«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

(1/11/2020)

Κυριακή Ε΄ Λουκά 

Λουκ. ιστ΄ 19 - 31

 

Η μετά θάνατον κατάσταση των ψυχών

 Η γνωστή παραβολή του ανωνύμου πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου έρχεται και πάλι στο προσκήνιο, μέσω της σημερινής Ευαγγελικής διήγησης, αγαπητοί μου αδελφοί. Ο πλούσιος που, στη διάρκεια της ζωής του, είχε όλα τα αγαθά, τα κρατούσε, όμως, μόνο για τον εαυτό του, μη βλέποντας την δυστυχία των άλλων, διακρινόμενος από έλλειμμα αγάπης και οικτιρμών, πεθαίνει και βρίσκεται στον Άδη. Ο φτωχός Λάζαρος, που ζούσε στη δυστυχία και στην ανέχεια και προσπαθούσε να επιβιώσει από τα ψίχουλα της τραπέζης του πλουσίου, πεθαίνει, επίσης και οι Άγγελοι οδηγούν την ψυχή του στον παράδεισο. Ενώ και οι δύο βρίσκονται στην μετά θάνατον πραγματικότητα, ο πλούσιος, βλέποντας την τραγικότητα της καταστάσεώς του, ζητεί από τον Πατριάρχη Αβραάμ, να στείλει τον Λάζαρο για να δροσίσει τα χείλη του, αλλά και να τον αποστείλει στους εν ζωή αδελφούς του, οι οποίοι ζούσαν την ίδια άστατη και κοσμική ζωή, προκειμένου να τούς προειδοποιήσει, για να μετανοήσουν. Η απάντηση του Αβραάμ κατηγορηματική: Μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται (Λουκ. 16, 26). Όσο για τους αδελφούς του, ει Μωσέως και των προφητών ουκ ακούουσι, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται (Λουκ. 16, 31).

Η ως άνω διήγηση γίνεται αφορμή για να εξαγάγουμε τρία βασικά συμπεράσματα για τον θάνατο και την μετά θάνατον πραγματικότητα:

Το πρώτο, είναι ότι ο θάνατος αποτελεί κοινή μοίρα για όλους τους ανθρώπους. Ουδείς πρόκειται να ξεφύγει απ’ αυτόν, «βασιλεύς ή στρατιώτης, πλούσιος ή πένης, δίκαιος ή αμαρτωλός», όπως ψάλλουμε στην νεκρώσιμη Ακολουθία. Μπορεί την παραπάνω αλήθεια να θεωρούμε αυτονόητη, στην πράξη, όμως, συχνά την ξεχνούμε. Κάνουμε τα πάντα για να κατακτήσουμε αυτή τη ζωή και τους καρπούς της, ν’ αποκτήσουμε υλικά αγαθά και οικονομική ευρωστία, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, λες και η ζωή αυτή δε θα τελειώσει ποτέ και δεν θα υπάρξει μετά θάνατον προοπτική. Λησμονούμε επιδεικτικά ότι η ζωή αυτή έχει τέλος, έστω κι αν βλέπουμε τους συνανθρώπους μας να φεύγουν καθημερινά από κοντά μας. Θεωρούμε ότι ο θάνατος δε μπορεί να μάς αγγίξει.

 Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι οι ψυχές μετά τον θάνατο έχουν συνείδηση της καταστάσεώς τους. Γεύονται είτε των καρπών της αμαρτίας, αν έζησαν μακράν του Θεού και του θελήματός Του, σε κατάσταση αμετανοησίας, είτε των αγαθών της κατά Θεόν ζωής, εφόσον έζησαν ως συνειδητά μέλη της Εκκλησίας Του, σε κατάσταση διαρκούς μετανοίας. Και αυτή η επίγνωση είναι, τελικά, που συνιστά την κόλαση και τον παράδεισο για τον καθένα.

Το τρίτο συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει περίπτωση αλλαγής της μετά θάνατον κατάστασης της ψυχής. Η κρίση της ψυχής συντελείται τη στιγμή του θανάτου και είναι ευτυχείς οι ψυχές εκείνες που αποχωρίζονται το σώμα με αγαθό και Θεοφιλή τρόπο, ανεξαρτήτως ηλικίας, ενώ αιώνια δυστυχείς εκείνες που φεύγουν κατακρινόμενες από τα ίδια έργα του ανθρώπου που έζησε σε κατάσταση αποστασίας από την αγάπη του Θεού.

