ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 318 ΘΕΟΦΟΡΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ

ΕΝ ΝΙΚΑΙΑ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Μία πολύ σπουδαία Ευαγγελική περικοπή ακούσαμε σήμερα αγαπητοί αδελφοί, η οποία διαβάζεται με την ευκαιρία της μνήμης των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου. Πρόκειται για ένα τμήμα από την λεγόμενη Αρχιερατική προσευχή, που ο Ιησούς απηύθυνε προς τον Πατέρα του κατά την διάρκεια του Μυστικού Δείπνου.

Σε αυτή την προσευχή μεταξύ των άλλων, ο Κύριος διατυπώνει μία πολύ σπουδαία παράκληση προς τον Πατέρα Του λέγοντας Του «πάτερ γιε, τήρησον ατος ν τνόματί σου δέδωκάς μοι, να σιν ν καθς μες.» Πρόκειται θα λέγαμε για μια κραυγή αγωνίας προς τον Ουράνιο Πατέρα, η οποία αφορά στην ενότητα των μαθητών του Χριστού και κατ’ επέκταση στην ενότητα του σώματος της Εκκλησίας.

Ο Χριστός μας λίγες στιγμές πριν από την στιγμή της προδοσίας, έχοντας στην καρδιά του ως άνθρωπος έντονη την αγωνία για το επερχόμενο Πάθος, εκφράζει στην προσευχή του και μια άλλη αγωνία Του, αυτή που αφορά στην ενότητα των ανθρώπων. Ζητώντας από τον Πατέρα Του να διατηρεί ενωμένους στο όνομά Του τους αγαπημένους Του μαθητές, εκφράζει την βαθειά Του επιθυμία για την ενότητα όλων των ανθρώπων κάτω από το ίδιο όνομα, αυτό του αληθινού Θεού, της αληθινής δηλαδή πίστεως όπως αυτή εκφράζεται από την Αγία μας Εκκλησία, την οποία ο ίδιος ο Χριστός ίδρυσε και εγκατέστησε επί της γης.

Όλο το γεγονός της Ενανθρωπήσεως του Κυρίου, αποσκοπούσε σε αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα. Στο να αποσπάσει ο Χριστός τους ανθρώπους από την δουλεία του διαβόλου και να τους ενώσει κάτω από την σκέπη και την Χάρη του Αληθινού Θεού. Ο ίδιος αναφερόμενος στο πρόσωπό Του λέγει το εξής: «Κγώ άν ψωθκ τς γς, πάντας λκύσω πρός μαυτόν» και σε άλλη ευκαιρία αναφερόμενος στα εκτός της Ιουδαϊκής αυλής πρόβατα λέγει «κκενά με δεγαγεν, κα τς φωνς μου κούσουσιν· κα γενήσεται μία ποίμνη, ες ποιμήν.» Αυτή λοιπόν υπήρξε και υπάρχει η μεγάλη επιθυμία και αγωνία θα λέγαμε του Κυρίου μας. Η μεταξύ μας ενότητα ώστε ως μία ποίμνη κάτω από ένα ποιμένα, να μπορέσει να μας οδηγήσει όλους στη Σωτηρία, εφόσον ο Θεός «Πάντας νθρώπους θέλει σωθναι κα ες πίγνωσιν ληθείας λθεν».

