“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή Τῆς Ἀπόκρεω

7 Μαρτίου 2021

 

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία μᾶς μίλησε γιά τήν ταπεινή ἐκφορά τῆς ζωῆς, μέσα ἀπό τήν ταπεινή προσευχή τοῦ Τελώνου κι ἀφοῦ μᾶς ἔδειξε τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, πού περιμένει τήν ἐπιστροφή μας μέσα ἀπό τήν στάση τοῦ σπλαγχνικοῦ Πατέρα τῆς παραβολῆς τοῦ ἀσώτου, σήμερα μᾶς θέτει ἐνωπιον τῶν εὐθυνῶν μας ἔναντι αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ἀναγγέλλει μέ βεβαιότητα τήν Δεύτερη Παρουσία τοῦ Κυρίου μας πάνω στή γῆ καί τήν τελική Κρίση, κατά τήν ὁποία θά σταθοῦμε ἐνώπιον τοῦ ἐνδόξου θρόνου Του. Τότε, ὅπως ὁμολογοῦμε καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως οἱ νεκροί θά ἀναστηθοῦν, καί ὅσοι ζοῦν μέχρι τότε θά ἀλλαγοῦν στήν ἴδια κατάσταση μέ τούς ἀναστημένους νεκρούς καί ὅλοι μαζί θά ἁρπαχθοῦμε μέσα σέ νεφέλες γιά νά συναντήσουμε μέ τόν Κύριο στόν ἀέρα, ὅπως χαρακτηριστικά ἐπισημαίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στό 4ο κεφάλαιο τῆς Α΄πρός Θεσσαλονικεῖς Ἐπιστολῆς του.

Τό κριτήριο τῆς Κρίσης θά εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἔμπρακτη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης μας πρός τόν συνάνθρωπο. Ἁπλά πράγματα τῆς καθημερινῆς ζωῆς, τά ὁποῖα ὁ καθένας μπορεῖ νά προσφέρει, ὅπως φαγητό στόν πεινασμένο, νερό στόν διψασμένο, ροῦχο στόν ἐνδεῆ, φροντίδα στόν ἀσθενῆ, μέριμνα στόν φυλακισμένο καί γενικῶς συμπαράσταση καί στοργή στόν ἐμπερίστατο καί κατατρεγμένο συνάνθρωπο. Ἁπλά πράγματα, τά ὁποῖα γίνονται σέ συνέχεια τῆς ἀγάπης, πού μᾶς δείχνει ὁ Θεός. Ἐκεῖνος μᾶς τρέφει, μᾶς ἐνδύει, μᾶς φροντίζει, μᾶς συμπαρίσταται μέ τήν Χάρη Του καί μᾶς χορηγεῖ τά πάντα γιά νά δίνουμε κι ἐμεῖς μέ τή σειρά μας σέ αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκη.

Τοῦτο σημαίνει, πώς δέν πρέπει νά εἶναι τό κίνητρο τῆς ἀγάπης μας ἄλλο, ἀπό τήν εὐγνωμοσύνη πρὸς τόν Θεό γιά ἀγάπη Του πρός ἐμᾶς. Μία κίνηση νά φανοῦμε ἀντάξιοι «δοῦλοι» τῆς ἀγάπης, πρός Ἐκεῖνον πού ἔλαβε δούλου μορφή, ἀδειάζοντας τήν θεότητά Του γιά τή δική μας σωτηρία, ὅπως γράφει γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Φιλιππησίους Ἐπιστολή του (β΄ 7-8). Καί τοῦτο διότι στίς ἡμέρες μας συνηθίσαμε νά βλέπουμε μιά ἀγάπη, εἴτε ἐπιδοτούμενη, εἴτε ὑποκινούμενη ἀπό ἄλλα κίνητρα. Ἡ ἀγάπη γιά νά εἶναι ἔμπρακτη καί συνέπεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, πρέπει νά φθάνει ὡς τήν θυσία τοῦ συμφέροντος, τῆς ἄνεσης ἤ καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἐλευθερίας μας. Τότε μόνο ἡ ἀγάπη εἶναι αὐθεντική καί γνήσια καί μπορεῖ νά γίνει ἡ καλή ἀπολογία μας, ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ,  ἡ «ἀπαρχή» τῆς σωτηρίας μας.

Τό βάθος αὐτῆς τῆς ἀγάπης διαζωγραφίζεται ἔντονα καί στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Μιᾶς καί ἀπό αὔριο ἡ Ἐκκλησία, μέ τὴν ἀποχή ἀπό τὸ κρέας,  ἀρχίζει νὰ μᾶς «προσαρμόζει» σιγά-σιγά στήν ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή, σήμερα ἀκούσαμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρώτη πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅπου γίνεται λόγος γιά τά εἰδωλόθυτα. Ὁ Παῦλος ξεκαθαρίζει στούς Κορινθίους καί πρός τούς Χριστιανούς ἀνά τούς αἰῶνες, ὅτι δέν μᾶς εὐπροσωπεῖ ἡ νηστεία ἤ τό φαγητό, ἀλλά ὁ τρόπος τῆς ἀγάπης, πού τά συνοδεύει. Πολλοί Κορίνθιοι παρά τό ὅτι εἶχαν βαπτισθεῖ Χριστιανοί δέν μποροῦσαν εὔκολα νά ἀποχωρισθοῦν τίς παλαιές συνήθειές τους, κάτι πού μέχρι καί σήμερα ταλαιπωρεῖ τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Κάποιοι λοιπόν ἀπό αὐτούς, ἐνῶ ἦταν Χριστιανοί, ἀγόραζαν καί ἔτρωγαν κρέατα, πού εἶχαν προσφερθεῖ θυσία στά εἴδωλα, τά εἰδωλόθυτα. Ὁ Παῦλος διευκρινίζει πώς, ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν οἱ ψεύτικοι Θεοί τῶν εἰδώλων, κατ΄ οὐσίαν δέν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα. Ὅμως ἐπειδή κάποιοι μέ ἀσθενῆ πίστη σκανδαλίζονταν καί ἔχαναν τόν ἑαυτό τους καί τήν σχέση τους μέ τόν Χριστό, ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν σέ αὐστηρό ὕφος παραγγέλει τήν ἀποστροφή τῶν Χριστιανῶν στά εἰδωλόθυτα, κι ἄς φαίνεται αὐτό ὑπερβολικό. Λέει μάλιστα χαρακτηριστικά: «Ποτέ δέν θά ξαναφάω κρέας, γιά νά μήν σκανδαλίσω τόν ἀδελφό μου» καί χάσει ἐξαιτίας μου τήν πίστη καί τή σωτηρία του. Ἐξάλλου καί ὁ Χριστός μέ αὐστηρότητα μᾶς συνέστησε νά εἴμαστε προσεκτικοί πρός ἀποφυγήν τοῦ σκανδαλισμοῦ τῶν ἀνθρώπων (βλ. Λουκ, ιζ΄ 2).

