“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή προ της Υψώσεως (8/9/2019)

Ιωάν. 3,13 - 17

 

Η αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο

 

            Απόσπασμα από τον αποκαλυπτικό διάλογο του Κυρίου με τον νυκτερινό Μαθητή Του Νικόδημο, ακούσαμε στη σημερινή Ευαγγελική διήγηση, αδελφοί μου. Λίγους στίχους πριν, ο Κύριος είχε αναπτύξει την υψηλή Του διδασκαλία για την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, η οποία είναι προϋπόθεση για την είσοδό του στη Βασιλεία του Θεού[1]. Τώρα, παρουσιάζει τρεις ενέργειες της αγάπης του Θεού γα την σωτηρία των ανθρώπων, που αποκαλύπτουν την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο.

            Η πρώτη ενέργεια είναι η ύψωση του Χριστού στον Σταυρό: «Έτσι θα υψωθεί ο Υιός του ανθρώπου (στον Σταυρό), ούτως ώστε εκείνος που θα πιστέψει σ’ Αυτόν να μη χαθεί, αλλά ν’ αποκτήσει την αιώνια ζωή»[2]. Ο προφητικός λόγος του Κυρίου για την Σταύρωσή Του αποκαλύπτει την σταυρική αποστολή και πορεία της Εκκλησίας στον κόσμο. Μιμούμενη τον Ιδρυτή Της, η Εκκλησία διαχρονικά υφίσταται σταυρική δοκιμασία σε όλα τα επίπεδα. Ήδη, από την πρώιμη Χριστιανική περίοδο, υφίσταται διώξεις απηνείς, που έχουν ως αποτέλεσμα την δημιουργία της χορείας των Αγίων Μαρτύρων, που συνιστούν την απόδειξη της μαρτυρικής πορείας της Εκκλησίας, μιας πορείας που διακρίνεται ακόμα και σήμερα από τα σημάδια του αίματος σύγχρονων Μαρτύρων, που εξακολουθούν να θανατώνονται για την αγάπη του Χριστού. Η Σταυρική πορεία της Εκκλησίας, όμως, συνεχίζεται και σε ιδεολογικό επίπεδο, όπου η Χριστιανική πίστη γίνεται στόχος φρενοβλαβών αθεϊστικών καθεστώτων, αλλά και κοσμικών αντιλήψεων, που, εκμεταλλευόμενες τις συχνές αστοχίες ενίων εκκλησιαστικών στελεχών, επιχειρούν να πλήξουν την συνείδηση των πιστών και να τους αποκόψουν από το Σώμα της Εκκλησίας.

            Η δεύτερη ενέργεια, για την οποία ομιλεί ο Κύριος, είναι η απόλυτη αγάπη του Θεού για τον κόσμο, που φαίνεται μέσα από την θυσιαστική προσφορά του Υιού Του: «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε (θυσία) τον μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν, αλλά να έχει την αιώνια ζωή»[3]. Η αγάπη του Θεού δεν είναι θεωρητική, αλλά απολύτως αληθινή, αφού κορυφώνεται στην θυσία του Θεανθρώπου. Αυτή η αναμφισβήτητη αγάπη είναι η οδός της αγαπητικής πορείας που ακολουθεί η Εκκλησία μέσα στην ιστορία. «Η Εκκλησία είναι η μεγάλη αγκαλιά που δίνει νόημα και παρηγοριά στον κάθε άνθρωπο. Στην Εκκλησία όλοι οι άνθρωποι είναι δεκτοί, όλοι Της ανήκουν και σε όλους ανήκει. Στην Εκκλησία δεν υπάρχουν διακρίσεις, υπάρχει ισότητα, δεν υπάρχει εξουσία, αλλά διακονία, δεν υπάρχει βία, υπάρχει μόνο αλληλεγγύη, δεν υπάρχει μίσος, αλλά μόνο αγάπη, δεν υπάρχει καταπίεση, αλλά μόνο ελευθερία. Σε κανένα άλλο χώρο δε γίνεται κανείς δεκτός όπως είναι, με τις αμαρτίες του, με τα λάθη του, με τις σκιές και τις κηλίδες του. Μόνο στην Εκκλησία υπάρχει χώρος για τον καθένα. Και γι’ αυτό, όποιος λείπει από το καθημερινό προσκλητήριο της Εκκλησίας γίνεται αντιληπτός και προκαλεί όχι μόνο ανησυχία, αλλά και τις προσευχές για την μετάνοιά του. Κανένας δεν είναι αναμάρτητος και κανένας δεν αποκλείεται από τη χάρη του Θεού και τη Βασιλεία Του…»[4].

