Εκτύπωση

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή Στ’ Ματθαίου

(1 Αυγούστου 2021)

 

Αμαρτία: η πνευματική παραλυσία

Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αδελφοί μου, γίνεται μία σαφής σύνδεση της έννοιας της σωματικής παράλυσης με την αμαρτία. Οδηγούν ενώπιον του Χριστού έναν παραλυτικό και Εκείνος, διαβλέποντας την εσωτερική του πίστη, αντί να τον θεραπεύσει ευθύς εξαρχής, τού συγχωρεί τις αμαρτίες. Και αναρωτιέται κανείς, ποιά σχέση μπορεί να έχει το γεγονός της σωματικής παράλυσης με το γεγονός της αμαρτίας;

Ας δούμε, όμως, τί είναι παράλυση; Είναι μία εσωτερική σωματική διεργασία που διαβρώνει σταδιακά τα μέλη του ανθρώπινου σώματος, με πολύ πόνο, με πολύ βάσανο, οδηγώντας το, τελικά, στο θάνατο. Η αμαρτία, κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, είναι μία αντίστοιχη κατάσταση, σε πνευματικό επίπεδο. Και αυτή δρα εσωτερικά και διαβρωτικά.

Διαβρώνει, καταρχάς, το θρησκευτικό συναίσθημα του ανθρώπου, καθότι η αμαρτία σημαίνει αποκοπή από το θέλημα του Θεού, παραβίαση των εντολών του Θεού. Σε τελική ανάλυση, σημαίνει απομάκρυνση από τον ίδιο το Θεό, καταστροφή της σχέσης αγαπητικής εξάρτησης και πνευματικής επικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό. Αυτό είναι η αμαρτία. Και αυτό το πρώτο στάδιο της εσωτερικής διάβρωσης έχει ως συνέπεια ν’ ακολουθήσουν κι άλλα στάδια εσωτερικής αποσύνθεσης, λόγω της αμαρτίας, όπως π.χ. το ηθικό. Η αμαρτία διαβρώνει τον άνθρωπο και ηθικά. Τον κάνει να πιστεύει ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ηθική αναστολή, δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη σε πράξεις και λόγους, δεν υπάρχει τίποτα το οποίο ν’ αναστέλλει την επικυριαρχία των παθών επάνω του. Έτσι, ο άνθρωπος γίνεται υποχείριο των παθών του, κυριαρχείται και κατευθύνεται απ’ αυτά, αντί ο ίδιος να τα κατευθύνει και εξουσιάζει.

Η διαβρωτική εργασία της αμαρτίας δρα και σε κοινωνικό επίπεδο. Ο άνθρωπος που ζει μη αντιστεκόμενος στο πνεύμα της αμαρτίας, γίνεται και αντικοινωνικός. Απομονώνεται. Έχει μία λανθάνουσα και λανθασμένη εσωστρέφεια. Αδιαφορεί για το τί συμβαίνει γύρω του. Ζει μόνο για τον εαυτό του. Δε νοιάζεται για τον πόνο, την οδύνη, τα προβλήματα των ανθρώπων της διπλανής, ενδεχομένως, πόρτας. Γίνεται, σταδιακά, απάνθρωπος και βιώνει την μοναξιά στην κακή της εκδοχή, που σημαίνει αντικοινωνικότητα και δε συμβάλλει στην απαραίτητη πνευματική εσωστρέφεια.

Απέναντι στην διαβρωτική αυτή εργασία που επιτελεί η αμαρτία στον άνθρωπο, η Εκκλησία κηρύττει, διαχρονικά, το κήρυγμα της μετάνοιας. Κηρύττει πόλεμο απέναντι στην αμαρτία και καλεί σε μετάνοια. Πώς αντιδρά το πνεύμα του κόσμου σ’ αυτή την πρόσκληση, κυρίως στις μέρες μας; Το πνεύμα του κόσμου ισχυρίζεται ότι η Εκκλησία χρησιμοποιεί την αμαρτία ως φόβητρο, προκειμένου να ποδηγετεί, πνευματικά, τους ανθρώπους, να τους τρομοκρατεί κι έτσι να τους κρατά μαντρωμένους, όπως ο βοσκός τα πρόβατα στο ποιμνιοστάσιο. Δηλ. η Εκκλησία εφηύρε, κατασκεύασε, εκ του μη όντος, την έννοια της αμαρτίας, ακριβώς για να μπορεί να κυριαρχεί επί των ανθρώπων, να τους χρησιμοποιεί και να τους εκμεταλλεύεται. Αυτή είναι η άποψη του κόσμου σήμερα. Τί δείχνει, όμως, αυτή η στάση; Δείχνει μάλλον αδυναμία, παρά δύναμη. Αποκαλύπτει ότι το κοσμικό πνεύμα, που θέλει και τείνει να καταλάβει τους ανθρώπους, ακριβώς επειδή δε μπορεί ν’ αντισταθεί στην αμαρτία, συμβιβάζεται μ’ αυτήν. Ακριβώς επειδή δε μπορεί να την αντιμετωπίσει, την αμνηστεύει κι έτσι θέλει να πιστεύει ότι είναι εντάξει, ότι δεν υπάρχει κίνδυνος, μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, χωρίς να υπάρχει, όχι ο φόβος της τιμωρίας - όπως το πνεύμα του κόσμου πάλι κατηγορεί την Εκκλησία ότι χρησιμοποιεί - αλλά ο κίνδυνος της αυτοκαταστροφής. Και αυτό, ουσιαστικά, οδηγεί στην πνευματική αυτοκτονία.