            Αυτή η ενότητα γίνεται πραγματικότητα μέσα στην Αγία μας Εκκλησία, όπου όλοι οι Χριστιανοί κάτω από την κοινή πίστη όπως αυτή παρεδόθη από τον Κύριό μας, αγωνίζονται για την επιστροφή στην Βασιλεία του Θεού. Βέβαια πολλές φορές και στο παρελθόν, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της πορείας της Εκκλησίας μας, μέχρι και σήμερα η ενότητα αυτή βάλλεται κυρίως με την εμφάνιση των Αιρέσεων, οι οποίες αλλοιώνοντας την αλήθεια της πίστεως, παραπλανούν τους ανθρώπους αποκόπτοντας τους από την ενότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Προς τούτο οι Άγιοι Πατέρες έδωσαν εξ’ αρχής μεγάλο αγώνα, προκειμένου να παραμένει ανόθευτη η Αγία μας Ορθόδοξη Πίστη. Η πρώτη συγκροτημένη προσπάθεια υπήρξε η σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Μικράς Ασίας το έτος 325 μ.Χ., όπου εκεί οι Άγιοι 318 Θεοφόροι Πατέρες τους οποίους σήμερα τιμούμε, καταδίκασαν την μεγάλη αίρεση του Χριστομάχου Αρείου, ο οποίος δεν δεχόταν την Θεότητα του προσώπου του Χριστού. Σε αυτή την Σύνοδο διατυπώθηκε και κατεγράφη το πρώτο τμήμα του Συμβόλου της Πίστεώς μας από την αρχή «Πιστεύω εις ένα Θεόν» μέχρι και το σημείο «Ού της Βασιλείας ούκ έσται τέλος». Με αυτό τον τρόπο οι Άγιοι Πατέρες, διετράνωσαν την μία και μόνη αλήθεια για το πρόσωπο του Κυρίου μας ως δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, διαφυλάττοντας την αλήθεια της πίστεως και μέσω αυτής την ενότητα της Εκκλησίας.

            Αδελφοί, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, έχοντας κατά νου την επιθυμία του Χριστού για ενότητα των ανθρώπων, προσεύχεται πάντοτε «υπέρ της των πάντων ενώσεως» παρακαλώντας τον Θεό να εκλείψουν όλες αυτές οι Αιρέσεις, που και στην χώρα μας δυστυχώς εδώ και χρόνια καπηλεύονται και εκμεταλλεύονται το όνομα «Χριστιανός» και «Χριστιανισμός», καθώς η δράση τους δεν είναι μόνο αντιχριστιανική αλλά και αντεθνική. Παράλληλα προσευχόμαστε προς τον Πανάγιο Θεό ώστε να εκλείψουν και οι κάθε λογής άλλες αφορμές, οι οποίες διασπούν την ενότητα ανάμεσα στους ανθρώπους ώστε «εν ενί στόματι» να δοξάζουμε το όνομα του Θεού και ενωμένοι να οδηγούμαστε στον τελικό μας προορισμό την είσοδο μας στη Βασιλεία των Ουρανών! Αμήν!

ΚΥΡΙΑΚΗ 8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

            Σήμερα αγαπητοί αδελφοί, συμπληρώνονται πενήντα ημέρες από την μεγάλη ημέρα της Λαμπροφόρου Αναστάσεως του Κυρίου και η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής, δηλαδή την ανάμνηση του θαυμαστού εκείνου γεγονότος, κατά το οποίο το Πανάγιο Πνεύμα, το Τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, κατήλθε με την μορφή πύρινων γλωσσών για να φωτίσει άπαντες τους μαθητές του Χριστού, οι οποίοι ήταν συγκεντρωμένοι σε ένα υπερυψωμένο δωμάτιο «ομοθυμαδόν επί το αυτό» κατά την φράση του Αποστολικού Αναγνώσματος των Πράξεων των Αποστόλων, που ακούσαμε πριν την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου.

            Σήμερα λοιπόν αδελφοί, το Πνεύμα το Άγιο κατέρχεται για να φωτίσει, να καθοδηγήσει, να αγιάσει και να λυτρώσει τον άνθρωπο. Σήμερα η Αγία του Χριστού Εκκλησία, στο πρόσωπο των Αγίων Αποστόλων, δέχεται τον φωτισμό και την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, προκειμένου να ξεκινήσει το επί γης σωτήριο έργο της. Είναι αυτή η αποστολή την οποία έχει αναλάβει από τον ίδιο τον Χριστό, να προσφέρει μέσα από την Θεία Λατρεία και τα Ιερά Μυστήρια, αυτό το οποίο πουθενά αλλού δεν μπορεί να βρει ο άνθρωπος, σε κανένα σωματείο, σε κανένα σύλλογο, σε κανέναν οργανισμό. Και αυτό δεν είναι άλλο από την Θεία Χάρη, την πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα.