Αφού, όμως, δεν υπάρχει περίπτωση αλλαγής της κατάστασης της ψυχής μετά θάνατον, τότε εύλογα τίθεται το ερώτημα, ποιός ο ρόλος των ιερών μνημοσύνων; Ο ρόλος τους είναι άκρως σημαντικός, καθώς δείχνει την ενότητα της επί γης στρατευομένης με την εις ουρανόν θριαμβεύουσα Εκκλησία και αποσκοπεί προς τρεις κατευθύνσεις: είναι ενισχυτικός για τις ψυχές, καθότι αυξάνουν και επιτείνουν την εν τω παραδείσω ευδαιμονία τους, απαλύνουν δε τον θρήνο και την δυστυχία της κολασμένης ψυχής. Είναι παρηγορητικός για τους πενθούντες συγγενείς, «τους ζώντες και περιλυπομένους», καθώς τους καθιστά δεκτικούς της αγάπης και των παραμυθητικών ευχών του σώματος της Εκκλησίας. Είναι δε και διδακτικός για τους υπολοίπους ανθρώπους, καθότι τούς θυμίζει ότι η ίδια μοίρα περιμένει όλους τους θνητούς.

Αυτό, λοιπόν, που εξάγεται ως τελικό συμπέρασμα είναι πως ο άνθρωπος δεν πρέπει να ξεχνά ποτέ ότι είναι περαστικός από τον παρόντα βίο και προορίζεται για την μετά θάνατον αιώνια πραγματικότητα. Η αλήθεια αυτή ας γίνει αφορμή αξιολόγησης των δεδομένων της ζωής, με τέτοιο τρόπο που αυτή να δικαιωθεί και να κατακτηθεί, αφού είναι δώρο του Θεού, να γίνει, όμως, παράλληλα και η δίοδος προς την μακαριότητα της αγάπης του Θεού, στην  Βασιλεία Του, για την οποία όλοι είμαστε προορισμένοι. 

 

 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

(8/11/2020)

Κυριακή Ζ’ Λουκά 

Λουκ. 8, 41-56

 

Αναζητώντας το θαύμα σήμερα

Δύο θαυματουργικές επεμβάσεις, οι οποίες αποκάλυψαν τα μεγαλεία του Θεού, αγαπητοί μου αδελφοί, διέσωσε το Ευαγγελικό ανάγνωσμα,  που ακούσαμε στη σημερινή Θεία Λειτουργία. Ο Κύριός μας, πορευόμενος εν μέσω μεγάλου πλήθους, έρχεται αντιμέτωπος με έναν τραγικό πατέρα, έναν Ιουδαίο άρχοντα, ο οποίος γονατίζει ενώπιόν Του και τον παρακαλεί να έρθει στο σπίτι του, γιατί πεθαίνει το μονάκριβο κορίτσι του. Και, ενώ πήραν το δρόμο για το σπίτι του, συνθλιβόμενος ο Κύριος από το πλήθος των ανθρώπων, ένιωσε ένα ιδιαίτερο άγγιγμα. Επρόκειτο για μία γυναίκα, η οποία από την παιδική της ηλικία, έπασχε από αιμορραγία. Μη θέλοντας να ενοχλήσει τον Χριστό και να ανακόψει την πορεία Του, προσπάθησε να Τον πλησιάσει και να αγγίξει, έστω, την άκρη του ιματίου Του. Και μόλις το έκανε, θεραπεύτηκε. Και ο Χριστός αναρωτήθηκε: «ποιος με άγγιξε;». Οι μαθητές Του απόρησαν: «τόσος κόσμος σε συνθλίβει και συ ρωτάς ποιος με άγγιξε;». Κι εκείνος τους είπε «κι όμως, ένιωσα να βγαίνει από μέσα μου μία δύναμη». Και τότε αποκαλύφθηκε η γυναίκα, ομολόγησε ότι εκείνη άγγιξε το Χριστό, με πίστη, ζητώντας τη θεραπεία. Και την λύτρωσε, επαινώντας την πίστη της. Και όσο γινόντουσαν αυτά, ένας δούλος του Ιουδαίου, άρχοντα ήρθε και τους είπε ότι δεν υπάρχει λόγος να ενοχληθεί περαιτέρω ο Χριστός, καθώς το μικρό κορίτσι πέθανε. Η είδηση αυτή, όμως, δεν ανέκοψε την δύναμη του Θεού, ο Χριστός τους είπε να έχουν πίστη. Έφθασαν στο σπίτι, εισήλθε στο δωμάτιο του παιδιού, έπιασε το χέρι του και την ανέστησε εκ των νεκρών.

Δύο περιπτώσεις ξεχωριστές, δύο θαύματα ξεχωριστά. Ο ένας ήταν άρχοντας. Δε δίστασε να αφήσει στην άκρη την ιδιότητά του, να εγκαταλείψει το αξίωμά του, να ταπεινωθεί ενώπιον του Χριστού, αλλά και των ανθρώπων και να πέσει στα γόνατα, αναζητώντας το θαύμα. Από την άλλη, μία γυναίκα του λαού, που διστάζει να πλησιάσει το Χριστό και έχει πίστη βαθύτατη, ότι απλά αγγίζοντάς Τον θα βιώσει κι εκείνη το θαύμα. Και στις δύο περιπτώσεις βλέπουμε ανθρώπους, οι οποίοι, με απόλυτη εμπιστοσύνη στη δύναμη του Θεού, Τον πλησιάζουν, προσδοκώντας την σωτηρία. Και αυτή η σωτηρία παρέχεται πλουσιοπάροχα από το Χριστό.