Το κήρυγμα της μετάνοιας, αγαπητοί μου, για την Εκκλησία είναι κήρυγμα ελευθερίας, αποδέσμευσης του ανθρώπου από τον εύκολο δρόμο της αυταπάτης. Είναι κήρυγμα επανάκτησης του αγαθού της αυτοκυριαρχίας και της αυτογνωσίας. Αυτή η διαδικασία της αυτογνωσίας είναι η μόνη οδός που μπορεί να ελκύσει επάνω μας τη χάρη του Θεού, ενός Θεού, ο Οποίος, όπως τότε, στους παραλυτικούς των Ευαγγελικών περικοπών θα έλθει ξανά, θα μάς προσεγγίσει και πάλι, επειδή εμείς Τον καλέσαμε και, εκτιμώντας το βάθος και την ειλικρίνεια της μετανοίας μας, θα ξαναπεί στον καθένα μας: Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου[1]. ΑΜΗΝ!

 

 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή Ζ’ Ματθαίου

(8 Αυγούστου 2021)

 

Ο φαρισαϊσμός

Έχουμε μιλήσει και άλλοτε, αγαπητοί μου, για την αλαζονική και υποκριτική στάση των Φαρισαίων, του θρησκευτικού δηλ. κατεστημένου της εποχής του Χριστού, έναντι του Θεανθρώπου. Θα επανέλθουμε στα θλιβερά πρόσωπά τους, γιατί, στο σημερινό Ευαγγελικό απόσπασμα, ξεπερνούν κάθε προηγούμενο κακότητας και συκοφαντίας έναντι του Κυρίου.

Ο Χριστός συναντά δύο άνδρες τυφλούς, οι οποίοι ικετεύουν να τους θεραπεύσει. Εκείνος αναζητεί τα ίχνη της πίστης τους στην δύναμή Του και, όταν τα διαπιστώνει, επιβραβεύει αυτή την πίστη και τους θεραπεύει. Λίγο αργότερα οδηγούν ενώπιόν Του έναν άνθρωπο κωφάλαλο και δαιμονισμένο, τον οποίο, επίσης, θεραπεύει. Η θεραπεία της σωματικής ασθένειας, ως καρπός πίστης στην Θεία δύναμη, αποκαλύπτει ότι η ανακαινιστική και σωστική δύναμη και εργασία του Θεού αφορά σύνολη την ανθρώπινη ύπαρξη‧ και το σώμα και την ψυχή. Γι’ αυτό και το έργο της Εκκλησίας, διαχρονικά, αναπτύσσεται στις δύο αυτές σημαντικές παραμέτρους της ανθρώπινης ζωής: στην σωτηρία της ψυχής, πρωτίστως και στην διακονία των ανθρώπινων αναγκών, μετέπειτα.

