια ἀργότερα, τό ἔτος 1743, ὁ ἱερομόναχος Ἀθανάσιος περιγράφει τή μονή μέ τά παρακάτω χαρακτηριστικά λόγια: "Τό μετόχιον τῆς Εὐαγγελίστριας εἰς τήν Παροικίαν. Μοναστήριον περιτειχισμένον σύμπλεον εἰς τά ὀσπίτια τῆς Χώρας, μέ δύο ἐκκλησίες μέσα, θόλοι· κελλιά ἀπάνω καί κάτω· ἐκ πλαγίου φοῦρνος καί πηγάδι· καμπαναρίον εὔμορφον μέ μίαν καμπάναν(5)..." Ἀπό τόν 18ο αἰ., τό κλῖτος πού ἀρχικά εἶχε ἀφιερωθεῖ στόν Ἅγ. Ἰωάννη τόν Πρόδρομο, καθιερώθηκε νά τιμᾶται στό ὄνομα τοῦ Προφήτη Ἠλία. Αὐτό ἰσχύει μέχρι σήμερα. Ἐπίτροποι τῆς μονῆς διετέλεσαν ἐπιφανεῖς Παριανοί, μεταξύ τῶν ὁποίων ὁ ἄρχων Μαυρογένης κύριος Πετράκης Μάτζας καί ἀργότερα ὁ γιός του Μᾶρκος Μάτζας Μαυρογένης (6). Τό ἔτος 1827, οἱ πρόκριτοι τῆς Παροικίας ἐνοικίασαν τά κελλιά τῆς μονῆς γιά νά στεγάσουν τήν Κοινή Σχολή τους (Ἑλληνικό καί Ἀλληλοδιδακτικό Σχολεῖο) (7). Ἡ μονή ἐπέζησε μέχρι τό ἔτος 1881. Ἀπό τότε ἄρχισε ἡ παρακμή καί ἀργότερα ἡ ἐρήμωσή της. Σήμερα σώζονται μόνον ὁ δίκλιτος ναός καί ἡ εὐρύχωρη αὐλή του. Στή δυτική πλευρά τῆς αὐλῆς ὑπάρχει ἕνα σύγχρονο, μικρό, κτιστό καμπαναριό. Τά δύο κλίτη τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ παρεκκλησίου διακρίνονται μεταξύ τους ἀπό δύο καμάρες, οἱ ὁποῖες στηρίζονται σέ μαρμάρινο μικρό κίονα μέ κιονόκρανο, πού βρίσκεται στή μέση του παρεκκλησίου. Μόνον οἱ ἀψίδες τῶν δύο Ἱερῶν χωρίζονται ἐντελῶς μεταξύ τους, μέ ὁλόσωμο τυφλό τοῖχο. Καί τά δύο κλίτη στεγάζονται μέ ψευδόθολους. Στό παρεκκλήσιο τῆς Εὐαγγελίστριας, ἡ Ἁγία Τράπεζα βρίσκεται στή μέση τοῦ Ἁγίου Βήματος καί στηρίζεται σέ δύο κορμούς ἀπό ἀρχαῖες μαρμάρινες κολῶνες. Στό ἁπλό ξύλινο τέμπλο του ὑπάρχουν τρεῖς εἰκόνες: α) Ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου (0,44Χ0,68). Εἰκόνα καλῆς τέχνης, τοῦ τέλους τοῦ 17ου ἤ τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰ. β) Ὁ Παντοκράτωρ (0,57Χ0,68). Εἰκόνα πολύ νεώτερη ἀπό τήν προηγούμενη καί μέτριας τέχνης. Στό ἀνοικτό Εὐαγγέλιο πού κρατᾶ στά χέρια του ὁ Χριστός, σημειώνεται κάτω ἀπό τό κείμενο ὁ ἀφιερωτής τῆς εἰκόνας: Ἐζωγραφίσθη ἡ παροῦσα εἰκών τῇ ἐπιμελείᾳ καί συνεργίᾳ Μιχαήλ Δ. Πρωτοδίκου, ᾳωοη´(=1878). γ) Ἡ Βάπτισις τοῦ Χριστοῦ (0,57Χ0,68). Εἰκόνα τῆς ἴδιας τεχνοτροπίας καί τῆς ἴδιας ἐποχῆς μέ τήν προηγούμενη, τοῦ Παντοκράτορα. Στό μικροτέρου πλάτους παρεκκλήσιο τοῦ Προφήτη Ἠλία, ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι στό βάθος τῆς ἀψίδας τοῦ Ἱεροῦ Βήματος και σχηματίζεται ἀπό ἀρχαία μαρμάρινη πλάκα. Στό ἁπλό ξύλινο τέμπλο του ὑπάρχουν μόνον δύο μικρές εἰκόνες, διαστάσεων 0,33Χ0,38μ.: α) Ἡ Παναγία, τοῦ τύπου τῆς Ἐλεούσας, δεξιοκρατούσας τόν Χριστό. καί β) Ὁ Προφήτης Ἠλίας, μέσα σέ σπήλαιο. Καί οἱ δύο αὐτές εἰκόνες εἶναι καλῆς τέχνης καί χρονολογοῦνται, πιθανῶς, στόν 18ο αἰ. Ἀπό τίς ἄλλες εἰκόνες πού βρίσκονται ἀναρτημένες στούς