Θα προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε αυτή την εικόνα στην εποχή μας. Ζούμε σε μια εποχή, η οποία δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη. Είναι μία εποχή στην οποία επικρατεί ατμόσφαιρα θανατερής αποσύνθεσης και αποφοράς, που είναι καρπός μίας διαχρονικής αιμορραγίας σε όλα τα επίπεδα, στο πολιτιστικό, στο πνευματικό, στο πολιτικό, στο εκπαιδευτικό, στο οικονομικό. Αυτά τα πεδία της κοινωνικής ζωής, στην οποία όλοι συμμετέχουμε, αιμορραγούν, τα τελευταία χρόνια, στον τόπο μας και έχουν δημιουργήσει μία ατμόσφαιρα θανατερή, μία ατμόσφαιρα απελπισίας και απόγνωσης, που την περιγράφουμε ως ατμόσφαιρα μεγάλης και βαθιάς κρίσης.

Και θα περίμενε κανείς, όπως οι δύο αυτοί άνθρωποι που εκπροσωπούν δύο διαφορετικούς κόσμους την εποχή εκείνη, τους άρχοντες και το λαό, θα περίμενε κανείς και στην εποχή μας να συμβαίνει το ίδιο. Και οι άρχοντες και ο λαός να προσερχόμαστε στο Χριστό, αποζητώντας το θαύμα, αποζητώντας τη σωτηρία, που ζήτησαν και βρήκαν εκείνοι οι άνθρωποι. Αλλά, βλέπετε, οι άρχοντές μας, όλων των αποχρώσεων, αναζητούν τη σωτηρία σε ανθρώπινα συστήματα, επενδύουν σε ανθρώπινες εξωγενείς και ενδογενείς δυνάμεις. Νομίζουν ότι, στηριζόμενοι στις ανθρώπινες ικανότητες, μπορούμε να ξεφύγουμε απ’ αυτή την θανατερή ατμόσφαιρα, να βγούμε στην επιφάνεια και να σωθούμε. Ενώ θα περίμενε κανείς να κάνουν αυτό που έκανε ο άρχοντας εκείνης της εποχής, να πέσουν στα γόνατα και να παρακαλέσουν το Θεό. Αλλά, όπως βλέπουμε, δεν είναι ανάμεσά μας. Όσο κι αν ψάξουμε να τους βρούμε σήμερα και άλλοτε, δεν θα τους βρούμε. Κανείς δεν δέχεται να συγχρωτιστεί με το λαό την ώρα της κοινής Λατρείας, να γονατίσει ενώπιον του Θεού και να πει: «Θεέ μου, βοήθησέ με. Πανάγιο Πνεύμα φώτισέ με, πώς πρέπει να ενεργήσω». Κανείς δε το κάνει, κανείς δεν Τον επικαλείται κι αν υπάρξουν κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις, σπάνιες, αλλά υπαρκτές, γνωρίζουν τη λοιδορία και την απαξίωση από τους δήθεν προοδευτικούς συναδέλφους τους.

Αλλά, μήπως εμείς που απαρτίζουμε το λαό φερόμαστε διαφορετικά; Μιμούμαστε την απλή γυναίκα του λαού της περικοπής, η οποία με προσδοκία και πίστη θέλησε απλώς ν’ αγγίξει το Χριστό για να γευθεί τη σωτηρία; Βλέπουμε, ότι κι εμείς οι απλοί άνθρωποι, πολλές φορές παρασυρόμαστε απ’ όλη την προπαγάνδα γύρω από την Εκκλησία, απ’ όλη την απαξίωση που επιχειρείται από τις δυνάμεις και τα συστήματα του κόσμου, που αρνούνται και πολεμούν την Εκκλησία, που Την θεωρούν ένα σωματείο κοινωνικής προσφοράς και όχι θεραπευτήριο ψυχών, στο οποίο μπορούμε να καταφύγουμε για να βρούμε την προσωπική, αλλά και την γενικότερη σωτηρία μας. Κι έτσι αποτύχαμε και βιώνουμε την θανατερή κατάσταση της εποχής μας.