            Η τρίτη ενέργεια της αγάπης του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Κύριος, είναι η σωτηρία του κόσμου: «δεν απέστειλε ο Θεός τον Υιό του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι’ αυτού»[5]. Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο για να σώσει τους ανθρώπους από τα δεσμά των παθών και την αιχμαλωσία της αμαρτίας. Δεν είναι ο ρόλος Του αυτός του στυγνού δικαστού, όπως, δυστυχώς, παρουσιάζεται στην εποχή μας από τους ακραίους παραποιητές του Ευαγγελικού λόγου ή και τους αγνοούντες την πίστη, αλλά του πατέρα, που προσφέρει πληθωρικά την σωτηρία σ’ εκείνους που θα πιστέψουν στην δύναμή Του και θα ενταχθούν, εν μετανοία, στην Εκκλησία Του. Γι’ αυτό, η αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο είναι πάντοτε σωστική. Συνιστά το αντίδοτο στις κοσμικές αντιλήψεις και πρακτικές, που επαγγέλλονται την υλιστική θεώρηση της ζωής, εκφυλίζοντας το ανθρώπινο πρόσωπο σε άτομο μόνο με σάρκα, από πρόσωπο γεμάτο πνεύμα. Η Εκκλησία σώζει το πρόσωπο, τιμά τον άνθρωπο, αναδεικνύει την κατ’ εικόνα δημιουργία και την καθ’ ομοίωσιν προοπτική του, ελευθερώνει από την αυτοδέσμευση των καταστροφικών επιλογών του. Γι’ αυτό, «αν λείψει η Εκκλησία, αυτός ο κόσμος, με τις ομορφιές του, θα γίνει μια φυλακή»[6].

            Οι τρεις ενέργειες της αγάπης του Θεού, αδελφοί μου, όπως τις παρουσίασε ο Κύριος στον νυκτερινό Μαθητή Του Νικόδημο, αποκαλύπτουν την αποστολή της Εκκλησίας στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτήν την αποστολή κανείς εξωτερικός εχθρός και επίβουλος δεν μπορεί να ανακόψει και ανατρέψει. Μόνο οι δικές μας ατέλειες και αμφιταλαντεύσεις μπορούν να σκοτίσουν. Ας αναλογιστούμε, λοιπόν, τις ευθύνες μας και ας εργαστούμε για να λάμπει το φως της Εκκλησίας στη ζωή μας και στην ζωή του κόσμου. ΑΜΗΝ!

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ (15/9/2019)

Μάρκ. 8,34 - 9,1

 

Ο Χριστός αιτία της καύχησής μας

 

            Έχοντας προ οφθαλμών το ανυπέρβλητο σύμβολο της θυσίας του Θεανθρώπου, τον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό, αγαπητοί μου αδελφοί, ακούσαμε στην σημερινή Ευαγγελική περικοπή τον Κύριό μας να καλεί όλους μας σε ανάληψη του προσωπικού μας σταυρού, αν θέλουμε να νοούμαστε και να είμαστε πραγματικοί και όχι ψευδεπίγραφοι μαθητές Του. Τον ακούσαμε να διακηρύσσει ότι η σωτηρία της ψυχής δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με την απόκτηση του κόσμου όλου. Τον είδαμε να στηλιτεύει εκείνους που θα ντραπούν σ’ αυτήν την ζωή για την Χριστιανική τους ιδιότητα και πίστη. Γι΄ αυτούς και ο Χριστός θα νιώσει ντροπή εν ημέρα κρίσεως. Σ’ αυτό το τελευταίο σημείο θα επικεντρώσουμε την σκέψη μας.