Αμέσως μετά την θεραπεία των ανθρώπων αυτών και την διάδοση της θαυμαστής είδησης, ο λαός ξεσπά σε εκδηλώσεις ενθουσιασμού και λατρείας στο πρόσωπο του Χριστού, γεγονός που ενοχλεί και προβληματίζει τους πανταχού παρόντες Φαρισαίους, οι οποίοι, αναζητούσαν, διαρκώς, τρόπους, προκειμένου να διαβάλουν και να παγιδέψουν τον Χριστό. Η τακτική τους αυτή ήταν συστηματική και, κατά βάσιν, αμυντική. Βλέποντας ότι η δραστηριότητα του Ιησού, το κήρυγμα και τα θαύματά Του, κερδίζουν την εμπιστοσύνη του λαού, νιώθουν ότι χάνουν τα λαϊκά τους ερείσματα, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την εξουσιαστική τους αυθαιρεσία. Μόνο που, στην προκειμένη περίπτωση, ξεπερνούν κάθε προηγούμενο. Κατηγορούν τον Χριστό ότι θεράπευσε τους τρεις ασθενείς όχι στο όνομα του Θεού, αλλά στο όνομα του διαβόλου. Εφόσον δεν ήταν δυνατό ν’ αμφισβητήσουν το αυταπόδεικτο θαύμα, μάρτυρας του οποίου είναι ο ίδιος ο λαός, συκοφαντούν τον Χριστό, διαστρέφουν την πραγματικότητα, προκειμένου να το αποδομήσουν, ταυτίζοντας τον Χριστό με τον διάβολο. Αποσκοπούν στον κλονισμό της εμπιστοσύνης του λαού στο πρόσωπο του Ιησού.

Η φαρισαϊκή στάση δεν είναι ανεξήγητη. Η δράση του Κυρίου, καθ’ όλη τη διάρκεια του επί γης βίου Του, φανερώνει την δαιμονικότητα του φαρισαϊσμού, που φορούσε, διαρκώς, τον μανδύα της θρησκευτικότητας, με σκοπό την διαιώνιση της πνευματικής εξουσίας επί του λαού, με τρόπο που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση. Ο Χριστός έρχεται και αποκαλύπτει την φαρισαϊκή υποκρισία, γι΄ αυτό πρέπει, πάση θυσία, να σιωπήσει, αφού πρώτα συκοφαντηθεί.

Η φαρισαϊκή αυτή στάση, επίσης, δεν αφορά μόνο εκείνη την εποχή. Δυστυχώς, είναι διαχρονική και επαναλαμβανόμενη. Όσο η Εκκλησία δρα και ενεργεί θεραπευτικά στον κόσμο και διακονεί το θέλημα του Θεού, τόσο αναφύονται μέσα στην κοινωνία φαρισαϊκές δυνάμεις - ενίοτε και μέσα στους θρησκευτικούς κύκλους - οι οποίες προσπαθούν να αποδομήσουν το έργο Της, κυρίως όταν αντιλαμβάνονται ότι το έργο αυτό αναπαύει τους ανθρώπους και θερμαίνει την πνευματική τους ζωή μέσα στην Εκκλησία. Ας δούμε κάποια παραδείγματα που επισημαίνουν αυτή την φαρισαϊκή τακτική: «Θυσιάζει κανείς τα πάντα σε μια υλιστική εποχή για ν’ αφοσιωθεί σε έργα ιεραποστολικής και Χριστιανικής μαρτυρίας; Είναι τρελός και υποκριτής. Αψηφά κανείς τα πάντα και, προ πάντων, το συμφέρον, για να αγωνισθεί για την ορθότητα της πίστεως και την αλήθεια του Ευαγγελίου; Είναι φανατικός, μονολιθικός και ασυμβίβαστος. Τολμά κανείς να ζητήσει να γίνει το Ευαγγέλιο θεμέλιο της λεγόμενης Χριστιανικής κοινωνίας; Ταράζει τα θολά νερά της συμβατικότητας και των υπολογισμών μας; Είναι αναρχικός και επαναστάτης. Φυλακίζεται για τη Χριστιανική του μαρτυρία και υποφέρει; Πολιτικολογεί και δημαγωγεί…»[2].  

Τα φαρισαϊκά αυτά φαινόμενα της εποχής μας, αποκαλύπτουν αφενός μεν την πνευματική ένδεια και αδράνεια των εκφραστών τους, αφετέρου δε, την δύναμη της παρουσίας του Θεού στην ζωή εκείνων που Τον αποδέχονται και Τον υπηρετούν. Ας μην αφήσουμε, αγαπητοί μου, να κυριαρχήσουν στον ευρύτερο χώρο της Εκκλησιαστικής μας ζωής τέτοιου είδους παρακμιακά φαινόμενα φαρισαϊκής μορφής. Η υποκρισία είναι πληγή για την Εκκλησία. Είναι σαφής απόκλιση από το αυθεντικό Εκκλησιαστικό ήθος, του οποίου διαχρονικός και ασφαλής φορέας είναι ο Ίδιος ο Χριστός. ΑΜΗΝ!