Αποδεικνύεται, τελικά, αγαπητοί μου, ότι οι άνθρωποι πήραμε λάθος δρόμο, κάναμε λάθος επιλογές και δεν είναι κακό να το παραδεχτούμε. Αντιθέτως, πρέπει να ταπεινωθούμε, να νιώσουμε ότι βαδίσαμε μόνοι μας, απαρνούμενοι το Θεό, μη πιστεύοντας σ’ Αυτόν ουσιαστικά και έτσι φθάσαμε στο τέλμα, τα κάναμε όλα λάθος. Δεν είναι κακό κανείς να παραδέχεται τα λάθη του και ν’ αλλάζει πορεία, να ξεκινάει από την αρχή, έχοντας, πλέον, ως βάση και ασφαλή πορεία ζωής τον Ιησού Χριστό και το θέλημά Του. Αυτό οφείλουμε να κάνουμε, άρχοντες και αρχόμενοι, λαός και εξουσία, αν θέλουμε να πετύχουμε το θαύμα και να βρούμε τη σωτηρία. Ο Χριστός είναι πάντοτε εδώ, μας περιμένει, δεν επεμβαίνει αν δε το ζητήσουμε, γιατί σέβεται την ελευθερία μας. Είναι εδώ και μας περιμένει, αρκεί να Του το ζητήσουμε και τότε το θαύμα, να είμαστε βέβαιοι ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα. ΑΜΗΝ!

 

 

 «ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

(15/11/2020)

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ 

Λουκ. ι΄, 25-37

 

Τα χαρακτηριστικά της αγάπης

Η παραβολή του καλού Σαμαρείτου είναι ευρέως γνωστή, αδελφοί μου. Ο Κύριος την δίδαξε, ερωτώμενος από έναν νομομαθή πώς μπορεί να κερδίσει την αιώνια ζωή. Η ερώτηση αποσκοπούσε στο να ελέγξει τις γνώσεις του Ιησού γύρω από τον νόμο του Μωυσή, προκειμένου να Τον εκθέσει στα μάτια των ακροατών Του. Ο Χριστός δεν περιορίστηκε στην υπενθύμιση της γνωστής εντολής της Π. Διαθήκης περί της αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον. Ανέλυσε την έννοια του πλησίον, παραθέτοντας την περιπέτεια του Σαμαρείτου. Ένας άνθρωπος, πηγαίνοντας από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ, έπεσε θύμα ληστρικής επίθεσης και κειτόταν στην άκρη του δρόμου ημιθανής. Από δίπλα του πέρασαν ένας ιερέας της Ιουδαϊκής θρησκείας και ένας Λευίτης, οι οποίοι αδιαφόρησαν προκλητικά. Πέρασε και ένας Σαμαρείτης, ο οποίος τον σπλαχνίστηκε. Περιποιήθηκε τα τραύματά του. Τον πήρε στους ώμους και τον μετέφερε στο πλησιέστερο πανδοχείο. Έδωσε χρήματα στον πανδοχέα, προκειμένου να περιθάλψει τον τραυματία. Με αυτή τη διήγηση περιέγραψε τον πλησίον ο Ιησούς, κάνοντας ένα βήμα παραπέρα στον προσδιορισμό της αγάπης, όπως την εκλάμβανε ο κόσμος της Π. Διαθήκης, καθώς αποκάλυψε τα τέσσερα βασικά χαρακτηριστικά της αληθινής εν Χριστώ αγάπης.

Το πρώτο χαρακτηριστικό της εν Χριστώ αγάπης είναι η έμπρακτη εφαρμογή της. Ο Σαμαρείτης δεν περιορίστηκε σε λόγια συμπόνιας και παρηγοριάς. Ανέλαβε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, πήρε πάνω του τον πόνο του αδελφού και έκανε τα πάντα για να βελτιώσει την κατάστασή του. Αυτό είναι ένα μήνυμα για τους ανθρώπους της εποχής μας, που είναι εύκολοι στα λόγια, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να περιορίσουν στο ελάχιστο τα προσωπικά τους συμφέροντα και τη βολή τους, για να σταθούν δίπλα στον πάσχοντα αδελφό.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της εν Χριστώ αγάπης είναι η ανιδιοτέλεια. Ο Σαμαρείτης δεν είχε να κερδίσει τίποτα από το ενδιαφέρον που επέδειξε στον χτυπημένο συνάνθρωπό του. Αντιθέτως, εγκατέλειψε τις εργασίες του, βγήκε από το πρόγραμμά του και έκανε τις ανάγκες του αδελφού του δικές του. Δεν αποσκοπούσε ούτε στον έπαινο, ούτε στην αναγνώριση των ανθρώπων. Δε ζήτησε το παραμικρό αντάλλαγμα για να εκφράσει την ανθρωπιά του.