            Η ομολογία της χριστιανικής ιδιότητας και πίστης στον Ιησού Χριστό, στους πρώτους αιώνες της ζωής της Εκκλησίας, ήταν κάτι που προκαλούσε το μένος των διωκτών του Χριστού και επέφερε απίστευτες διώξεις, βασανισμούς και τον θάνατο στα μέλη της Εκκλησίας. Ήταν η εποχή κατά την οποία νέφος Αγίων Μαρτύρων κόσμησε το χριστιανικό στερέωμα, καθιστώντας το τίμιο αίμα τους το δομικό στοιχείο του Εκκλησιαστικού οικοδομήματος. Ουδεμία σκέψη ντροπής και αισχύνης για το όνομα «Χριστιανός» περνούσε από την σκέψη των μελών του Σώματος του Χριστού. Ουδεμία σκέψη προσποίησης και απόκρυψης της πίστης, ως κίνηση αυτοπροστασίας. Η αγάπη προς τον Χριστό ήταν τέτοια, ώστε το μαρτύριο να επιζητείται, προκειμένου η ένωση μαζί Του να γίνει πιο άμεση και πραγματική. 

            Το αίσθημα της ντροπής συναντάται, κατά ένα περίεργο τρόπο, σε περιόδους που η πίστη είναι ελεύθερη και η Χριστιανική ιδιότητα δεν εγείρει κάποια μορφή δίωξης εναντίον της. Το αίσθημα της ντροπής επιχειρείται να επιβληθεί σε ανθρώπους με ασθενική ή προβληματική πίστη, όταν τα αθεϊστικά και υλιστικά συστήματα του κόσμου καταγγέλλουν την Εκκλησία για αναχρονισμό και οπισθοδρόμηση ή για εμμονές σε δήθεν στείρες διδασκαλίες, σε μια εποχή που ο κόσμος μεταλλάσσεται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Το αίσθημα της ντροπής μπορεί να προκύψει σε ανθρώπους που ταυτίζουν την Εκκλησία με τα πρόσωπα, όταν τα πρόσωπα της αυξημένης Εκκλησιαστικής ευθύνης δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων και πληγώνουν το Σώμα του Χριστού με ελεγχόμενες και προβληματικές συμπεριφορές. Το αίσθημα της ντροπής συχνά εμφανίζεται σε νεανικά περιβάλλοντα, εκεί όπου ο Χριστιανός νέος καλείται να αντισταθεί στις σειρήνες και στα θέλγητρα του κόσμου, στα οποία έχουν παραδοθεί άνευ όρων αδιάφοροι, ακατήχητοι και απροστάτευτοι από την οικογένεια συνομήλικοί του.

            Στην Χριστιανική ιδιότητα, όμως, δεν ταιριάζει η ντροπή. Αντίθετα, τής πρέπει η εν Χριστώ καύχηση, γιατί δεν υπάρχει στον κόσμο αυτόν ανώτερη ιδιότητα, καθαρότερη πίστη, αυθεντικότερη ζωή από την Ορθόδοξη Χριστιανική ζωή, στην οποία κυριαρχεί και εμπνέει όλους και όλα το πνεύμα του Θεού. Η Χριστιανική ιδιότητα δεν αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος της κάθε εποχής, αλλά νοηματοδοτεί την κάθε εποχή. Δεν χάνει την αξία και την επικαιρότητά της, όσο και αν οι συνθήκες της ζωής αναδιαμορφώνονται με ραγδαίο τρόπο. Η Χριστιανική ιδιότητα υπάρχει για να προβάλλεται σε όλα τα περιβάλλοντα, εργασιακά, οικογενειακά, νεανικά, όχι με τρόπο υπερφίαλο και κομπλεξικό, αλλά διακριτικό και σταθερό. Διδάσκει με την ζωή και το προσωπικό παράδειγμα και όχι με θεωρητικά σχήματα και λόγους. Η Χριστιανική ιδιότητα μπορεί να δείχνει ελλειμματική μπροστά στην θρασύτητα του κοσμικού φρονήματος, που γνωρίζει πώς να καταλαμβάνει τα «πόστα» και να κινεί τα νήματα της κοινωνικής ζωής, είναι, όμως, ανεκτίμητη και ακριβή στα μάτια του Θεού, για τον οποίο υπάρχουμε και λειτουργούμε ως Χριστιανοί σ’ αυτόν τον κόσμο.