Ἡ ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο καὶ ὁ ἀγῶνας γιά τήν σωτηρία του ἐκτείνεται πέρα ἀπό τά ὅρια τῆς υλικῆς ἤ τῆς ἠθικῆς συμπαράστασης καί φτάνει στήν θυσία καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἀληθινός Χριστιανός στριμώχνει τόν ἑαυτό του γιά νά χωρέσει κι ὁ ἄλλος. Γίνεται εὑρύχωρος καί ἀνεκτικός γιά νά μήν χαθεῖ ὁ Ἀδελφός. Στήν πρώτη πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολή ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει λέγοντας: «νουθετεῖτε τούς ἀτάκτους, παρηγορεῖτε τούς ὀλιγόψυχους, στηρίζετε τούς ἀδύνατους, μακροθυμεῖτε πρός ὅλους.» (βλ. ε΄ 14). Δέν ζοῦμε γιά νά ἀρέσουμε στούς ἑαυτούς μας, γράφει στούς Ρωμαίους, ἀλλά ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς πρέπει νά ἀρέσει στόν διπλανό του γιά τήν καλή κατά Θεόν συγκρότησή του, γιατί κι ὁ Χριστός δέν ἄρεσε στόν ἑαυτό Του, ἀλλά καθώς ἔχει γραφεῖ οἰκονόμησε τή σωτηρία μας μέ τά ἄχραντα Πάθη Του. (βλ. Ρωμ. ιε΄ 1-3). Γιά νά καταλήξει ξανά πρός τούς Κορινθίους: «ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλά δέν μέ συμφέρουν ὅλα. Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἀλλά δέν μέ οἰκοδομοῦν ὅλα. Κανείς νά μή ζητεῖ τό δικό του συμφέρον, ἀλλά ὁ κάθένας τό συμφέρον τοῦ ἄλλου.» (βλ. Α΄Κορ. ι 23-24).

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Τόν τελευταῖο καιρό, λόγῳ τῆς ἐπιδημικῆς ἀσθένειας, πού μᾶς ταλαιπωρεῖ ἀναγκαζόμαστε στή διάρκεια τῆς θείας Λατρείας νά ἐφαρμόσουμε κάποια μέτρα ὑγιεινῆς, στηριζόμενοι πάνω ἀκριβῶς σέ αὐτήν τήν ἔννοια τῆς ἀγάπης, πού φθάνει στά ὅρια τῆς θυσίας τῆς προσωπικῆς μας ἐλευθερίας γιά τήν σωτηρία ὅλων.

Ἡ Ἐκκλησία μας μέ ὑπευθυνότητα καί ποιμαντική ἀγωνία κρατώντας ἀδιαπραγμάτευτη τήν μετάδοση τῆς θείας Κοινωνίας, συστήνει τήν πειθαρχία μας στά διαρκῶς ἀναγγελόμενα μέτρα ὑγιεινομικῆς προστασίας, ὄχι γιατί ἀμφιβάλλει ἤ ὀλιγοπιστεῖ, ἀλλά γιατί ἀγαπᾶ ὅλους καί μεριμνᾶ γιά τή σωτηρία τους!

Σαφῶς καί ὁ Ἱερός Ναός, ὅπου ἱερουργεῖται ἡ θεία Εὐχαριστία φρουρεῖται ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Σαφῶς καί ὁ ἁγιασμός ψυχῶν καί σωμάτων εἶναι ἀποδεδειγμένα ἀναμφισβήτητος. Σαφῶς ἡ θεία Χάρη σέ συνδυασμό μέ τήν πίστη, δίδει τό θαῦμα στόν ἄνθρωπο καί στηρίζει τήν ζωή καί τό ἔργο του.

Ὅμως δέν πιστεύουν ὅλοι τό ἴδιο. Οὔτε ἔχουν ὅλοι τό ἴδιο θάρρος. Οὔτε ὅλοι προσεγγίζουν μέ τόν ἴδιο τρόπο τήν μυστηριακή ζωή. Ἐμεῖς θά πρέπει νά γίνουμε εὑρύχωροι γιά νά χωρέσουν ὅλοι. Κι οἱ ἀσθενέστεροι στήν πίστη καί οἱ ἀδύναμοι στό φρόνημα καί οἱ ἰδιότροποι στίς συνήθειες. Ὡς καλοί καί πιστοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἀδειάζουμε τόν ἑαυτό μας, ἀρνούμαστε τις ἐπιλογές μας καί ἐγκαταλείπουμε τό θέλημά μας, ὄχι τόσο ἐπειδή φοβούμαστε τήν ἀσθένεια ἤ ὀλιγοπιστοῦμε, ἀλλά ἀπό ἀγάπη στόν ἄλλον, πού πρέπει κι αὐτός νά βρεῖ τή θέση του στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν σωτηρία του. Ἴσως εἶναι ὑπερβολή, ἀλλά ἡ ὑπερβολή τῆς ἀγάπης φέρεται ὡς μίμηση Χριστοῦ! Ἀμήν.