Το τρίτο χαρακτηριστικό της εν Χριστώ αγάπης είναι η έλλειψη διακρίσεων. Ο Σαμαρείτης θα μπορούσε κάλλιστα να αδιαφορήσει καθώς ο τραυματίας ήταν Ιουδαίος, ανήκε δηλ. σε άλλη θρησκευτική πίστη. Είναι γνωστή δε η διαμάχη που επικρατούσε μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών εκείνη την εποχή. Έφθανε σε επίπεδα σκληρότητας και μίσους. Δεν έκανε, όμως, μέσα του τη διάκριση που άλλοι, ενδεχομένως, θα έκαναν στη θέση του. Δεν αρνήθηκε τον συνάνθρωπό του, επειδή τους χώριζαν θρησκευτικές διαφορές. Αλίμονο αν αυτές γίνονται αιτία να χάσουν οι άνθρωποι τα αισθήματα της συμπόνιας και της φιλανθρωπίας. Στη σκέψη της Εκκλησίας κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως θρησκευτικών, φυλετικών ή πολιτιστικών καταβολών, είναι εικόνα του Θεού. Και όλους οφείλουμε να περιβάλουμε με αδιάκριτη, ως προς την ποιότητα, αγάπη, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού.

Το τέταρτο, τέλος, χαρακτηριστικό της εν Χριστώ αγάπης είναι το στοιχείο της θυσίας. Ο Σαμαρείτης από την υπόθεση αυτή βγήκε ζημιωμένος οικονομικά. Όλα τα χρήματά του έθεσε στη διάθεση του τραυματία συνανθρώπου του. Δε σκέφθηκε τις προσωπικές ή τις οικογενειακές του ανάγκες. Τα θυσίασε όλα προκειμένου ο άνθρωπος να ξανασταθεί στα πόδια του υγιής. Κι όμως, υπάρχουν στην εποχή μας πολλοί που αποταμιεύουν χρήματα και πλούτη, για τις δύσκολες, δήθεν ώρες της ζωής τους, ενώ δίπλα τους άνθρωποι υποφέρουν επειδή δεν έχουν τα στοιχειώδη για να καλύψουν τα προς το ζην ή τα έξοδα για την θεραπεία των ασθενειών τους. Αρνούνται να προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια, επιδεικνύοντας απάνθρωπη αδιαφορία και αναλγησία.

Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτου, αγαπητοί μου, ας μιλήσει, επιτέλους, στις καρδιές μας, κυρίως στις μέρες μας που η ανάγκη για έμπρακτη και όχι θεωρητική αγάπη είναι περισσότερο επιτακτική από ποτέ. Μόνο μια τέτοια αγάπη μπορεί να γίνει το εισιτήριο για την κατάκτηση της αιώνιας ζωής. ΑΜΗΝ!

 

 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

(22/11/2020)

Κυριακή Θ΄ Λουκά 

Λουκ. 12, 16-21

Ο κατά Θεόν πλούτος

Σε εποχή βαθιάς οικονομικής κρίσης, αγαπητοί μου αδερφοί,  σαν και αυτή που ζούμε, το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα αποδεικνύεται ιδιαίτερα διδακτικό για όλους μας, καθότι ο Κύριος δίδαξε την παραβολή του άφρονος πλουσίου. Η αφορμή, όμως, για τη διδαχή αυτή υπήρξε η διχογνωμία δύο αδελφών πάνω σε κληρονομικά ζητήματα, διαφορά η οποία διασώζεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά λίγους στίχους πριν την παράθεση της παραβολής του άφρονος πλουσίου.

Ένας αδελφός πλησίασε το Χριστό και του είπε, «Κύριε σε παρακαλώ, πείσε τον αδελφό μου να μοιράσει σωστά την περιουσία μας, γιατί με αδικεί». Και ο Κύριος του είπε, «ποιος νομίζεις ότι είμαι; Νομίζεις ότι ήρθα στον κόσμο αυτό για να κάνω το διαιτητή και το δικαστή ανάμεσά σας; Ένα πράγμα θα σας πω. Να αποφεύγετε την πλεονεξία, καθ’ ότι η συσσώρευση πλούτου και υλικών αγαθών αποτελεί τροχοπέδη για την κατάκτηση της αιώνιας ζωής». Και για να επικυρώσει αυτήν την αλήθεια ο Χριστός, παρέθεσε την παραβολή του άφρονος πλουσίου, που ακούσαμε στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα.