            Πολλοί άνθρωποι έχουν την αντίληψη, ότι η Εκκλησία μας είναι ένα ηθικοπλαστικό σωματείο, το οποίο έχοντας έναν φιλανθρωπικό χαρακτήρα οφείλει να εξαντλεί την παρουσία της στο να περιθάλπει τους πονεμένους και να συμπαρίσταται στους αδυνάτους. Αναμφίβολα βέβαια μέσα από το φιλάνθρωπο πνεύμα του κηρύγματος του Χριστού, απορρέει και η αξία της φιλανθρωπίας. Το κατ’ εξοχήν όμως έργο της Εκκλησίας δεν είναι να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων προσωρινά σε αυτόν τον κόσμο, αλλά να προσφέρει την αιώνια ευτυχία και μακαριότητα, όπως αυτή βιώνεται στην Βασιλεία του Θεού και αυτό το επιτυγχάνει εν Αγίω Πνεύματι, μέσω της Θείας Χάριτος την οποία ως μοναδική ταμειούχος προσφέρει σε όλους τους ανθρώπους.

            Βασική προϋπόθεση όμως για να μπορέσουμε να γίνουμε αποδέκτες της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, είναι το να στεκόμαστε ενώπιον του Θεού όπως και οι Άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι δέχθηκαν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος «ομοθυμαδόν επί το αυτό», δηλαδή συγκεντρωμένοι στον ίδιο τόπο με μία βούληση, με μία θέληση, με μία σκέψη, την υπηρεσία του θελήματος του Θεού. Αυτό το «ομοθυμαδόν», εκφράζει την απόλυτη ταύτιση της σκέψης των Αποστόλων, η οποία ήταν στραμμένη στο πρόσωπο του Χριστού. Τίποτα δεν τους απασχολούσε σε εκείνη την συνάθροισή τους άλλο από το πρόσωπο του Αγαπημένου τους Διδασκάλου.

            Αυτό το ομοθυμαδόν είναι και η βασική προϋπόθεση για την δική μας μετοχή στον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Ερχόμαστε αδελφοί στην Εκκλησία και βρισκόμαστε όλοι επί το αυτό. Συγκεντρωνόμαστε δηλαδή στον ίδιο τόπο. Όμως αυτό δεν φτάνει. Εκτός από τα σώματά μας πρέπει να συναντάται και η σκέψη μας, η οποία θα πρέπει να ταυτίζεται σε ένα κοινό σημείο, στο πρόσωπο του Χριστού. Μέσα στην Εκκλησία μας θα πρέπει να έχουμε ένα θέλημα και αυτό δεν θα πρέπει να είναι το δικό μας αλλά το θέλημα Του Θεού. Όταν ερχόμαστε στο Ναό, όταν πορευόμαστε μέσα στην Εκκλησία, θα πρέπει να μας διαπνέει μία θέληση, μία επιθυμία, η διακονία του θελήματος του Κυρίου. Με αυτό τον τρόπο θα γινόμαστε και εμείς αποδέκτες του Αγίου Πνεύματος και δοχεία της Θείας Χάριτος.

            Αδελφοί, σε λίγο που θα τελέσουμε τον Εσπερινό της εορτής του Αγίου Πνεύματος και θα γονατίσουμε ενώπιον του Θεού, ας παρακαλέσουμε το Άγιο Πνεύμα να έρθει στα σπίτια μας, στις οικογένειές μας, στην εργασία μας, στα σχολεία μας, στις δραστηριότητές μας, στη ζωή μας γενικότερα και στον κόσμο ολόκληρο, ώστε «ομοθυμαδόν εν ενί και επί το αυτό» να υμνούμε Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και Αχώριστον! Αμήν!

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

            Έχει περάσει μια εβδομάδα αγαπητοί αδελφοί από την μεγάλη ημέρα της Αγίας Πεντηκοστής, όπου το Πανάγιο Πνεύμα συγκρότησε τον θεσμό της Εκκλησίας, μέσω της οποίας οι άνθρωποι δέχονται την Θεία Χάρη και οδηγούνται στη Βασιλεία του Θεού.

            Σήμερα η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη πάντων των Αγίων, οι οποίοι ευαρέστησαν τον Θεό και έγιναν κληρονόμοι των αιωνίων αγαθών. Βέβαια το γεγονός ότι η σημερινή Κυριακή διαδέχεται την Κυριακή της Πεντηκοστής, δεν είναι καθόλου τυχαίο αφού με την Πεντηκοστή η ανθρωπότητα δέχθηκε την Χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία αποτελεί το κλειδί για την πορεία προς την Αγιότητα.