 

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Η Κοίμηση τής Υπεραγίας Θεοτόκου

(15 Αυγούστου 2021)

 

Η Μεγάλη Αγαπημένη

Το πρόσωπο της μεγάλης Μάνας όλων μας τιμούμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, καθώς εορτάζουμε την μεγίστη εορτή του Καλοκαιριού, την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ήλθαμε ν’ αποδώσουμε τιμή και ευγνωμοσύνη στην Μεγάλη Αγαπημένη της καρδιάς μας, του τόπου μας, της ιστορίας μας. Και η Παναγία μας είναι σίγουρα η πιο αγαπημένη. Όλοι μας έχουμε συνάψει μαζί της μια ξεχωριστή και μοναδική σχέση διακρίνοντάς την από την μεγάλη χορεία των Αγίων της πίστεώς μας. Ξεχωρίσαμε πάνω της αυτό που μπορεί να γεμίσει την καρδιά μας, να εμπνεύσει την ύπαρξή μας. Γι’ αυτό την εμπιστευόμαστε, χωρίς δισταγμούς και αναστολές.

Η Παναγία, μία μορφή βγαλμένη μέσα από τα σπλάχνα της ανθρώπινης ακαταστασίας και αμαρτωλότητας, έδειξε, ευθύς εξ αρχής, ότι δεν ήταν δυνατόν να ανήκει στη ζοφερή πραγματικότητα της ανθρώπινης κατάπτωσης. Έδειξε ότι ήταν πλασμένη για κάτι άλλο, κάτι πέρα από τα δεδομένα και τα συνηθισμένα, κάτι που, τελικά, θα είχε σχέση με τα γήινα, στην προοπτική, όμως, να συνδεθούν άμεσα με τα επουράνια. Και εκείνη έπαιξε ακριβώς αυτόν το ρόλο του εκλεκτού συνδέσμου, που μπόρεσε, μέσα από την ταπείνωση και την υπακοή της, να καταστεί το δοχείο της χάριτος του Θεού. Μπόρεσε να ενώσει τον ουρανό με τη γη και να ανανεώσει την ελπίδα ότι η πραγματικότητα της προσωπικής μας λύτρωσης και σωτηρίας καθίσταται, πλέον, ρεαλιστική.

Χωρίς ίχνος σοβινισμού, πιστεύουμε ότι, από όλους τους Ορθοδόξους λαούς της υφηλίου, ο Ελληνικός Ορθόδοξος λαός συνδέεται άρρηκτα μαζί της με τρόπο εκπληκτικό. Κάθε Αύγουστο η Ελλάδα ζει και κινείται στους ρυθμούς της μεγάλης γιορτής της Παναγιάς. Από το ένα άκρο της πατρίδας έως το άλλο, αν κινηθεί κανείς, θα διαπιστώσει ότι ο λαός μας γεμίζει τις Εκκλησιές μέσα στην κάψα του Καλοκαιριού. Ψάλλει με δέος τον Παρακλητικό της Κανόνα, ανοίγει και λειτουργεί τα ξεχασμένα και απομονωμένα ξωκλήσια της υπαίθρου και γιορτάζει το Πάσχα του Καλοκαιριού αποδίδοντας στο πρόσωπό Της τιμή ξεχωριστή.

Από την Τήνο μέχρι τη Σουμελά στο Βέρμιο, από τη Χοζοβιώτισσα της Αμοργού μέχρι τη δική μας, την Εκατονταπυλιανή του Αιγαίου ή την Εικοσιφοίνισσα της Μακεδονίας, στήνεται ένας μοναδικός λατρευτικός χορός. Εξελίσσεται ένα αέναο πανηγύρι. Ένας αόρατος αρχιμουσικός μοιάζει να κινεί την ευλογημένη μπαγκέτα του εναρμονίζοντας αυτό το υπερκόσμιο και συνάμα, τόσο δικό μας Θεομητορικό τραγούδι. Γιατί, όμως όλα αυτά; Γιατί αυτό το μεγάλο δέσιμο; Τί είναι, επιτέλους, η Παναγία για μας;

Τόσο η πολιτιστική μας παράδοση, όσο και η θρησκευτική μας πίστη δίνουν την απάντηση. Η Παναγία για εμάς τους Έλληνες, περισσότερο από Θεοτόκος, από Υπεραγία, από ένα πρόσωπο πέριξ του οποίου εξελίχτηκαν στην ιστορία πολλοί αγώνες για τη δογματική της θέση μέσα στην Εκκλησία, είναι απλά και μόνο η μεγάλη Μάνα, με όσα συνεπάγεται αυτός ο όρος, ο τόσο απλός, μα και τόσο μεγάλος και ουσιαστικός.