 

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή Τῆς Τυρινῆς

14 Μαρτίου 2021

 

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καί τό ἄπειρο ἔλεός Του μᾶς ἀξιώνει νά βρισκόμαστε σήμερα στό κατώφλι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Αὔριο ξεκινᾶ ἕνα ὄμορφο καί κατανυκτικό ταξίδι 40 ἡμερῶν, στή διάρκεια τοῦ ὁποίου μαθαίνουμε, μέσ΄ ἀπό τήν νηστεία καί τήν προσευχή, νά ἀγαπᾶμε καί νά δοξάζουμε τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος μὲ τόν σταυρικό θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του, μᾶς χάρισε τήν σωτηρία καί τὴν αἰώνια ζωή.

Κύριος στόχος αὐτοῦ τοῦ πνευματικοῦ ταξιδιοῦ ἡ συνάντησή μας μέ τόν ἀναστημένο Χριστό στήν ὁλόφωτη πασχάλια νύχτα. Μόνο μέσα ἀπό τό πρίσμα τῆς Ἀναστάσεως μποροῦμε νά βιώσουμε ἀληθινά τά ἄχραντα Πάθη Του. Νά πιστέψουμε στήν πανανθρώπινη Ἀνάσταση. Νὰ βιώσουμε τήν προσωπική μας ἐξανάσταση ἀπό τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες, πού μᾶς ταλαιπωροῦν. Προετοιμασία γι’ αὐτὰ  εἶναι ὁ ἀγῶνας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Εἶναι αὐτό, πού τόσο εὔστοχα τονίζει ὁ Παῦλος στούς Γαλάτες ἡ ἑκούσια, δηλαδή ἡ θεληματική, συσταύρωσή μας μέ τόν Χριστό (βλ. β΄20). Μὲ τὴ νηστεία «σταυρώνουμε», τό θέλημά μας, νά φᾶμε καί νά ‘πιοῦμε ὅ,τι ἐπιθυμοῦμε, μεταμορφώνοντάς το σέ ἀποχή ἀπό  τά πάθη καί τίς ἁμαρτωλές μας ἐπιθυμίες. Μὲ τὴν ἐγκράτεια, «σταυρώνουμε» τὴν ἀσυδοσία νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε, ἀδιαφορώντας γιὰ τόν πλησίον. Συμμετέχοντας στόν ἐντατικώτερο κανόνα τῆς προσευχῆς αὐτῆς τῆς περιόδου, δὲν δικαιώνουμε ἁπλῶς τούς ἑαυτούς μας ἔναντι τῶν  ἄλλων, πού δέν πράττουν ἀναλόγως, ἀλλά  «σταυρώνουμε» τήν ἄνεση καὶ ἀναβαθμίζουμε τὴν θρησκευτικότητά μας. Καί ὅλα αὐτά ὡς ἔκφραση ἀγάπης καί εὐγνωμοσύνης πρός τόν Θεό, μέ στόχο τόν ἁγιασμό τῆς ζωῆς μας και ὡς ἀγωνία γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου μέσα στὴν ἀναστημένη ζωή!

 Γιά τόν λόγο αὐτό, μέσα ἀπό τά σημερινά ἀναγνώσματα τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει  τόν τρόπο τῆς ἄσκησης αὐτῶν τῶν ἡμερῶν.

Στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα, πού εἶναι ἕνα τμῆμα τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους ὁμιλίας, ὁ Κύριος διδάσκει, ὅτι ἡ πνευματική μας προσπάθεια πρέπει νά ἀποφεύγει τήν διαφήμιση, νά διακρίνεται ἀπό τήν ἀμνησικακία καί τήν συγχωρητικότητα καί νά ἐπικεντρώνεται στόν πνευματικό πλουτισμό τῶν ἀρετῶν. Ὁ ἀγῶνας ὅμως δέν εἶναι εὔκολος, διότι καί τά τρία αὐτά ἔρχονται σέ ἀντίθεση μέ τήν νοοτροπία καί τίς συνήθειες τοῦ κόσμου. Ὁ κόσμος παρακινεῖ στήν διαφήμιση καί ἐπίδειξη τῆς ζωῆς. Ἀποζητεῖ τήν εὐαρέσκεια τῶν ἄλλων. Ἀποτρέπει τήν συγχωρητικότητα. Ἐπαινεῖ τήν συσσώρευση ἐπίγειου πλούτου. Καί ὅλα αὐτά πυργώνουν τόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, ἀπό ὅπου προέρχονται ὅλες οἱ ἁμαρτίες.

Ὁ ἀντίστοιχος ἀποστολικός λόγος τοῦ Παύλου πρός τούς Ῥωμαίους, σέ συνέχεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, προτρέπει ὁ πνευματικός ἀγῶνας νά μήν γίνεται «γιά τά μάτια τοῦ κόσμου» κατά τήν γνωστή λαϊκή ρήση, ἀλλά γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί την οὐσιαστική σχέση μαζί Του. Γι’ αὐτό τὸ λόγο ὁ ὅποιος ἀγῶνας μας δὲν συνιστᾶ ἀρετὴ, ἀλλὰ εἶναι τρόπος κι ὁ δρόμος γιά νά φθάσουμε στήν ἀρετή, δηλαδή στήν ἁγιότητα. Ἡ προσευχή καί ἡ νηστεία μας, ἡ ἀγρυπνία καί ἡ φιλανθρωπία μας, ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀνοχή μας εἶναι ὑπόθεση προσωπικοῦ ἀγῶνα καί μόνον στὸν Κύριο ἀναφέρεται. Γι΄αὐτό ὁ Παῦλος ἐπιτιμᾶ ὅποιον κρίνει καί κατακρίνει τούς ἄλλους!