            Με την εορτή των Αγίων Πάντων δεν τιμούμε μόνο εκείνους οι οποίοι κατόρθωσαν να φτάσουν στην Αγιότητα, αλλά τιμούμε κάθε πιστό μέλος της Εκκλησίας, κάθε άνθρωπο, ο οποίος έχει δεχθεί το Άγιο Βάπτισμα και κατά συνέπεια είναι εν δυνάμει Άγιος.

            Η σημερινή εορτή, έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι η Αγιότητα δεν αποτελεί υπόθεση κάποιων εκλεκτών ή κάποιων προορισμένων, αλλά υπόθεση όλων. Είναι ο τελικός προορισμός για κάθε άνθρωπο, καθώς το να γίνεται κάποιος Άγιος δεν σημαίνει ότι παύει να είναι άνθρωπος, αλλά ότι επιστρέφει στον τόπο από τον οποίο ξεκίνησε, δηλαδή τον Παράδεισο.

            Στους περισσότερους ανθρώπους που βαδίζουν στο δρόμο της πίστεως, η Αγιότητα φαντάζει ως κάτι απρόσιτο, ως κάτι που είναι πολύ έξω από αυτούς. Αυτό συμβαίνει διότι ταυτίζουν την Αγιότητα με την τελειότητα. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το να είσαι Άγιος σημαίνει ότι είσαι τέλειος, αψεγάδιαστος, χωρίς κανένα ελάττωμα και χωρίς ίχνος αμαρτίας. Αυτή όμως είναι μια πλασματική εικόνα για την Αγιότητα, η οποία ούτε υπάρχει με αυτή την έννοια, ούτε και μπορεί να υπάρξει σε κανένα άνθρωπο. Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα: τι είναι η Αγιότητα; Ποιος γίνεται Άγιος; Κάποιος πολύ σοφός γέροντας στο ερώτημα αυτό απάντησε ως εξής: «Άγιοι είναι οι αμαρτωλοί που συνέχισαν να περπατούν…»! Πράγματι! Άγιος δεν έγινε εκείνος που κατήργησε την ανθρώπινη φύση του γιατί αυτό είναι αδύνατον. Άγιος δεν έγινε αυτός που άγγιξε την τελειότητα γιατί αυτό είναι αδύνατον. Άγιος έγινε εκείνος ο οποίος αν και αμαρτωλός άνθρωπος, δεν εγκατέλειψε τον αγώνα του, δεν σταμάτησε την πορεία του, δεν απογοητεύθηκε από τις πτώσεις του, δεν έπαψε να εμπιστεύεται την ζωή του στο Θεό. Άγιος έγινε εκείνος ο οποίος αν και αμαρτωλός, δεν έπαψε να ζητά συγγνώμη από τον Θεό, δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να αγωνίζεται με την μετάνοια και θεράπευσε τα πάθη του όχι με την δική του δύναμη, αλλά με την δύναμη της Θείας Χάριτος όπως αυτή διοχετεύεται από την συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

            Σήμερα λοιπόν που η Εκκλησία μας τιμά τους Αγίους Πάντες, είναι μια πολύ σπουδαία ευκαιρία να κατανοήσουμε πως η Αγιότητα δεν είναι απλώς δυνατότητα, αλλά αναφαίρετο δικαίωμα το οποίο κέρδισε με το Θείο Πάθος και την Ανάσταση του ο Κύριος μας για όλη την ανθρωπότητα. Η Εκκλησία σήμερα μας προτείνει και μας προτρέπει όχι να πάψουμε να είμαστε άνθρωποι, αλλά ως άνθρωποι αμαρτωλοί να αγωνιστούμε πνευματικά με πίστη στο Θεό και εμπιστοσύνη στο έλεος και την Χάρη Του, προκειμένου Εκείνος να μας σώσει και να μας χαρίσει την Αγιότητα εισάγοντάς μας στην Βασιλεία Του.

       Ο μισόκαλος Διάβολος πάντοτε θα προσπαθεί να μας πείσει πως για εμάς δεν υπάρχει έλεος, δεν υπάρχει σωτηρία, δεν μας ανήκει η Αγιότητα. Αυτό το λογισμό θα τον διαλύει η θέα του Εσταυρωμένου Κυρίου και ο λόγος του «Ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».