Η Παναγία είναι η μάνα μας, γιατί είναι το αποκούμπι μας. Σ’ αυτή καταθέτουμε τα πάθια και τους καημούς μας. Εκείνης το όνομα φέρουμε αβίαστα στα χείλη μας κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε κινδύνους και προβλήματα. Είναι η Μάνα μας, γιατί σ’ αυτήν ακουμπάμε και παρακαλούμε, γιατί είμαστε σίγουροι πως θ’ ακούσει, όπως ακούει η κάθε μάνα την παράκληση των παιδιών της. Είναι η καταφυγή μας στους πειρασμούς, η ειρήνη μας στον πόλεμο των παθών, είναι το φως στο σκοτάδι των θλίψεων και των δοκιμασιών, που χειμάζουν τις ψυχές μας. Είναι η προστασία και η σκέπη της ζωής μας, εκείνη που γεμίζει την καρδιά μας με χαρά και ευφροσύνη, που μας έσωσε από το θάνατο και τη φθορά, γιατί γέννησε τον νικητή του θανάτου. Είναι η μεταβολή των θλιβομένων, η απαλλαγή των ασθενούντων, των πολεμουμένων η ειρήνη, των χειμαζομένων η γαλήνη, η μόνη προστασία των πιστών[3].

Η Παναγία είναι η μάνα μας, γιατί είναι η μεσίτριά μας. Η μητρική της ιδιότητα είναι εκείνη που την καθιστά ικανή να πρεσβεύει, με παρρησία, στον Υιό και Θεό της, μεταφέροντας στο θρόνο Του τις δικές μας ικεσίες και παρακλήσεις. Είναι σε θέση να μαλακώνει και να καταπραΰνει την δίκαιη απογοήτευση του Θεού για την εκτροπή και το παραστράτημά μας από το δικό Του θέλημα και το αιματοκύλισμά μας στη ζωή της αμαρτίας.

Και αφού τέτοια Μητέρα είναι για όλους μας η Παναγία, έχουμε το δικαίωμα να βάλουμε στο στόμα μας τα λόγια του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα και να της πούμε: «…Σε σένα και στη δική σου φιλανθρωπία ανήκει, Πολυύμνητη, να μη σταθμίσεις τη χάρη που θα μας δώσεις σε τίποτα δικό μας, αλλά στη δική σου μεγαλοπρέπεια. Κι όπως εσύ, αφού εξαιρέθηκες από το κοινό γένος κι έγινες δώρο στο Θεό, εκόσμησες έπειτα όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, έτσι και σε μας, αντί γι’  αυτούς εδώ τους λόγους που σου προσφέρουμε, αγίασε το θησαυροφυλάκιο των λόγων, την καρδιά μας και ανάδειξε τη χώρα της ψυχής άγονη για κάθε κακό, με τη Χάρη και τη φιλανθρωπία του Μονογενούς σου Υιού… τώρα και πάντοτε…». ΑΜΗΝ! Χρόνια Πολλά και Ευλογημένα!

 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή Θ΄ Ματθαίου

 (22 Αυγούστου 2021)

 

Η ανάγκη της προσευχής

Σε ένα συνταρακτικό γεγονός, το οποίο συνέβη αμέσως μετά τον χορτασμό των πεντακισχιλίων στην έρημο, αναφέρεται το Ευαγγελικό ανάγνωσμα που ακούσαμε σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί. Ο Χριστός απομακρύνθηκε από το πλήθος και ανέβηκε στον παρακείμενο λόφο για να αφεθεί στην εμπειρία της προσευχής. Οι Μαθητές διέσχιζαν τη λίμνη με το πλοιάριό τους, όταν ξέσπασε τρομερή καταιγίδα και τα κύματα απειλούσαν να τους παρασύρουν στον όλεθρο. Ο Κύριος επενέβη, περπατώντας επί των κυμάτων και προκάλεσε τον θαυμασμό, όσο και τον τρόμο των Μαθητών. Τους ηρέμησε, όμως, τους έδωσε θάρρος και δέχθηκε την επιθυμία του Πέτρου να περπατήσει κι εκείνος επί της θαλάσσης, για να νιώσει την ασφάλεια της παρουσίας του Κυρίου. Μόνο που ο Πέτρος ολιγοψύχησε, δε μπόρεσε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε, ότι δηλ. ήταν σε θέση να κυριαρχεί στα στοιχεία της φύσης και άρχισε να καταποντίζεται. Ο Ιησούς τον διέσωσε, η τρικυμία κόπασε και όλοι αναγνώρισαν ότι ο Χριστός είναι όντως ο Υιός του Θεού.