τοίχους καί τῶν δύο παρεκκλησίων, ξεχωρίζουμε μιά παλαιά εἰκόνα (0,45Χ0,56), στήν ὁποία ἔχουν φιλοτεχνηθεῖ τέσσερα θέματα. Ἐπάνω: Ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Θεοτόκου καί πιθανώτατα ἡ Ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου - ἕνα τμῆμα τῆς εἰκόνας ἔχει καταστραφεῖ - καί κάτω: Ἡ Σταύρωσις τοῦ Χριστοῦ καί ὁ Ἅγ. Δημήτριος. Ἡ εἰκόνα αὐτή πρέπει νά εἶναι τοῦ 17ου αἰ., εἶναι καλῆς τέχνης, ἔχει ὅμως ὑποστεῖ μεγάλη φθορά. Ἡ μονή τῆς Εὐαγγελίστριας δέν ὑπάρχει πιά. Τό καθολικό της, ὅμως, ἐξακολουθεῖ νά παραμένει ἀλώβητο, περιποιημένο, καθαρό. Προβάλλει μέσα ἀπό τήν ἀχλύ τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος του, σάν ἕνα ἀπό τά σεβάσματα τῆς λατρείας τῶν προγόνων μας, τά ὁποῖα ἔχουμε καθῆκον νά συντηροῦμε καί νά τιμοῦμε, γιά νά μή χαθοῦν στή λήθη καί στή φθορά τοῦ πανδαμάτορα χρόνου. Τό Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ τό ἔχει κηρύξει ἱστορικό διατηρητέο μνημεῖο(7). (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ) 1. 56 ἔγγραφα τῆς μονῆς Πάτμου, τῶν ἐτῶν 1578 - 1881 (Παριανά, τ. 54, 1994, σελ. 143). 2. Ἡ οἰκογένεια Καζανόβα εἶναι ἀπό τίς παλαιότερες καί πλουσιότερες οἰκογένειες τῆς Πάρου. Τό ἀρχοντικό ἑνός ἀπό τά μέλη της πού ζοῦσε στήν Παροικία, τόν 17ο αἰ., σώζεται μέχρι σήμερα, στή συνοικία Κάστρο τῆς Παροικίας καί ἀνήκει στούς κληρονόμους τῆς Ἀδριανῆς Δρακάκη - Παντζῆ. Στό ὑπέρθυρο τῆς εἰσόδου τῆς αὐλῆς τοῦ ἀρχοντικοῦ, πού βρίσκεται στήν πίσω πλευρά του, ὑπάρχει τό οἰκόσημο τῆς οἰκογένειας - ἕνα ὄρθιο λιοντάρι πού ἀναρριχᾶται σέ δένδρο - καί ἡ ἐπιγραφή: Ἀγγ(ε)λ(ος) Κ(α)ζ(α)ν(όβας) 16 - 14. (Ἀνάτ. Ὀρλάνδου ΑΒΜΕ, τομ. Ι, τ. 1, 1964, σελ. 4 - Νικ. Χ. Ἀλιπράντη, Παριανά Μελετήματα, τόμ. Α΄, 2003, σελ. 112). Ἐπίσης ἀναφέρουμε ὅτι μία ἀγροτική περιοχή πού βρίσκεται σέ μικρή ἀπόσταση, βόρεια τῆς Παροικίας, ὀνομάζεται μέχρι σήμερα Καζανόβας. 3. Ἀναστ. Ὀρλάνδου, ΑΒΜΕ, τομ. Θ΄, τ. 2, 1961, σελ. 198. 4. Κατάλογος περιουσιακῶν στοιχείων. 5. Νικ. Χ. Ἀλιπράντη, Ἡ Εὐαγγελίστρια τῆς Παροικίας, μετόχιο τῆς μονῆς Ἁγ. Ἰωάννου Θεολόγου τῆς Πάτμου στήν Πάρο, Παριανά, τ. 54, 1994, σελ. 147. 6. Ὁ Πετράκης Μάτζας Μαυρογένης ἦταν ἕνα ἀπό τά σημαίνοντα μέλη τῆς ἱστορικῆς οἰκογένειας Μαυρογένη πού εἶχε ἀναδείξει μεγάλες προσωπικότητες κατά τόν 18ο καί τόν 19ο αἰ. Τό ἴδιο καί ὁ γιός του Μᾶρκος Μάτζα Μαυρογένης. 7. Νικ. Χ. Ἀλιπράντη, Ἡ Εὐαγγελίστρια τῆς Παροικίας κ.λπ., ὅ.π. σελ. 151 - Γεν. Ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, ἀριθ. 218, φ. 57, R – V, νοταριακός κώδικας τῆς Πάρου, Περί ἐνοικιάσεως τοῦ μετοχίου τῆς Πάτμου, εἰς τήν Κοινήν Σχολήν τῆς Παροικιᾶς. 8. ΦΕΚ 209/Β/17-03-1989 καί 426/Β/3-7-1992.





Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 236 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