Ὁ Παῦλος στήν οὐσία ἐφιστᾶ τήν προσοχή μας στήν ἀποφυγή τῆς ὑποκρισίας, πού ἐμφωλεύει μέσα μας λόγῳ τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί συνήθως ἐμφανίζεται μέ τό ἔνδυμα τῆς εὐσέβειας ἤ καί τῆς εὐλάβειας! Διότι, πόσες φορές ἐνῶ νηστεύουμε και προσευχόμαστε, ἐνῶ ἀγωνιζόμαστε πνευματικά καί κάτω ἀπό δύσκολες συνθῆκες, στήν πράξη ἀκυρώνουμε τόν ἀγῶνα μας καί χάνουμε τήν θεία Χάρη, ἐπειδή κατηγοροῦμε καί καταδικάζουμε συμπεριφορές ἄλλων, Κληρικῶν ἤ Λαϊκῶν, χωρίς νά γνωρίζουμε, οὔτε ποιές ἰσορροπίες κρατοῦν, οὔτε ποιές δυσκολίες ἀντιμετωπίζουν, οὔτε ποιά ἀγωνία κατατρέχει τήν ψυχή καί τήν διάνοιά τους; Παρασυρόμενοι ἄλλοτε ἀπό τήν συκοφαντική διάθεση τοῦ κόσμου καί ἄλλοτε ἀπό προσωπικές ἐμπάθειες καί μικρότητες, ἄν καί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, κρίνουμε καί κατακρίνουμε τόν ὁποιονδήποτε ἀδελφό, ξεχνώντας αὐτό πού ἐπισημαίνει ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, ὅτι μπορεῖ αὐτός νά μετανόησε καί ἐνῶ ὁ Θεός τόν δέχθηκε, ἐμεῖς ὡς «καλοί Χριστιανοί» τόν ἀπορρίπτουμε!

Σάν νά μήν ἀκούσαμε ποτέ τόν λόγο τοῦ Κυρίου: «Μήν κρίνετε, γιά νά μήν κριθεῖτε, γιατί μέ ὅποια κρίση κρίνετε, θά κριθεῖτε κι ἐσεῖς καί μέ ὅποιο μέτρο μετρᾶτε τόν ἄλλον, θά μετρηθεῖτε κι ἐσεῖς» (Βλ. Ματθ. ζ 1-2)

Σάν νά μήν διδαχθήκαμε ποτέ, πώς ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μας εἶναι κατά βάσιν σταυρική καί μέ φρόνημα ἀσκητικό! Μιὰ διαρκής ἄσκηση, πού δέν ἐξαντλεῖται στήν ὑλική νηστεία καὶ τούς ἐξωτερικούς τύπους, ἀλλά κυρίως ἀναδύεται στὴν ἐπίπονη καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν, συνταιριασμένη πάντοτε μέ τήν διάκριση καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους. Κι ἐμεῖς, ἀντί νά εἴμαστε ἑνωμένοι ἔναντι τοῦ κακοῦ πού κυριαρχεῖ στὸν κόσμο καί πολεμᾶ διαρκῶς τήν Ἐκκλησία, διακατεχόμενοι ἀπό ἕνα εἶδος κοσμικοῦ φρονήματος, ἐρίζουμε καί φιλονικοῦμε μεταξύ μας, γιά εὐλογοφανεῖς μέν, ἀλλ’ ἐπουσιώδεις αἰτίες καί κυρίως ἀνάξιες τοῦ πόνου καί τοῦ σχίσματος, πού ἐνδέχεται νά προκαλοῦν στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ὁ πνευματικός μας ἀγῶνας χρειάζεται ἀλήθεια καί διάκριση. Ἀλήθεια γιά νά ἰδοῦμε τά λάθη μας, νά συνειδητοποιήσουμε τά πάθη μας καί νά θεραπεύσουμε τήν ψυχή μας μέσα ἀπό τή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας μας. Διάκριση γιά νά συντηρεῖται τό ταπεινό φρόνημα στή ζωή μας καί νά ἐπιτυγχάνεται ἡ ποθούμενη προσωπική κοινωνία μέ τόν Χριστό, σέ κοινή συνάφεια μέ τό ὑπόλοιπο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὠφελεῖ νά παριστάνουμε τούς καλούς Χριστιανούς. Ὀφείλουμε νά νά ζοῦμε, ὅπως θέλει ὁ Θεός. Διότι ὁ Θεός γνωρίζει τά κρύφια τῆς καρδιᾶς μας καί κυρίως δὲν ἐμπαίζεται, «ὁ Θεός οὐ μυκτηρίζεται» (Γαλ. στ΄ 7)!

Ἄς θυμηθοῦμε, ὅτι ζοῦμε στόν κόσμο ἀλλά δέν εἴμαστε τοῦ κόσμου, ὅπως ὁ Χριστός μέ ἔμφαση τονίζει στούς Μαθητές (βλ. Ἰω. ιε 18). Ἄν θέλουμε νά ἀνήκουμε στόν Χριστό, θά πρέπει νά διαχωρίσουμε τήν θέση μας ἀπό τήν κοσμική συνήθεια. Στό ξεκίνημα αὐτῆς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἄς ἀκούσουμε τόν Μέγα Βασίλειο, ὅπως μᾶς συμβουλεύει: «ς νηστέψουμε νηστεία επρόσδεκτη καί εάρεστη στόν Θεό. ληθινή νηστεία εναι πομάκρυνση πό ὁ,τιδήποτε τό κακό καί φάμαρτο. γκράτεια τς γλώσσας, ποχή πό τόν θυμό, χωρισμός πό τίς ασχρές πιθυμίες, τήν καταλαλιά, τό ψέμμα καί τήν πιορκία. πουσία καί στέρηση πό ατά εναι ληθινή νηστεία. ταν γωνιζόμαστε γιά λα ατά τότε νηστεία μας εναι καλή καί φέλιμη».