Από τα πολλά σημεία που μας παρέχουν αφορμές πνευματικού προβληματισμού, επιλέγουμε να σταθούμε σε ένα, το οποίο συχνά μας διαφεύγει, καθώς νιώθουμε να κυριαρχεί το θαύμα του κατευνασμού των κυμάτων. Πρόκειται για την παράδοση του Ιησού στην εμπειρία και την ενέργεια της προσευχής, γεγονός ιδιαζόντως ωφέλιμο και διδακτικό. Ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο Θεάνθρωπος Ιησούς, νιώθει την ανάγκη της προσευχής, της ζωντανής επικοινωνίας δηλ. με τον Θεό Πατέρα και δεν το πράττει για πρώτη φορά. Είναι πάμπολλες οι στιγμές, που διασώζονται στα Ευαγγελικά κείμενα, που ο Κύριος αποσύρεται από τους όποιους περισπασμούς και επιλέγει την μόνωση της προσευχής. Αν αυτό συνιστούσε ανάγκη για τον Χριστό, πόσο μάλλον αποτελεί κορυφαίο και μέγιστο μέγεθος της δικής μας πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό, αξίζει να καταθέσουμε μερικές απλές σκέψεις για το γεγονός της προσευχής, που συνιστά, τελικά, ανάγκη της κάθε ψυχής.

«Προσευχή σημαίνει ακουμπάω στο Θεό. Περνώ χρόνο μαζί Του. Του δίνομαι και περιμένω την επίσκεψή Του. Καταθέτω όλο τον εαυτό μου, με τις αμαρτίες και τα προβλήματά του, στο έλεος και στην αγάπη Του. Αναπνέω πνευματικά. Βγαίνω από το εγώ μου. Απελευθερώνομαι. Χαίρομαι την παρουσία Του, απολαμβάνω τη δόξα Του, συγκλονίζομαι από ευγνωμοσύνη για τις ευλογίες του, θαυμάζω τη δημιουργία Του, αντικρίζω στον άνθρωπο το χάραγμα της εικόνας Του και στα γεγονότα τη σφραγίδα της σοφίας και αγάπης Του. Φέρνω τον Θεό στην καθημερινότητά μου και ζω μέσα στη βασιλεία Του»[4].

Οι άνθρωποι είμαστε οντότητες ψυχοσωματικές. Το σώμα μας χρειάζεται τροφή για να ζήσει και οξυγόνο για ν’ αναπνεύσει. Χωρίς αυτά, τα περιθώρια της ζωής εξαντλούνται και ο θάνατος επέρχεται φυσιολογικά. Αντιστοίχως και η ψυχή χρειάζεται τροφή για να ζήσει και αέρα  για ν’ αναπνεύσει. Η τροφή της είναι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και το οξυγόνο της η προσευχή. Χωρίς αυτά, υφίσταται πνευματική αφυδάτωση και οδηγείται στη νέκρωσή της. Ο άνθρωπος, από διφυής προσωπικότητα γίνεται μισός, σάρκινος, χωρίς πνευματικό περιεχόμενο, αυτοκαταδικασμένος στη στέρηση της αιώνιας ψυχής του. Γι’ αυτό, όπως διδάσκει η ασκητική εμπειρία της Εκκλησίας μας, «μην περιμένεις κάποιαν ασυνήθιστη Θεία έμπνευση για να προσευχηθείς. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να προσεύχεται, όπως δημιουργήθηκε για να σκέπτεται και να μιλάει. Πριν απ’ όλα, όμως, για να προσεύχεται…»[5].

Είναι ανάγκη, όμως, ν’ αναφερθούμε και στο περιεχόμενο της προσευχής μας, ούτως ώστε να είναι ευάρεστη στο Θεό και ωφέλιμη για την ψυχή μας. Η κατάθεση ποικίλων αιτημάτων την ώρα της προσευχής και η απαίτηση της ικανοποίησής τους από τον Θεό, είναι συνήθης προσευχητική τακτική, αλλ’ ουδεμία σχέση έχει με την ουσία της, ενώ κανένα θετικό αποτέλεσμα δεν παρέχει στην ψυχή μας. «Ο άνθρωπος που ζει σ’ ένα κόσμο εφήμερο, φαντάζεται και πιστεύει πως στην προσευχή το σημαντικό, ο σκοπός του ζήλου του είναι ν’ ακούσει ο Θεός αυτό που ο άνθρωπος του λέει. Κι όμως, στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: η προσευχή δε βασίζεται σε αληθινές βάσεις, όταν ο Θεός ακούει τί Του λέμε και τί Του ζητάμε. Η προσευχή έχει βάσεις αληθινές, όταν αυτός που προσεύχεται δεν σταματά να προσεύχεται μέχρι να φθάσει ν’ ακούσει αυτός ο ίδιος τί θέλει ο Θεός. Ο εφήμερος άνθρωπος σπαταλά τα λόγια του και, κατά συνέπεια, γίνεται απαιτητικός, όταν προσεύχεται. Αυτός, όμως, που προσεύχεται αληθινά περιορίζεται μόνο στο ν’ ακούει»[6].