            Στη σημερινή, μάλιστα, εποχή, που το κοσμικό φρόνημα αποκαλύπτει την γυμνότητά του και δείχνει να χρεοκοπεί, υπό το βάρος των ανομημάτων του, η Χριστιανική πίστη και ιδιότητα είναι αυτή που μπορεί να δώσει ελπίδα, αισιοδοξία και προοπτική στον παραπαίοντα άνθρωπο. Αυτή η ιδιότητα, με την δύναμη και την αυθεντικότητά της, είναι το καύχημά μας. Είναι η εγγύηση της ευαρέσκειας του Θεού εν ημέρα κρίσεως. ΑΜΗΝ! 

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ (22/9/2019)

Λουκ. 5, 1-11

 

Η αλιεία των ανθρώπων

 

            Είναι εντυπωσιακό το γεγονός που περιγράφει η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου. Ο Κύριος διδάσκει τον λαό ανεβασμένος πάνω σ’ ένα πλοιάριο στην λίμνη Γενησσαρέτ, το οποίο ανήκε στον Σίμωνα, τον μετέπειτα Μαθητή και Απόστολο Πέτρο. Μετά την μετάδοση του Λόγου, καλεί τον Σίμωνα να ρίξει τα δίχτυα στο νερό, αλλά εκείνος εκφράζει την απογοήτευσή του, καθώς, όσες φορές επεχείρησαν να ψαρέψουν εκείνη την ημέρα, οι κόποι τους απέβησαν άκαρποι. Ο Κύριος επέμεινε και η υπακοή του Σίμωνος επιβραβεύτηκε με πλήθος ιχθύων, τόσο πολύ, ώστε κινδύνευε να βυθιστεί το πλοιάριο. Ο Σίμων θαύμασε και ταπεινώθηκε μπροστά στον Χριστό× το ίδιο και οι συνέταιροί του, οι αδελφοί Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Εκείνος τον ησύχασε, του είπε να μη φοβάται και του αποκάλυψε την αποστολή που του επεφύλασσε, να γίνει, πλέον, από αλιέας ιχθύων, αλιέας ανθρωπίνων ψυχών. Η περικοπή καταλήγει με μια πράξη καθολικής ανατροπής της ζωής των τριών αλιέων. Εγκατέλειψαν τα πάντα, άφησαν πίσω το επάγγελμα και τις οικογένειές τους και ακολούθησαν τον Χριστό, έτσι απλά, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, χωρίς να μπορούν να φανταστούν τί επρόκειτο να ζήσουν κοντά Του, χωρίς να διανοούνται τις Θείες αποκαλύψεις των οποίων θα γίνονταν μέτοχοι. Και ο Κύριος τους έκανε αλιείς ανθρώπων.