Καλόν Στάδιον!

 

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Α΄ Κυριακή των Νηστειών, Τῆς Ὀρθοδοξίας

21 Μαρτίου 2021

 

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Πρῶτος μεγάλος σταθμός τοῦ πνευματικοῦ μας ταξιδιοῦ στό πέλαγος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἡ σημερινή Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, κατά τήν ὁποία ἑορτάζουμε τήν ἀναστύλωση τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων. Μέ τήν τελική ἐπικράτηση τῆς ὀρθῆς πίστης, πού ἐκφράστηκε στήν Ἑβδόμη Οἰκουμενική Σύνοδο τό 787, σέ συνδυασμό μέ τήν ὀρθή πράξη τό 843 μ.Χ., σχεδόν ἑξῆντα χρόνια δηλαδή μετά, κατέπαυσε ἡ διαμάχη, πού ταλαιπώρησε τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά περισσότερο ἀπό ἕνα αἰῶνα.

Δυστυχῶς οἱ ἔριδες καί οἱ διαμάχες, πού πολλές φορές εἶχαν αἱματηρή κατάληξη, δέν ἔλειψαν ἀπό τούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστική Ἱστορία διδάσκει ὅτι ἀκρότητες καί ἐγωϊσμοί, θρησκόληπτες ἐμμονές καί προσωπικές ἐμπάθειες, ὅσο κι ἄν διεκδικοῦν τό δίκαιο καί τό θεολογικῶς ὀρθόν, ἐντούτοις ἐξελίσσονται ἀρνητικά καί πληγώνουν τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Διότι οἱ ἄνθρωποι συχνά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Χριστός μᾶς ἀνέχεται καί μᾶς συγχωρεῖ, κι ἐμεῖς ἀντί νά πράττουμε ἀναλόγως τῆς εὐγνωμοσύνης μας πρός Ἐκεῖνον, συχνά ἀναλωνόμαστε σέ πράγματα καί ὑποθέσεις, πού μπορεῖ φαινομενικά νά κραδαίνουν τό λαβαρο τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅμως ἐπί τῆς οὐσίας βάλουν κατ’ αὐτῆς, διότι ἀπειλοῦν «τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», γιά τά ὁποῖα προσευχόμαστε ἐναγωνίως μέσα στή θεία Λειτουργία, λίγο πρίν κοινωνήσουμε μάλιστα τῶν ἀχράντων Μυστηρίων.

Ἴσως γιά τόν λόγο αὐτό ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία σήμερα, μέσα ἀπό τό πρῶτο κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰωάννου, ὁμιλεῖ γιά τήν συνάντηση τῶν πρώτων Μαθητῶν μέ τόν Χριστό. Ὁ Ἰωάννης ἀφήνει νά φανεῖ ὁ διαφορετικός τρόπος προσέγγισης τοῦ καθενός, ἀνάλογα μέ αὐτό πού πίστευε καί περίμενε γιά τόν Μεσσία, ἀνάλογα μέ αὐτό πού ἀναζητοῦσε καί εὐχόταν νά βρεῖ. Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος εἶναι ὁ Ἴδιος γιά ὅλους καί γιά τόν καθένα ἀποτελεῖ τό πλήρωμα τῆς δικῆς του ἀναζήτησης, πού ὅμως ὀφείλει νά κινεῖται μεταξύ τῆς ἐνθουσιώδους φράσεως «Εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν» καί τῆς πρόσκλησης «ἔρχου καί ἴδε». Δηλαδή μεταξύ τῆς διακήρυξης, ὅτι ὁ Θεός βρίσκεται μεταξύ τῶν ἀνθρώπων μέ τήν θεανδρική Του ὑπόσταση καί πώς αὐτό διακριβώνεται μέ τήν προσωπική βιωματική ἐμπειρία τοῦ καθενός, πού τόν προσεγγίζει.

Αὐτό τό «ἔρχου καί ἴδε», πού ἀκούσαμε σήμερα εἶναι ἡ διαχρονική πρόταση τῆς Ἐκκλησίας πρός ὅλους τούς ἀνθρώπους. Εἶναι τό ἱεραποστολικό κάλεσμα στούς ἐκτός Ἐκκλησίας, ἀλλά και ἡ διαρκής ὑπόμνηση στούς βαπτισμένους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, νά ἐπαληθεύουν τόν δρόμο τῆς ζωῆς τους. Ἔλα νά δεῖς, μέσα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, μέσα ἀπό τήν Πατερική διδασκαλία, μέσα ἀπό τήν μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ζῶντας μέσα στήν Ἐκκλησία, γνωρίζεις πραγματικά τόν Χριστό καί ζεῖς τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ! Γιά νά μή φανεῖ σκληρός ὁ λόγος αὐτός, ἄς σκεφθοῦμε μόνο, πόσοι καί πόσοι γνώρισαν τόν Χριστό, ἀλλά ἐπειδή δέν ἀνταποκρινόταν στήν ἀναζήτηση τοῦ Μεσσία, ὅπως ἐκεῖνοι εἶχαν στό μυαλό τους, Τόν ἀπέρριψαν. Καί ὄχι μόνο Τόν ἀπέρριψαν, ἀλλά καί ὅταν ἀκόμη Τόν ὑποδέχθηκαν μετά βαΐων καί κλάδων, ἄλλα περίμεναν ἀπό αὐτόν, γι’ αὐτό καί μετ’ ὀλίγον Τόν σταύρωσαν.

Εἶναι πολύ σημαντικό νά γνωρίζουμε, πώς ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί δέν εὑρήκαμε ἁπλῶς ἕνα ἱστορικό πρόσωπο, πού ποθοῦσε ἡ καρδιά μας, ἀλλά τό θεανδρικό ἐκεῖνο Πρόσωπο, τό Ὁποῖον ὄχι μόνο γεμίζει τήν καρδιά μας, ἀλλά καί σώζει τή ὕπαρξή μας.

Οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ζοῦμε ἐν Χριστῷ, μέ τόν Χριστό καί γιά τόν Χριστό. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας, ὅπως τονίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Κολοσσαεῖς ἐπιστολή του (γ΄4). Ὁ Χριστός εἶναι γιά ἐμᾶς τά πάντα.

Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐνυπόστατη πίστη μας, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής. Δηλαδή γνωρίζουμε βιωματικά Αὐτόν, τόν Ὁποῖον πιστεύουμε. Ὅπως Τόν γνωρίζουμε, Τόν ζοῦμε μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας» (Α΄ Τιμ. γ΄ 15), αὐθεντικός ἑρμηνευτής καί πάροχος τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Μέσα ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουμε τόν Χριστό. Ἐκεῖ Τόν ἀναγνωρίζουμε. Στήν Ἐκκλησία Τόν μεταλαμβάνουμε. Μέσα σέ Αὐτήν ἀπολαμβάνουμε τήν χάρη Του καί ἐτοιμάζουμε τή σωτηρία μας. Ὅλα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας καί τήν ἱερά Της παράδοση μιλοῦν γιά τόν Χριστό, γι’ αὐτό καί ὁ ἀληθινός Χριστιανός παντοῦ ὀφείλει νά βλέπει τόν Χριστό καί νά ἐπαληθεύει τήν αὐθεντική ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. «Οἱ προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐκήρυξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν..., οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν.» (Συνοδικόν Ὀρθοδοξίας)

Τοῦτο ὅμως τό μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, διότι περί μυστηρίου πρόκειται, ἔχει τήν ἀνάγκη νά διασφαλίζεται ἀπό τήν ἑνότητα καί τήν ἀγάπη. Ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός εἶπε, πώς «οἱ ἄνθρωποι θά καταλαβαίνουν, ὅτι εἶστε μαθητές μου, ἐάν ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας.» (βλ. Ἰω. ιγ 35). Ὑπεύθυνοι δέ γιά αὐτήν τήν ἀγάπη καί τήν ἑνότητα εἴμαστε ὁ καθένας προσωπικῶς. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σχεδόν σέ ὅλες τίς ἐπιστολές του, ἰδιαιτέρως πρός τούς Κορινθίους, μιλάει γιά τήν ἀποφυγή ἐρίδων καί μαχῶν. Ἐκεῖ τονίζει, πώς «ἀκόμη κι ἄν ἔχω ὅλη τήν γνώση καί ὅλη τήν πίστη ὥστε νά μετακινῶ ὅρη, ἀκόμη κι ἀν μιλῶ τίς γλῶσσες τῶν Ἀγγέλων, ἄν δέν ἔχω ἀγάπη, τότε δέν εἶμαι τίποτε!» (βλ. Α΄Κορ. ιγ) Στίς ποιμαντικές του πρός Τιμόθεον καί Τίτον ἐφιστᾶ τήν προσοχή τους στήν εἰρήνη καί τήν ὁμόνοια μεταξύ τῶν πιστῶν καί τήν ἀποστασιοποίησή τους ἀπό κάθε εἴδους φιλονικία, πρός ἀποφυγήν σχίσματος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, διαμέσου τῶν αἰώνων μᾶς ἱκετεύει, λέγοντας: «οὐ γάρ νικῆσαι ζητοῦμεν, ἀλλ’ ἀπολαβεῖν ἀδελφούς ᾧν τῷ χωρισμῷ σπαρατόμεθα.» Δέν ζητάμε νά νικήσουμε, ἀλλά νά κερδίσουμε καί πάλι στήν ἀληθινή ζωή τούς ἀδελφούς μας, γιατί σπαραζόμαστε ἀπό τόν χωρισμό τους. Τοῦτο σημαίνει πώς τίποτε δέν πρέπει νά θέτει σέ κίνδυνο τήν ἑνότητα, τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη, μεταξύ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας καί πώς ὅλα πρέπει νά διευθετῶνται μέ γνώμονα τήν ἑνότητα, στόχο τήν εἰρήνη καί κριτήριο τήν ἀγάπη, ὥστε νά μήν πληγωθεῖ ἡ Ἐκκλησία.

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία θριάμβευσε καί θριαμβεύει ἐξαιτίας ἐκείνων, πού προσέφεραν τόν ἑαυτό τους θυσία πνευματική στόν Χριστό καί ἔθεσαν σκοπό τῆς ζωῆς τους νά διδάσκουν τό Εὐαγγέλιο καί νά τό τηροῦν ἐπακριβῶς, διαφυλάσσοντας τήν ἑνότητα τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἦλθε «ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός» (Λουκ. ιθ΄10). Ὁ σύγχρονος Ὀρθόδοξος Χριστιανός ἀπέναντι στίς προκλήσεις τοῦ κόσμου ὀφείλει νά ἀγωνίζεται πνευματικά, τηρώντας τόν κανόνα τῆς προσευχῆς καί τῆς πίστεως, διαφυλάσσοντας παράλληλα τήν εἰρήνη καί τήν ἑνότητα μέσα στό σῶμα του Χριστοῦ. Οἱ ἐγωϊσμοί καί οἱ ἐμμονές, ὄχι μόνο δέν ὠφελοῦν πουθενά, ἀλλά ἀκυρώνουν καί τήν ὅποια πνευματική προσπάθεια καί ἐργασία. Ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός ὀφείλει νά ζεῖ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί αὐτό νά φαίνεται στή ζωή Του. Κι ἀν ἡ ζωή μας στριμώχνεται ἀπό τήν καθημερινότητα καί γίνεται πολλές φορές μαρτυρική, τότε νά ἔχουμε κατά νοῦν τήν συμβουλή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὅπως τήν ἀκούσαμε σήμερα, ὅτι «τρέχομεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ΄ 1) καί ποτέ νά μήν πάρουμε τά μάτια μας ἀπό τόν Χριστό. Καί ὅταν μετά ἀπό χρόνια θά ἔχουμε φύγει ἀπό αὐτήν τήν ζωή καί θά ἀκούγεται στό τέλος τῆς λιτάνευσης τῶν ἱερῶν Εἰκόνων τό «ἁπάντων τῶν ὑπέρ τῆς εὐσεβείας ἀγωνισαμένων, αἰωνία ἡ μνήμη», τότε ἡ ψυχή μας θά ἀγάλλεται συμμετέχοντας σέ αὐτόν τόν μακαρισμό. Ἀμήν