Είναι γεγονός, αγαπητοί μου, ότι το κεφάλαιο της προσευχής είναι τεράστιο και δεν εξαντλείται στον περιορισμένο χώρο μιας ταπεινής ομιλίας. Ας κρατήσουμε, όμως, βαθιά στην ψυχή μας ότι η προσευχή είναι αδιαμφισβήτητη εσωτερική μας ανάγκη, προορισμένη για να κρατήσει ζωντανές και ακμαίες τις πνευματικές μας δυνάμεις. Γι’ αυτό, να την κάνουμε τρόπο ζωής, τρόπο ζωντανής και διαρκούς επικοινωνίας με τον Θεό, εκζητώντας απλά και μόνο την προστασία και το μέγα Του έλεος. ΑΜΗΝ!

 

 «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή Ι’ Ματθαίου

(29 Αυγούστου 2021)

 

Η ασθένεια

Η σκηνή που περιγράφει το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι συγκλονιστική. Ένας τραγικός πατέρας πέφτει στα πόδια του Ιησού, ζητώντας σωτηρία για το παιδί του, που σεληνιάζεται και η ζωή του βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο. Οι Μαθητές, στους οποίους προσέτρεξε νωρίτερα, δεν μπόρεσαν να προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Ο Χριστός καυτηρίασε την ασθενή πίστη των Μαθητών και θεράπευσε το παιδί, απαλλάσσοντάς το από την δαιμονική ενέργεια. Δίδαξε, επίσης, ότι η ισχυρή πίστη είναι δυνατή ακόμα και για εκείνα που στα μάτια μας φαντάζουν ακατόρθωτα, ενώ επεσήμανε ότι η αντιμετώπιση των δαιμονικών ενεργειών γίνεται με προσευχή και νηστεία, με την ενεργοποίηση, δηλ. και βίωση της πνευματικής μας ζωής μέσα στην Εκκλησία.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ιησούς βρίσκεται μπροστά στην ασθένεια του ανθρωπίνου σώματος. Πάντοτε στέκεται με συμπάθεια και ενεργεί με αγάπη, όταν οι άνθρωποι ζητούν τη θεραπεία, με πίστη και εμπιστοσύνη στη δύναμή Του. Η στάση, όμως, του Κυρίου απέναντι στο γεγονός της ασθένειας γίνεται αφορμή πνευματικού προβληματισμού, προκειμένου να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί η ασθένεια του σώματος στην σκέψη των Αγίων και στη λογική της Εκκλησίας.

Η ασθένεια, καταρχάς, δείχνει την ματαιότητα του βίου, το ποιοι πραγματικά είμαστε. Αποκαλύπτει ότι είμαστε φθαρτοί, πρόσκαιροι και πεπερασμένοι, υποκείμενοι στους νόμους της φθοράς και του θανάτου. Και απ’ αυτή την προοπτική δεν αποκλείεται κανείς, είτε είναι πλούσιος, είτε πτωχός, είτε ισχυρός, είτε αδύναμος. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αντιλαμβάνεται κανείς την ασθένεια ως ευλογία. «Για την ορθόδοξη θεολογία, η ασθένεια λαμβάνει μια τεράστια άλλη διάσταση και μπορεί να θεωρηθεί από τον πιστό χριστιανό ως ευλογία. Αντίθετα από την Παλαιοδιαθηκική αντίληψη ότι η ασθένεια αποτελεί τιμωρία του Θεού στον αμαρτωλό, για τον πιστό η ασθένεια μπορεί να γίνει το εφαλτήριο για μια πιο ουσιαστική σχέση με τον Ζωντανό Θεό, αφορμή περισυλλογής, αίσθηση της ματαιότητας της ζωής και, τελικά, υγεία της ψυχής, μέσα στη γνήσια ασκητική οδό της Ορθόδοξης πνευματικότητος…»[7].