            Αυτό ήταν το Αποστολικό έργο για το οποίο τους προόριζε× να αλιεύουν ανθρώπινες ψυχές, από την άβυσσο του ψεύδους και της αμαρτίας, στον παράδεισο της αλήθειας και της σωτηρίας. Το έργο αυτό οι Απόστολοι διεξήγαγαν, εν Αγίω Πνεύματι, με συνέπεια, με ενθουσιασμό, με ακλόνητη πίστη στον Αναστημένο Χριστό, με πλήρη επίγνωση της αποστολής τους, να οδηγήσουν τους ανθρώπους στην ζωή της Εκκλησίας και να τους κάνουν μέλη του Σώματος του Χριστού. Επρόκειτο για αλιεία που δεν αποσκοπούσε σε οιοδήποτε προσωπικό όφελος, στο παραμικρό υλικό κέρδος, ούτε καν στην ανθρώπινη τιμή και δόξα. Το αντίθετο! Ήταν ένα έργο με απίστευτο προσωπικό κόστος, με απερίγραπτες κακουχίες, με εξευτελισμούς και απηνείς διώξεις, ένα έργο που χλευάστηκε από τους «σοφούς» της εποχής και πολεμήθηκε από τους άρχοντες του κόσμου. Το έργο αυτό της αλιείας των ψυχών, στο οποίο τους έταξε ο Χριστός, είχε για τους ίδιους αιματοβαμμένο και μαρτυρικό τέλος, για την ανθρωπότητα, όμως, συνιστά την μεγαλύτερη ευεργεσία, καθώς έφερε στο σκοτάδι του κόσμου το φως του Χριστού, διέλυσε την πλάνη της ειδωλολατρίας, συνέβαλε στην ανόρθωση του εκπεσμένου ανθρώπου, δίδαξε την πορεία της καταλλαγής και της συμφιλίωσης με τον Θεό.

Αυτή ήταν η αλιεία των Αποστόλων, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αλιεία που επιχειρούν, κάθε εποχή, πρόσωπα, φορείς, ιδεολογίες, θρησκευτικά  και κοινωνικά συστήματα, που επιδιώκουν να προσελκύσουν οπαδούς, για να ικανοποιήσουν εφήμερα και, ως επί το πλείστον, ιδιοτελή και αποκρουστικά συμφέροντα. «Αλιείς ανθρώπων στη σημερινή εποχή έχουμε πολλούς, Μπορεί κάποιος να παρατηρήσει τα κοινωνικά συστήματα, τα επαγγελματικά σωματεία, τις πολιτικές οργανώσεις, τις παραθρησκευτικές και μη Ορθόδοξες εταιρείες, τις προσωποπαγείς κινήσεις και πολλά παρόμοια και θα δει να γίνεται μια συστηματική προσπάθεια αλιεύσεως οπαδών. Όλοι αυτοί οι αρχηγοί των κινημάτων δεν έχουν κύριο σκοπό να ωφελήσουν τους οπαδούς τους, όσο να επωφεληθούν απ’ αυτούς. Τους εκμεταλλεύονται κοινωνικά, οικονομικά και ηθικά και τους χρησιμοποιούν, για να αναρριχηθούν στα διάφορα αξιώματα και θέσεις που επιδιώκουν. Μερικές φορές καταντούν τους οπαδούς τους άβουλα όντα, ανθρώπινα νούμερα, χωρίς θέληση και προσωπικότητα. Δε συμβαίνει, όμως, το ίδιο με τον Χριστό. Ο Χριστός πρώτος θυσιάστηκε για τη σωτηρία μας και ζητεί από μας να κάνουμε αγώνα για τον εαυτό μας, δηλ. να απαλλαγούμε απ’ τα πάθη μας και τις ατέλειές μας και όχι να διαδίδουμε το όνομά του ιδιοτελώς…»[7].

Γι’ αυτό, αδελφοί μου, να είμαστε πολύ προσεκτικοί και υποψιασμένοι και να προφυλάσσουμε κυρίως τα νέα παιδιά κάθε φορά που τα κοσμικά συστήματα ρίχνουν το αγκίστρι των υποσχέσεων, των μεγάλων λόγων, των ψεύτικων παραδείσων, για ν’ αποκτήσουν οπαδούς και ακολούθους και να προωθήσουν τα άνομα συμφέροντά τους. Να ασφαλίσουμε τον εαυτό μας στην μάνδρα της Εκκλησίας, να δεχόμαστε διαρκώς την καλή αλιεία της σωτηρίας, πίσω από την οποία δεν κρύβονται ανθρώπινα συμφέροντα και επιδιώξεις, αλλά η θυσιαστική προσφορά και απόλυτη αγάπη του Ιησού Χριστού. ΑΜΗΝ!