            Αγαπητοί αδελφοί, ο Κύριός μας με το Πάθος του άνοιξε τον δρόμο προς την σωτηρία. Με την Ανάστασή του μας έβαλε με το ένα πόδι στη Βασιλεία του και με την Αγία του Πεντηκοστή μας έκανε μέλη της Αγίας του Εκκλησίας. Ας μην ξεχνάμε ότι πριν καθιερωθεί η ονομασία «Χριστιανός» τα πρώτα χρόνια τα μέλη της Εκκλησίας ονομάζονταν και αποκαλούνταν μεταξύ τους «Άγιοι». Αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη απόδειξη, για την πεποίθηση που υπήρχε από την αρχή στους πιστούς ότι κάθε βαπτισμένος στο Όνομα της Αγίας Τριάδος που μετέχει στο σώμα της Εκκλησίας είναι εν δυνάμει Άγιος. Αυτή την πεποίθηση αν εγκαταστήσουμε και εμείς στην καρδιά μας είναι βέβαιο πως θα κατανοήσουμε την Αγιότητα ως μοναδικό προορισμό στη ζωή μας. Οι πρεσβείες και οι ευχές των Αγίων Πάντων ας είναι μαζί μας σε αυτή μας την πορεία. Αμήν!

22 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

            Στην σημερινή Ευαγγελική περικοπή αγαπητοί αδελφοί, ο Ευαγγελιστής Ματθαίος μας περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο ο Κύριος επέλεξε και προσκάλεσε τους πρώτους μαθητές του.

            Ακούσαμε ότι περπατώντας ο Χριστός στην όχθη της θάλασσας της Γαλιλαίας, συνάντησε σε διαφορετικά σημεία και χρονικά διαστήματα τέσσερα αδέλφια, τον Σίμωνα που ήταν ο μετέπειτα Απόστολος Πέτρος με τον αδελφό του Ανδρέα και άλλους δύο τον Ιάκωβο με τον αδελφό του Ιωάννη, οι οποίοι όπως μας διευκρινίζει ο Ευαγγελιστής ήταν υιοί του Ζεβεδαίου.

            Ο Κύριος μόλις συνάντησε αυτά τα αδέλφια και στις δύο περιπτώσεις, απηύθυνε την πρόσκλησή του με λιτό και απλοϊκό τρόπο. Στους μεν Σίμωνα και Ανδρέα, ο Ευαγγελιστής μας αναφέρει ότι τους προσκάλεσε λέγοντας τους απλώς «ελάτε μαζί μου και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων», στους δε Ιάκωβο και Ιωάννη, ο Ευαγγελιστής μας λέγει ότι απλώς τους κάλεσε, χωρίς να μας μεταφέρει τα λόγια του Κυρίου.

            Όλο το περιστατικό, όπως μπορεί να μεταφέρεται στην ακοή μας μέσω του Ευαγγελικού κειμένου μοιάζει απλοϊκό. Αρκεί όμως αδελφοί μου να επισημάνουμε μερικά σημεία, για να καταλάβουμε ότι όλο αυτό το γεγονός, έχει σπουδαίο περιεχόμενο και μπορεί να μας διδάξει πολλά.

            Κατ’ αρχήν βλέπουμε ότι ο Κύριος επιλέγει για μαθητές του και συνεχιστές του έργου Του, απλούς καθημερινούς όπως θα λέγαμε ανθρώπους. Εάν και εφ’ όσον το επιθυμούσε, θα μπορούσε να απευθύνει την πρόσκλησή του αλλού. Όμως δεν επιλέγει τους σοφούς της εποχής του, ούτε τους πλουσίους, ούτε τους δυνατούς που είχαν την εξουσία στα χέρια τους. Επιλέγει απλούς εργάτες του μόχθου, οι οποίοι με την καθημερινή τους εργασία, συντηρούσαν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ερμηνεύοντας αυτή την επιλογή του Χριστού, λέγουν ότι ο Κύριος επειδή προόριζε τους μαθητές Του για να γίνουν οι συνεχιστές του έργου Του και κήρυκες του Ευαγγελίου, δεν ήθελε να θεωρηθεί από τους μετέπειτα ανθρώπους, ότι το Ευαγγέλιο εξαπλώθηκε χάρη στη νοητική ικανότητα των Αποστόλων, ή την δύναμη της περιουσίας τους ή ακόμα χειρότερα στη δύναμη της κοσμικής εξουσίας και των όπλων. Επιλέγει λοιπόν ανθρώπους χωρίς τα παραπάνω χαρακτηριστικά, ώστε να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι το Ευαγγέλιο επικράτησε στη γη, διότι αποτελεί την μόνη αλήθεια. Πράγμα το οποίο και έγινε.