Κάποια χρονιά, τα κτήματα ενός πλουσίου γαιοκτήμονα, καρποφόρησαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Ο άνθρωπος, όμως, αυτός, αντί να χαίρεται γι’ αυτήν την ευλογία, άρχισε να αγχώνεται: «πού θα χωρέσω όλα αυτά που απέκτησα, πού θα αποθηκεύσω όλους τους καρπούς, για να μην τους κλέψουν οι κλέπτες και να μην τους χάσω από τη μια μέρα στην άλλη;». Και σκέφτηκε, «θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου, θα κτίσω μεγαλύτερες και θα χωρέσω όλους τους καρπούς και τα γεννήματά μου στις καινούργιες. Και μετά θα πω στην ψυχή μου, ψυχή, τώρα μπορείς να αναπαυτείς. Φάγε, πιες, ευφραίνου, έχεις πολλά αγαθά για όλη σου τη ζωή». Και τότε εμφανίζεται ο Θεός μπροστά του και του λέει: «Ανόητε, αυτήν την νύχτα θα φύγεις από τη ζωή, θα πεθάνεις. Αυτά, λοιπόν, που απέκτησες σε ποιόν θα πάνε; Τί θα απογίνουν»; Και συνεχίζει ο Χριστός, «αυτά παθαίνει εκείνος ο οποίος θησαυρίζει για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για τον Θεό».

Αυτή ήταν η Ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα και μας δίνει πολλές αφορμές για να πούμε πράγματα σωτήρια για την ψυχή μας.

Το πρώτο είναι η διένεξη μεταξύ των αδερφών για κληρονομικά ζητήματα. Βλέπετε, δεν είναι μόνο σημερινή αυτή η κατάσταση. Κρατά από την εποχή του Χριστού. Άρα, είναι διαχρονικό κακό η διένεξη, μεταξύ αδερφών, για τα χρήματα, τα κτήματα, τα σπίτια, τα οικόπεδα. Και είναι τόσο μεγάλος αυτός ο πειρασμός, ώστε να γίνεται αφορμή διάσπασης της οικογενειακής συνοχής, αφορμή να ορθώνονται τείχη ανάμεσα στους ανθρώπους και μάλιστα, στους αδερφούς, αφορμή να οξύνονται τα πάθη, να προκαλούνται άσβεστα μίση, ακόμη δε, να οδηγούνται οι άνθρωποι σε εγκλήματα! Αυτό συνιστά κατάντημα για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα για μία οικογένεια να χωρίζεται, να διασπάται, να χύνεται αίμα αδελφικό και να κυριαρχεί το μίσος μεταξύ των αδερφών για όλα αυτά που αφήνουμε πίσω μας και δεν παίρνουμε τίποτα μαζί μας στην αιώνια ζωή. Είναι ντροπή, αλλά και βλασφημία κατά του ονόματος του Θεού, αδέρφια να στερούνται του μεγάλου δωρήματος της αδερφικής αγάπης, το οποίο είναι αγαθό ανεκτίμητης αξίας και να το ανταλλάσσουν με τα ξυλοκέρατα της ύλης και των εφήμερων οικονομικών συμφερόντων.

Το δεύτερο σημείο είναι η ανοησία του πλουσίου. Ο Χριστός χαρακτηρίζει τον άνθρωπο αυτόν με σκληρό τρόπο, τον ονομάζει «άφρονα». Άφρων είναι αυτός που δεν έχει φρόνηση, που δεν έχει σώας τας φρένας, ο ανόητος δηλ., αυτός που έχει τρελαθεί. Έτσι χαρακτηρίζει τον πλούσιο ο Χριστός. Γιατί, ο πλούσιος δεν έκανε τίποτα άλλο από το να σκέφτεται πώς θα περάσει καλά σ’ αυτή τη ζωή. Τον χαρακτήρισε ανόητο, γιατί ο άνθρωπος αυτός δε σκέφτηκε πως θα έρθει η ώρα και η στιγμή που θα φύγει απ’ αυτή τη ζωή. Δεν είχε ποτέ δηλ. στο νου του αυτό που ονομάζουμε «μνήμη θανάτου», ότι δεν είμαστε αθάνατοι, αλλά περαστικοί και κάποια στιγμή θα αφήσουμε αυτόν τον κόσμο για την αιωνιότητα κι όλα αυτά που αποκτήσαμε θα τα αφήσουμε πίσω και δε θα πάρουμε τίποτα μαζί μας. Τον χαρακτήρισε «ανόητο» γιατί, αντί να χαίρεται αυτά που ο Θεός πλουσιοπάροχα του χάρισε, αυτά τα αποκτήματα έγιναν για εκείνον αφορμή άγχους και στεναχώριας. Ήταν άφρων αυτός ο άνθρωπος και ανόητος, γιατί δεν έκανε τίποτα για την άλλη ζωή, η οποία είναι αιώνια και ατελεύτητη, αλλά έκανε τα πάντα γι’ αυτήν την ζωή, η οποία είναι περιορισμένη και με συγκεκριμένη χρονική κατάληξη.