 

 

 

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ (29/9/2019)

Λουκ. στ΄, 31-36

 

Η αγάπη προς τους εχθρούς

            Η διδασκαλία του Κυρίου για την αγάπη προς τους εχθρούς, αγαπητοί μου αδελφοί, πάντοτε ηχούσε περίεργα στα ώτα των ανθρώπων. Πώς είναι δυνατόν να καλούμαστε ν’ αγαπήσουμε ή να συγχωρήσουμε εκείνους που μάς έβλαψαν, που έθιξαν την τιμή και την υπόληψή μας, που ζηλοφθονούν την επιτυχία μας; Πώς είναι δυνατόν ν’ αγαπήσουμε εκείνους που κινούνται με εκδικητικές προθέσεις εναντίον μας, που μάς αδικούν στον επαγγελματικό μας χώρο, πατώντας πάνω μας για να ανέλθουν τις βαθμίδες της εργασιακής ιεραρχίας, που μάς συκοφαντούν στους προϊσταμένους μας; Πώς είναι δυνατόν ν’ αγαπήσουμε εκείνους που συνέβαλαν στη διάλυση της οικογενειακής μας ειρήνης, όλους εκείνους που, με μια λέξη, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε εχθρούς;

            Ακούσαμε τον Χριστό στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα να περιγράφει το μεγαλείο της αγάπης, με τρόπο που μόνον Εκείνος μπορεί, αφού Εκείνος είναι η αυτοαγάπη. Τον ακούσαμε, όμως, να ζητά την υπέρβαση στην ποσότητα και στην ποιότητα της αγάπης, την υπέρβαση από την αυτονόητη αγάπη προς τους δικούς μας ανθρώπους, προς εκείνους που μάς ευεργετούν και μάς περιβάλλουν με τη φιλία τους. Τον ακούσαμε να ζητά να περιβάλουμε με αγάπη τους εχθρούς μας, γιατί με τον τρόπο αυτό θα είμαστε πραγματικά παιδιά Του.

            Είναι, αλήθεια, δύσκολη αυτή η εντολή. Είναι, όμως, το τελευταίο σκαλοπάτι στην κλίμακα της αγάπης, στο οποίο, για να φθάσουμε, πρέπει πρώτα να ανέλθουμε τα προηγούμενα. Και τα προηγούμενα είναι η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον κάθε συνάνθρωπο, τον πλησίον. Άραγε, αγαπούμε τον Θεό; Και πώς εκδηλώνουμε την αγάπη μας προς Αυτόν; Συνήθως, η αγάπη μας προς τον Θεό περιορίζεται σε θεωρητικό επίπεδο και δυσκολεύεται να εκδηλωθεί με τρόπο πρακτικό. Νομίζουμε ότι, τηρώντας τις λεγόμενες θρησκευτικές μας υποχρεώσεις ή ακολουθώντας την τυπική διάταξη του Εκκλησιαστικού βίου, εκφράζουμε την αγάπη μας στον Θεό. Πιστεύουμε ότι ο σποραδικός Εκκλησιασμός μας και η εθιμική συμμετοχή μας στον ετήσιο εορτολογικό κύκλο είναι απόδειξη αγάπης προς τον Θεό. Έχουμε την εντύπωση ότι, προβάλλοντας τα εξωτερικά σχήματα της θρησκευτικότητάς μας και υιοθετώντας την εικόνα του ανθρώπου της Εκκλησίας, κυρίως στις δημόσιες εμφανίσεις μας, αποδεικνύουμε την αγάπη μας προς τον Θεό.