 

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Β΄ Κυριακή Νηστειῶν, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

28 Μαρτίου 2021

 

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Τήν μεταμόρφωση τοῦ θριάμβου τῆς Ὀρθόδοξης πίστης σὲ βίωμα ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ὡς προέκταση τῆς προηγούμενης Κυριακῆς. Μνημονεύει τήν πολύτιμη προσφορά τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ὡς μεγάλος δογματικός διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας μας, ὑπερασπίστηκε σθεναρά τό ὀρθόδοξο βίωμα. Τιμᾶ τούς  ἀγῶνες του, ἀρχικῶς ὡς ἀσκητή καί μοναχοῦ στό Ἅγιον Ὄρος καί μετέπειτα ὡς Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, γιά τήν κατάπαυση τῶν λεγόμενων ἡσυχαστικῶν ἐρίδων τοῦ 14ου αἰῶνα. Τήν ἐποχή ἐκείνη κάποιοι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι ἀπό τη Δύση ἀμφισβήτησαν τήν δυνατότητα πού ἔχουμε ὡς Χριστιανοί, νά ἐρχόμαστε σέ κοινωνία μέ τόν Θεό. Σέ συνέχεια τῶν αἱρετικῶν τῶν προηγούμενων αἰώνων, ἐπιχείρησαν νά ἐμφανίσουν τή λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί τήν πνευματική προσπάθεια τῶν πιστῶν, κυρίως ὡς μιά συναισθηματική καί λογική διεργασία, παρά ὡς μιά ἐμπειρία σχέσης Θεοῦ καί ἀνθρώπου.

Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη δογματική διδασκαλία, ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπρόσιτη γιά τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος μετέχει στίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τό λέει πολύ καθαρά ὁ Μέγας Βασίλειος: «ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ, διά τόν ἄνθρωπον εἶναι παντελῶς ἀπερινόητος καί ἄρρητος, ὅμως αἱ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσι». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, στηριζόμενος στήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν πρό αὐτοῦ Ἁγίων Πατέρων, κάνει διάκριση μεταξύ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἐνεργειῶν Του καί μᾶς τονίζει, ὅτι ὅπως ὁ ἥλιος στέλνει τίς ἀκτῖνες του, πού μᾶς φωτίζουν καί μᾶς θερμαίνουν ἔτσι πρέπει νά κατανοήσουμε τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Συνεπῶς ὅλοι οἱ πιστοί μποροῦν νά μετέχουν τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ,  τῆς Χάριτος δηλαδή τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπό τά Ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας καί κυρίως ὅταν μεταλαμβάνουν τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτό φαίνεται ξεκάθαρα καί μέσα ἀπό τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλύτου τῆς Καπερναούμ, γιά τό ὁποῖο ἀκούσαμε σήμερα ἀπό τόν Εὐαγγελιστή Μᾶρκο. Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ πρός ἐκεῖνον. Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος θεραπεύει τόν παράλυτο καί ἡ θεραπεία του εἶναι ἄμεση λόγῳ τοῦ ὅτι ἐνεργεῖ ὁ Θεός. Δέν χρειάστηκε δηλαδή χρόνος ἀνάρρωσης ἤ ἐν καιρῷ ἀποκατάσταση. Διότι γνωρίζουμε, πώς ἄν κάποιος θεραπευθεῖ ἀπό κάποιον ἰατρό, χρειάζεται πολύ χρόνο γιά νά ἐπανέλθει καί συνήθως ὄχι ὅπως ἦταν πρίν τήν ἀσθένεια. Ἐνῶ ἐδώ ἔχουμε αὐθορεί καί παραχρῆμα ἀπόλυτη θεραπεία.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος λαμβάνει τήν ἀφορμή νά μιλήσει γιά τήν μετοχή τοῦ Παραλύτου στήν θεῖα ἐνέργεια, πού τόν θεραπεύει, ἀλλά καί τήν εὐκαιρία νά μᾶς πεῖ, τί ἦταν ἐκεῖνο, πού προξένησε τήν ἐπενέργεια τῆς θείας Χάρης καί ἔδωσε τήν θεραπεία στόν παράλυτο.

Ὁ παραλυτικός λέει «αἰρόμενος ὑπό τεσσάρων» ἔφθασε στήν οἰκία, ὅπου δίδασκε ὁ Χριστός. Ἐπειδή ὁ κόσμος ἦταν πολύς τόν ἀνέβασαν στήν ὀροφή, «ἀπεστέγασαν τήν στέγην» καί κατέβασαν τόν παραλυτικό μαζί μέ τό κρεββάτι μπροστά στόν Χριστό, πού τοῦ χάρισε τήν ἴαση καί θεραπεία τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος προσαρμόζει αὐτήν τήν πράξη στήν θεραπεία τῆς παράλυτης ἀπό τήν ἁμαρτία ψυχῆς καί κάνει τόν ἐξῆς παραλληλισμό. Κάθε ἕνας πού πρόσκειται στίς ἡδονές εἶναι παράλυτος στήν ψυχή κείμενος ἐπάνω στό κρεββάτι τῆς ἡδυπαθείας καί τῆς σαρκικῆς ἀνέσεως. Ἡ ψυχή εἶναι παράλυτη, καθηλωμένη σέ ἕνα σῶμα πού ὑπηρετεῖ τίς ἡδονές. Χρειάζεται ἡ παράλυτη ψυχή νά ἐπιστρέψει στόν Χριστό γιά νά θεραπευθεῖ.