Υπάρχει και το τρίτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε: «Αυτά παθαίνει», λέει ο Χριστός, «αυτός που πλουτίζει για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για το Θεό». Ποιος είναι ο κατά Θεόν πλούτος, για τον οποίο ομιλεί ο Κύριος; Ποιος είναι ο πλούσιος κατά Θεόν; Λέγει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ότι «πλούσιος δεν είναι όποιος κατέχει, αλλά όποιος μεταδίδει. Και αυτή η μετάδοση, η προσφορά, αποκαλύπτει τον μακάριο άνθρωπο, όχι η κατοχή των υλικών αγαθών»[1]. Ο πλούσιος κατά Θεόν, είναι αυτός ο οποίος αυτά που έχει δεν τα κρατάει για τον εαυτό του, αλλά τα μοιράζεται, τα προσφέρει με αγάπη στους ανθρώπους. Δεν αδιαφορεί για τα προβλήματα και την αδυναμία των συνανθρώπων του, αλλά στρέφει το βλέμμα της αγάπης του γύρω και βλέπει, ποιος έχει ανάγκη, ποιος δεν έχει τα στοιχειώδη σ’ αυτή τη ζωή, ποιος είναι δυστυχισμένος, ποιος είναι άρρωστος; ποιος δεν μπορεί να ζήσει τα παιδιά του; ποιος είναι άνεργος, έχει χάσει τη δουλειά του και το έδαφος κάτω από τα πόδια του; Αυτός είναι ο πλούσιος άνθρωπος× εκείνος που, είτε από το υστέρημα, είτε από το περίσσευμά του, ξέρει να κάνει πλουσίους και όλους τους άλλους μαζί με τον εαυτό του και έτσι χαίρεται και αναπαύεται ο ίδιος και ευαρεστεί το Θεό με την έξοδο της αγάπης από τον εαυτό του, για να κερδίσουν, με την αγάπη του, όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Πλούσιος κατά Θεόν είναι εκείνος ο οποίος εργάζεται με τον τρόπο αυτόν μέσα στην κοινωνία, εξασφαλίζοντας την ενότητα και την κοινωνική ισορροπία και δικαιοσύνη. Αλλά πλούσιος κατά Θεόν, κυρίως και πρωτίστως, είναι εκείνος ο οποίος μέσα στην ψυχή του εργάζεται τον κόσμο των αρετών, που ζει κατά Χριστόν, που προσέρχεται τακτικά στα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, που εκκλησιάζεται, εξομολογείται, κοινωνεί του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Αυτός είναι πλούσιος κατά Θεόν, γιατί ενώ μπορεί να μην έχει υλικά αγαθά, μπορεί οι τσέπες του να μην είναι γεμάτες από χρήματα, εντούτοις η καρδιά του είναι γεμάτη από την παρουσία του Θεού. Και όταν η καρδιά μας είναι γεμάτη από την παρουσία του Θεού, τότε είμαστε οι πιο πλούσιοι άνθρωποι στον κόσμο αυτόν.

Να, λοιπόν, αγαπητοί μου, ποιο είναι το μήνυμα της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής. Να γίνουμε πλούσιοι! Αλλά όχι με τον τρόπο που εμείς νομίζουμε. Να γίνουμε πλούσιοι πλουτίζοντας τους άλλους ανθρώπους, παρηγορώντας τους συνανθρώπους μας, σε μια εποχή εσχάτης ανάγκης, εσχάτης ένδειας, οξυμένων κοινωνικών προβλημάτων και κοινωνικών ανισοτήτων. Εδώ θα φανεί ποιος είναι πραγματικός Χριστιανός. Εδώ θα φανεί ποιος είναι πραγματικά αδελφός προς αδελφόν, ποιος είναι ο αληθινά πλούσιος. Εκείνος που έχει γεμίσει τη ζωή του από τη Χάρη του Θεού και γίνεται αφορμή χαράς  και ευτυχίας και για τους άλλους ανθρώπους. Αμήν!

 

 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

(29/11/2020)

Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά 

Λουκ. 18,18-27

 