            Ο Θεός, όμως, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έχει ανάγκη. Αυτά εξυπηρετούν, ενδεχομένως, τις δικές μας εσωτερικές ανάγκες και καλώς γίνονται, όταν προέρχονται από πίστη και όχι από συνήθεια. Ο Χριστός μετρά το μέγεθος της αγάπης μας προς Εκείνον στο μέτρο της αγάπης μας προς τους συνανθρώπους μας. Αγαπούμε, άραγε, τους πλησίον μας; Στεκόμαστε αρωγοί στις ανάγκες τους; Σπογγίζουμε τα δάκρυα του πόνου και των δοκιμασιών τους; Μοιραζόμαστε μαζί τους τις δύσκολες και δυστυχισμένες στιγμές; Βλέπουμε στο πρόσωπο του κάθε εμπερίστατου συνανθρώπου μας το πρόσωπο του ίδιου του Χριστού, ο οποίος χτυπά την πόρτα της καρδιάς μας ζητώντας έλεος, δικαιοσύνη, συμπαράσταση, αλληλεγγύη, ενδιαφέρον, αγάπη; Τα κάνουμε όλα αυτά; Μάλλον όχι ή τουλάχιστον, όχι στο βαθμό που θα έπρεπε. Αν δεν μπορούμε, λοιπόν, ν’ αγαπήσουμε τον Θεό όπως πρέπει και να Τον αναγνωρίσουμε στα πρόσωπα των αδελφών μας, τότε ναι, η αγάπη προς τους εχθρούς είναι δύσκολη υπόθεση.

Το επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς: «Είναι, λοιπόν, περίεργο που οι άνθρωποι δεν αγαπούν τους εχθρούς τους, όταν δεν ξέρουν ν’ αγαπούν ούτε τους φίλους τους; Είναι παράξενο να μην μπορεί να διαβάσει βιβλία το παιδί που δεν έμαθε το αλφάβητο; Πώς μπορεί ν’ αγαπήσει ο άνθρωπος τον απόμακρό του, όταν δε μπορεί ν’ αγαπήσει τον πλησίον του;… Ποτέ δε θα υπάρξει αγάπη προς τους εχθρούς, μέχρι να υπάρξει αγάπη ανάμεσα στους φίλους. Και δεν θα υπάρξει αγάπη ανάμεσα σε φίλους, μέχρι να οικοδομηθεί επάνω στην αλληλογνώση, το σεβασμό και τη θυσία»[8].

Βλέπουμε, τελικά, αδελφοί μου, ότι η εντολή του Κυρίου για αγάπη προς τους εχθρούς δεν είναι παράλογη, ούτε ακατόρθωτη. Αρκεί να προηγείται η φυσιολογική οδός της αγάπης προς τον Θεό και την εικόνα Του, τον κάθε άνθρωπο. Τότε και η αγάπη προς τους εχθρούς θα ακολουθήσει ως φυσιολογική εξέλιξη μιας ζωής που δεν μπορεί να μισήσει, επειδή έχει μάθει μόνο ν’ αγαπά. ΑΜΗΝ!

π. Ε.Ο

 

 

[1] Ιωάν. 3,5.

[2] Ιωάν. 3,15.

[3] Ιωάν. 3,16.

[4] ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών & Πάσης Ελλάδος, ομιλία, Νέο Ψυχικό, 17/9/2006.

[5] Ιωάν. 3,17.

[6] ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ Σιμωνοπετρίτης, Κατηχήσεις και Λόγοι, 4, Ορμύλια, 2001, σ. 4.

[7] ΙΩΗΛ, Μητροπολίτης Εδέσσης Πέλλης & Αλμωπίας, Ο επιούσιος άρτος, Αθήνα 2009, σ. 483.

[8] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΜΙΡΟΒΙΤΣ, Αργά βαδίζει ο Χριστός, Γ΄ έκδοση, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2009, σ. 94.



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 158 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