Paros_11

 

Μονόκλιτη, καμαροσκεπής βασιλική, στήν Κάτω Πόρτα τοῦ Κάστρου. Ὁ νάρθηκας εἶναι ἐπιπεδόστεγος καί πολύ χαμηλότερος ἀπό τό παρεκκλήσιο, ἐπικοινωνεῖ δέ μέ αὐτό μέ μεγάλη ἀψίδα. Τό μονότοξο, πέτρινο, κτιστό καμπαναριό βρίσκεται στό νότιο τοῖχο, μεταξύ τοῦ παρεκκλησίου καί τοῦ μεταγενέστερου νάρθηκα. Ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι σκαμμένη στόν βόρειο τοῖχο. Τό παρεκκλήσιο ἔχει δύο εἰσόδους. Μία στήν ἀνατολική ὄψη, πού ὁδηγεῖ κατ' εὐθείαν σ' αὐτό καί μία δεύτερη στή νότια ὄψη, στό νάρθηκα. Ἔχει ὡραῖο ξυλόγλυπτο ἀλλά ἀχρύσωτο τέμπλο. Χρυσωμένα εἶναι μόνο τό τμῆμα του πού ἀντιστοιχεῖ στήν Ὡραία Πύλη, καθώς καί ὁ Σταυρός καί τά δύο λυπηρά, ἡ Παρθένος καί ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, πού στηρίζονται σέ δύο ξυλόγλυπτους δράκοντες, δεξιά καί ἀριστερά τοῦ Σταυροῦ. Δωδεκάορτο δέν ὑπάρχει. Στή θέση του βλέπουμε δώδεκα μικρές εἰκόνες τῶν Ἀποστόλων σέ προτομή. Ἐντύπωση μᾶς προκαλοῦν οἱ τέσσερις, μεγάλων διαστάσεων καί καλῆς τέχνης, εἰκόνες (0,67Χ0,96), οἱ ὁποῖες βρίσκονται, ἀνά δύο, δεξιά καί ἀριστερά τῆς Ὡραίας Πύλης. Οἱ εἰκόνες αὐτές εἶναι οἱ ἑξῆς: α) Χριστός, σέ προτομή. Στό κάτω μέρος τῆς εἰκόνας, ἡ ἐπιγραφή: Δέησις τοῦ δούλου Θ(εο) Ἰω(άννου) ἱερέως Καριστινοῦ χωρεπισκόπου. Εἶναι ὁ ἴδιος χωρεπίσκοπος πού ἀναφέρεται καί στήν κτητορική ἐπιγραφή τοῦ ὑπέρθυρου τοῦ παρεκκλησίου. Γι' αὐτό τό λόγο, ἡ εἰκόνα πρέπει νά χρονολογηθεῖ στά τέλη τοῦ 17ου αἰ. β) Παναγία, τύπου Ὁδηγήτριας, μέ τήν ἐπιγραφή: Ἡ ἐγγυήτρια τῶν ἁμαρτωλῶν. Εἶναι σύγχρονη μέ τήν προηγούμενη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. γ) Ἅγ. Ἀθανάσιος ὁ Ἀλεξανδρεύς καί Ἅγ. Ἰάκωβος ὁ Πέρσης, στό δεξιό ἄκρο τοῦ τέμπλου. Οἱ δύο ἱεράρχες εἰκονίζονται μαζί, ὁλόσωμοι, ὁ πρῶτος μέ τήν ἀρχιερατική στολή τῆς ἐποχῆς του καί ὁ δεύτερος μέ καφτάνι. δ) Ἅγ. Κύριλλος ὁ Ἀλεξανδρείας καί Ἅγ. Σπυρίδων, στό ἀριστερό ἄκρο τοῦ τέμπλου. Καί οἱ δύο ἱεράρχες εἰκονίζονται μαζί, ὁλόσωμοι, μέ ἀρχιερατική στολή. Στίς ποδιές καί τῶν τεσσάρων εἰκόνων τοῦ τέμπλου εἰκονίζονται μέσα σέ πυκνό διάκοσμο, ἀπό ἕνας ἄγγελος πού κρατεῖ δέσμη φύλλων. Στό ξύλινο πέτασμα τῆς Ὡραίας Πύλης (0,86Χ1,10) εἰκονίζεται ὁ Χριστός, πού εὐλογεῖ, ἀνάμεσα σέ τέσσερις ἱεράρχες: τόν Γρηγόριο, τόν Χρυσόστομο, τόν Ἀθανάσιο καί τόν Βασίλειο. Ἔχει τήν ἐπιγραφή: Δέησις τοῦ δούλου Ἀντωνίου Σκυφιάνου (2). Εἶναι εἰκόνα τοῦ τέλους τοῦ 18ου αἰ. Στά βημόθυρα, τέλος, τῆς Ὡραίας Πύλης παρατηροῦμε κάτω ἀπό ὡραῖο διάκοσμο τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου. Τό παρεκκλήσιο αὐτό ἀνακαινίσθηκε στή δεκαετία τοῦ 1990. Ἔχει ἀνακηρυχθεῖ ἱστορικό διατηρητέο μνημεῖο (3). (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ) 1. Ὁ χωρεπίσκοπος Ἰωάννης Καρυστινός ἀναφέρεται σέ δύο ἔγγραφα, τοῦ 1691 καί τοῦ 1695 (Περ. Ζερλένη, Περί σωματεμπορίας, περ. Παρνασσός, 1968, σελ. 248 - 249. Ἀναστ. Ὀρλάνδου, ΑΒΜΕ, τόμ. Θ', τ. 2, 1961, σελ. 201). 2. Τό ἐπώνυμο Σκυφιάνος συναντᾶται ἐπανειλημμένα στόν νοταριακό κώδικα τῆς Πάτμου, μεταξύ τῶν ἐτῶν 1724 - 1742 (Ἀναστ. Ὀρλάνδου, ΑΒΜΕ, τόμ. Ι', τ. 1, 1964, σελ. 86). 3. ΦΕΚ 209/Β/17-3-1989 καί 426/Β/3-7-1992.

 



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 276 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