Η ασθένεια, στη συνέχεια, λειτουργεί παιδαγωγικά προς εκείνους που έχουν κρυφές αμαρτίες, για να μη χάσουν τη σωτηρία. Είναι μεγάλος ο κίνδυνος των κρυφών αμαρτιών, εκείνων που άνθρωπος θάβει βαθιά μέσα του, αρνείται να εξομολογηθεί από ντροπή, νομίζοντας ότι έτσι τις κρατά κρυφές και από τον ετάζοντα καρδίας και νεφρούς Ιησού Χριστό. Η παιδαγωγία της ασθένειας έγκειται στο γεγονός ότι «όταν ο άνθρωπος την ασπασθεί, όταν την αγαπήσει, όταν βγάζει από την ασθένειά του θετικά συμπεράσματα, όταν εξαιτίας της παραδίδεται στον Θεό, τότε η ασθένεια γίνεται το γρηγορότερο μέσο για την κατάκτηση της απάθειας και της σωτηρίας. Γι’ αυτό, ο καλός Θεός, ως Παιδαγωγός, όταν έχουμε αμαρτίες και μάλιστα κρυφές, μας χτυπάει με αρρώστιες, για να μη τιμωρηθούμε στην άλλη ζωή. Στους ανθρώπους δε που έχουν κρυφή αγιότητα δίδει, επίσης, αρρώστια, για να μην απολαύσουν τον μισθό τους εδώ στη γη, αλλά στην αιωνιότητα. Εν τέλει, η ασθένεια είναι εκ των ωραιοτέρων δώρων του Θεού προς τον άνθρωπο. Μπορεί να είναι προτιμότερη ακόμη και εκ των εφετών, εκ των πνευματικοτέρων επιθυμιών της καρδιάς του»[8].

Η ασθένεια, τέλος, συμβάλλει στη γνωριμία με τον εαυτό μας και στην υγεία της ψυχής μας. Οι άνθρωποι επιδιώκουμε συνεχώς να κάνουμε νέες γνωριμίες, να βιώσουμε καινούργιες εμπειρίες. Την ίδια στιγμή, όμως, αδυνατούμε ή δε θέλουμε να γνωρίσουμε τον βαθύτατο εαυτό μας, ίσως από τρόμο για το ποιον θ’ ανακαλύψουμε σ’ αυτή τη γνωριμία. Ο εαυτός μας είναι, συνήθως, ο μεγάλος μας άγνωστος ή και ο μεγάλος εχθρός μας. Η ασθένεια έχει τη δύναμη να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα, να ανοίξει ξεκάθαρα μπροστά μας την αληθινή κατάσταση της ψυχής μας, να βοηθήσει στην πραγμάτωση της σωστικής αυτογνωσίας. Όταν γνωρίσουμε τον εαυτό μας, έστω κι αν χρειαστεί να δοκιμαστούμε γι΄ αυτό στο καμίνι της ασθενείας, ανοίγει ο δρόμος της μετανοίας, της αποκατάστασης της σχέσης μας με τον Θεό και τους ανθρώπους και η ψυχή μας αποκτά την πολυπόθητη ισορροπία και υγεία.

Να γιατί, η ασθένεια δεν είναι κατάρα, αλλά ευλογία. Θέλει αγώνα, όμως, για να σταθεί ο άνθρωπος έτσι απέναντί της. Θέλει ωριμότητα εσωτερική και καλλιέργεια πνευματική. Ας φροντίσουμε γι’ αυτές όσο είναι καιρός, ούτως ώστε, αν ο Θεός επιτρέψει την επίσκεψη της ασθενείας, να την υποδεχθούμε ως δική Του επίσκεψη, που θα αποσκοπεί στην τελική λύτρωση και σωτηρία μας. ΑΜΗΝ!

π. Ε.Ο.

[1] Ματθ. 9,2

[2] Γ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Πρωτοπρεσβύτερος, Φως εκ φωτός, Αθήναι, 1976, σελ. 87

[3] Εκ του Παρακλητικού Κανόνος

[4] ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Μητροπολίτης Μεσογαίας & Λαυρεωτικής, Αν υπάρχει ζωή θέλω να ζήσω, σ. 104.

[5] Tito Colliander, Ο δρόμος των ασκητών, σ. 91.

[6] Νικολάε Στάινχαρτ, Το ημερολόγιο της ευτυχίας, σ. 352.

[7] ΓΕΡΩΝ ΜΩΥΣΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Άγιον Όρος και κόσμος, Α΄, Αθήναι, 2003, σ. 396.

[8]ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, Αρχιμανδρίτης, Χαρισματική οδός, Αθήναι, 2008, σ. 225.