Τήν βοηθοῦν τέσσερις παράγοντες, τέσσερις φίλοι της ψυχῆς δηλαδή:

Πρῶτος φίλος εἶναι «ἡ οἰκεία κατάγνωσις». Δηλαδή ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί ἡ διάθεση, ὄχι νά δικαιολογήσουμε τόν ἑαυτός μας, ὅπως συμβαίνει συνήθως, ἀλλά νά τόν διορθώσουμε.

Δεύτερος φίλος εἶναι «ἡ τῶν προημαρτημένων ἐξαγόρευσις». Δηλαδή, ἡ ἐνώπιον Πνευματικοῦ Ἱερέως ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτημάτων μας.

Τρίτος φίλος εἶναι «ἡ εἰς τό ἑξῆς πρός ἀποχήν τῶν κακῶν ὑπόσχεσις», ἡ ὑπόσχεση δηλαδή  νά μήν ὑποπέσει ὁ ἄνθρωπος στά ἴδια ἁμαρτήματα.

Τέταρτος φίλος εἶναι «ἡ πρός τόν Θεόν δέησις», δηλαδή, ἡ προσευχή.

Ἀπαιτεῖται ὅμως νά ἀποστεγάσουν τήν στέγη, τήν ὀροφή. Ὀροφή εἶναι τό λογιστικό μέρος τῆς ψυχῆς, πού εἶναι φορτωμένο ἀπό ὑλικά, πού προέρχονται ἀπό τήν σχέση πρός τά γήϊνα καί τά πάθη, πού χωρίζουν τήν ψυχή ἀπό τόν Χριστό.

Ὅταν καθαρισθεῖ ὁ λογισμός μας, ἀπό τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ὅπως εἶναι οἱ μικρότητες, τά μίση, οἱ ζήλιες, ὁ φθόνος, ἡ κακότητα, οἱ σαρκικές ἁμαρτίες, τότε μποροῦμε νά ταπεινωθοῦμε, νά προσπέσουμε καί νά προσεγγίσουμε τόν Χριστό. Ἀμέσως τότε ὁ παράλυτος νοῦς ἀκούει τήν γλυκυτάτη λέξη «τέκνον» καί λαμβάνει ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἀλλά καί δύναμη γιά νά σηκώσει τό κρεββάτι του. Δηλαδή ὁ φωτισμένος νοῦς ὁδηγεῖ καί διευθύνει τό σῶμα στά ἔργα τῆς μετανοίας καί δέν διευθύνεται ἀπό αὐτό, ὅπως γινόταν προηγουμένως. Ζεῖ τήν ἐν Χριστῷ ζωή.

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τήν καλή συνήθεια νά μή θεωρεῖ τόν ἑαυτό του τέλειο καί ἀναμάρτητο, ὅταν μαθαίνει νά ἀναγνωρίζει τά σφάλματά του, ὅταν δηλαδή ἀποκτᾶ τή συνεχῆ μετάνοια, τότε δέν ἀπολαμβάνει μόνο τή χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀλλά γίνεται καί φορέας αὐτῆς τῆς χάριτος στό ἐκκλησιαστικό σῶμα. Γίνεται χρήσιμος στό ἔργο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, γιατί ἀνακαινίζει τή χάρη τοῦ Θεοῦ μέσα του μέ τά μυστήρια τῆς μετάνοιας καί τῆς ἐξομολόγησης. Μιμεῖται οὐσιαστικά τόν Κύριο, ὁ ὁποῖος ὑποτάχθηκε στό θέλημα τοῦ Πατέρα γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου, γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ὅπως πολύ εὔστοχα σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό σημερινό ἀνάγνωσμα: «εἶναι φανερό ὅτι δέν ἔρχεται (ὁ Χριστός) νά βοηθήσει ἀγγέλους, ἀλλά τούς ἀπογόνους του Ἀβραάμ. Ἔπρεπε λοιπόν νά γίνει σ’ ὅλα ὅμοιος μέ τά ἀδέλφια του, ὥστε νά γίνει σπλαχνικός καί πιστός ἀρχιερέας στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ» (βλ.Ἑβρ. β, 16-17)

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἄς μήν μᾶς ἀπογοητεύουν οἱ δυσκολίες καί οἱ ἐνίοτε ἀντίξοες συνθῆκες στήν κίνηση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας, πρός μετάνοια καί πνευματική ἀνακαίνιση. Ἀς κάνουμε φίλους μας τήν αὐτομεμψία, τήν ἐξομολόγηση, τήν προσευχή καί κυρίως τήν προσπάθεια νά μήν ἐπιστρέφουμε στά ἴδια ἁμαρτήματα. Καί οἱ νέοι αὐτοί πνευματικοί φίλοι μας, θά μᾶς ὁδηγήσουν στήν ταπείνωση καί τήν θεοφιλῆ ζωή καί τότε στήν θεραπευμένη ψυχή μας θά ἔλθει νά ἀναπαυθεῖ ἡ ζωοποιός χάρις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ στόχος τῆς ἄσκησης στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ἰδίως κατά τήν περίοδο τῆς ἁγίας καί μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πού διανύουμε. Αὐτή εἶναι καί ἡ καλύτερη προετοιμασία μας γιά νά συμμετάσχουμε συχνά καί στήν θεία μετάληψη, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν τήν αἰώνιον», ἐσχάτως δέ καί εἰς ὁμολογίαν πίστεως. Ἀμήν.

π. Σ.Κ.



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 122 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