Ο επάρατος πλουτισμός

Στην εποχή της βαθιάς οικονομικής κρίσης που ζούμε, αγαπητοί μου αδελφοί, κατά την οποία οι λαοί γινόμαστε θύματα της διεθνούς και εγχώριας πλουτοκρατίας, το Ευαγγελικό απόσπασμα που ακούσαμε σήμερα καθίσταται άκρως ενδιαφέρον και επίκαιρο. Ο Χριστός ερωτάται από έναν Ιουδαίο άρχοντα για τον τρόπο με τον οποίο θα κατακτήσει την αιώνια ζωή. Τού υποδεικνύει να τηρήσει πιστά τις εντολές του Θεού και, όταν λαμβάνει την σχετική διαβεβαίωση, καλεί τον συνομιλητή Του να πουλήσει όλα τα υπάρχοντά του, να τα μοιράσει στους πτωχούς και να Τον ακολουθήσει. Ο πλούσιος έπεσε σε μελαγχολία και έφυγε, γιατί δεν ήθελε να στερηθεί τα πλούτη του. Ο Χριστός τότε ομολόγησε ότι ο πλουτισμός είναι εμπόδιο για την κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Το κυνήγι του πλουτισμού δημιουργεί ανθρώπους χωρίς ηθικές αναστολές και αισθήματα. Κατασκευάζει ανθρώπους – μηχανές, που λειτουργούν με μόνο και αποκλειστικό σκοπό την αύξηση του πλούτου έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Στο σκοπό αυτό τα διεθνή συστήματα του πλουτισμού δε διστάζουν να θυσιάσουν ανθρώπινα δικαιώματα, να στερήσουν κατοχυρωμένα εργασιακά και ασφαλιστικά προνόμια, να εκμαυλίσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δημιουργώντας στρατιές νεόπτωχων, ανέργων και δυστυχισμένων ανθρώπων, χωρίς παρόν και ελπίδα για το μέλλον. Δε διστάζουν να κερδοσκοπήσουν στην πλάτη ολόκληρων κρατών και να εξευτελίσουν την ιστορία λαών, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα των κερδών τους. Οι κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις για την προάσπιση του δικαίου των λαών τούς αφήνουν παντελώς αδιάφορους.

Το κυνήγι του πλουτισμού δημιουργεί ανθρώπους αιχμαλώτους του χρήματος και τούς οδηγεί στην εκούσια δέσμευση μιας ιδιότυπης σκλαβιάς. Η ζωή τους εξαρτάται από την αυξομείωση των χρηματοοικονομικών δεικτών, χαλαρώνοντας τους ανθρώπινους δεσμούς, περιορίζοντας ή εξαφανίζοντας την ανάγκη της κοινωνικότητας, που δίδει τη θέση της στον επικίνδυνο ατομισμό. Ένας σύγχρονος Ορθόδοξος Ιεράρχης, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο της ιδιότυπης αυτής αυτοδέσμευσης, επισημαίνει: «Εκείνος που ασχολείται συνέχεια με χρήματα, τόκους και δανεισμούς, με κέρδη και επιχειρήσεις, γίνεται χειρότερος και από τα άλογα ζώα, γιατί αποδεικνύεται δούλος κάτω από το χειρότερο αφεντικό. Ενώ πλαστήκαμε από τον Θεό ευγενείς και ελεύθεροι, υποδουλωθήκαμε στον πλούτο. Πράγματι, πολλοί από εμάς τον πλουτισμό τον έχουμε κάνει σκοπό της ζωής μας. Είτε με θεμιτά, είτε με αθέμιτα μέσα, μαζεύουμε συνεχώς και προσπαθούμε να κρατηθούμε στη ζωή αυτή με τα χρήματα. Η ασφάλειά μας δεν είναι ο Θεός, αλλά ο πλούτος και τα υλικά πράγματα»[2].

Το κυνήγι του πλουτισμού καταστρέφει τη φιλότιμη συνείδηση των λαών που είχαν μάθει να ζουν μέσα από την έντιμη και σκληρή εργασία, νιώθοντας πλούσιοι με τα λίγα, ευτυχισμένοι και αυτάρκεις με τα απλά. Πλέον, η έντιμη εργασία θεωρείται ουτοπία και οι νέες γενιές γαλουχούνται με τα «οράματα» της απάτης, της ευκολίας, της «αρπαχτής», της μίζας, των υπόγειων διαδρομών του χρήματος. Αλλά, αυτό συμβαίνει γιατί το πρόβλημα ξεκινά από ψηλά. Όταν τα ηγετικά πρόσωπα της κοινωνίας αποδεικνύονται επιρρεπή στο πάθος του πλουτισμού, αποκομίζοντας αδικαιολόγητα προσωπικά κέρδη και οφέλη, χάρη στα δημόσια αξιώματά τους, τότε στέλνουν τα χειρότερα μηνύματα στους λαούς. Λειτουργούν ως τραγικά παραδείγματα προς αποφυγήν και εδραιώνουν ένα σύστημα σήψης και διαφθοράς το οποίο είναι δύσκολο να αποκαθαρθεί, έστω κι αν αποκαλυφθεί.

Ο Παπαδιαμάντης είχε χαρακτηρίσει τον πλουτισμό και την πλουτοκρατία «μόνιμο άρχοντα του κόσμου και διαρκή αντίχριστο. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς»[3]. Να, γιατί είναι σταθερό και μόνιμο εμπόδιο για την κατάκτηση της Βασιλείας των ουρανών.

π. Ε.Ο.

           

[1] «Παιδαγωγός», 3,6,35,5

[2] Ιωήλ, Μητροπολίτης Εδέσσης, Πέλλης & Αλμωπίας, Θυσία Εσπερινή, Β΄ έκδοση, Γιαννιτσά, 2010, σ. 102.

[3] «Χαλασοχώρηδες».



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 110 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