            Συνεχίζοντας, βλέπουμε ότι ο Χριστός βρίσκει και προσκαλεί τους μαθητές Του, την στιγμή της εργασίας τους. Το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Ο Χριστός δεν ήθελε ανθρώπους να τους βολέψει. Ήθελε εργάτες του Ευαγγελίου Του. Ήθελε ανθρώπους να είναι μαθημένοι στην εργασία, στο μόχθο, στον κόπο και όχι ανθρώπους της καλοπέρασης, γατί αυτό το οποίο επρόκειτο να τους εμπιστευθεί ως αποστολή, απαιτούσε πολύ κόπο και ιδρώτα. Και όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια, οι Άγιοι Απόστολοι όχι μόνο τον κόπο και τον ιδρώτα τους, αλλά και το ίδιο τους το αίμα προσέφεραν για την αλήθεια του Ευαγγελίου.

            Αυτό όμως που είναι πράγματι αξιοθαύμαστο, είναι η αντίδραση των αδελφών που προσκαλεί ο Χριστός, οι οποίοι στο άκουσμα της πρόσκλησης λέει χαρακτηριστικά το Ευαγγέλιο «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτόν». Χωρίς καμιά δεύτερη σκέψη ο Σίμων, ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, παράτησαν εργασίες, δίχτυα, πλοία, τα πάντα και ακολούθησαν τον Κύριο. Προφανώς ο Χριστός ήξερε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν μέσα στην ψυχή τους αγνή και καθαρή προαίρεση, αλλά και πνευματική ανησυχία και γι’ αυτό ο Χριστός τους επιλέγει και τους προσκαλεί.

            Αδελφοί μου, τα κριτήρια του Κυρίου στην επιλογή των μαθητών του είναι χαρακτηριστικά. Ο Χριστός μας, θέλει να είμαστε άνθρωποι του μόχθου. Δεν μας θέλει ράθυμους και τεμπέληδες και γι’ αυτό και με το κήρυγμά Του μας κάλεσε σε αγώνα Πνευματικό. Το να είσαι μαθητής του Χριστού, δεν σημαίνει καλοπέραση αλλά αγώνα. Δεν ζητά από μας ανθρώπινη σοφία ή δύναμη, αλλά αγνή καρδιά και καθαρή προαίρεση. Όμως και η ανταπόκριση των μαθητών μας διδάσκει πως για να ακολουθήσουμε τον Χριστό, αυτό θα πρέπει να γίνει με προθυμία και εγκαταλείποντας ότι μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην σχέση μας μαζί Του. Δεν μπορούμε να ακολουθούμε τον Χριστό αλλά παράλληλα να ακολουθούμε και το αμαρτωλό πνεύμα του κόσμου. Η ζωή μας θα είναι απόλυτα δοσμένη σε Εκείνον, όπως του την πρόσφεραν με αυταπάρνηση και οι Άγιοι Απόστολοι. Ας είναι το παράδειγμά τους ο κανόνας για την δική μας ζωή. Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ 29 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ

            Σήμερα αγαπητοί αδελφοί, η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την μνήμη δύο πολύ σπουδαίων Αγίων της πίστεώς μας, των Πρωτοκορυφαίων όπως τους αποκαλούμε Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.

            Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι και οι δύο αυτοί Απόστολοι σημάδεψαν με την παρουσία τους την ζωή αλλά και την ιστορία της Εκκλησίας μας. Χωρίς βεβαίως να υποτιμούμε ούτε κατ’ ελάχιστον τους υπολοίπους Αποστόλους, οι σήμερα εορταζόμενοι Πέτρος και Παύλος, αποτελούν όντως κορυφή στην πυραμίδα της ομάδας των Δώδεκα. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας, χωρίς κανένα δισταγμό, τους ονομάζει όπως προείπαμε Πρωτοκορυφαίους. Όλοι δηλαδή οι Απόστολοι υπήρξαν κορυφαίοι, αλλά οι συγκεκριμένοι υπήρξαν από τους κορυφαίους οι πρώτοι. Αξίζει λοιπόν αδελφοί μου να εμβαθύνουμε σήμερα λίγο στα πρόσωπά τους και να διδαχθούμε από την αγία τους βιωτή.

            Οι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, υπηρέτησαν τον ίδιο σκοπό, την μετάδοση της αλήθειας του Ευαγγελίου και το έκαναν και οι δύο με το ίδιο πάθος και τον ίδιο ζήλο. Υπήρξαν όμως δύο πολύ διαφορετικές και αντίθετες θα λέγαμε προσωπικότητες.

            Ο Απόστολος Πέτρος, του οποίου το κανονικό όνομα ήταν Σίμων, υπήρξε μέλος της ομάδας των Δώδεκα μαθητών, σε αντίθεση με τον Παύλο τον οποίο Κύριος προσκάλεσε μετά την Ανάληψή Του, με θαυμαστό όραμα και άκουσμα. Και οι δύο όμως, δέχθηκαν την κλήση απευθείας από τον Χριστό. Ο Πέτρος υπήρξε άνθρωπος ολιγογράμματος, σε αντίθεση με τον Παύλο ο οποίος κατείχε πολύ σπουδαία και μεγάλη μόρφωση. Και στην κοινωνική διαστρωμάτωση, οι δύο Απόστολοι ανήκαν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Ο Πέτρος ήταν απλός ψαράς, εργάτης του μόχθου, ενώ ο Παύλος επιφανής διδάσκαλος του Νόμου, με περιουσία και κοινωνική καταξίωση. Και ως χαρακτήρες όμως διέφεραν πολύ. Ο Πέτρος διακρινόταν πάντα για τον παρορμητισμό και τον δυναμισμό του. Θυμόμαστε πολλές φορές να είναι εκείνος που έπαιρνε τον λόγο αυθόρμητα, για να απαντήσει ή και να διαφωνήσει με τον Χριστό. Αντιδρούσε σχεδόν πάντα χωρίς να το πολυσκεφτεί και διακρινόταν για το θάρρος του. Ο Παύλος από την άλλη και λόγω της μόρφωσής του, χρησιμοποιούσε πολύ το μυαλό του. Είχε πιο ήπιο χαρακτήρα και ως καλλιεργημένος πνευματικά υπηρετούσε με πιστότητα τις ιδέες του, γι’ αυτό και μέχρι την ημέρα που τον κάλεσε ο Κύριος, ήταν μέγας κατήγορος και διώκτης των Χριστιανών.

            Όμως παρά το τόσο διαφορετικό των χαρακτήρων και του επιπέδου τους, οι δύο αυτοί μεγάλοι άνδρες της πίστεώς μας, μπόρεσαν να συναντηθούν, να συνεργαστούν και να βρουν κοινό τόπο μέσα από την βαθειά πίστη τους και την αγάπη τους για τον Χριστό. Παρ’ ότι δεν τους συνέδεε σχεδόν τίποτα στη ζωή, συνδέθηκαν απόλυτα και άρρηκτα μέσα από το πρόσωπο του Χριστού, που και οι δύο αγάπησαν όσο τίποτα. Έτσι αυτή τους η αγάπη για τον Χριστό, είχε ως προέκταση την αγάπη τους για την αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά και την μεταξύ τους αγάπη, πράγματα τα οποία υπηρέτησαν πιστά ως το τέλος. Αυτός είναι και ο λόγος που η Ορθόδοξη εικονογραφία τους απεικονίζει μαζί να ανταλλάσουν εν Χριστώ τον ασπασμό της αγάπης.

            Αγαπητοί αδελφοί, οι σήμερα εορταζόμενοι Άγιοι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος, έρχονται με την μνήμη αλλά και με την ζωντανή τους παρουσία, να μας διδάξουν δύο πολύ σπουδαία πράγματα. Το πρώτον η μεγάλη και ολοκληρωτική αγάπη τους για το πρόσωπο του Κυρίου μας, το οποίο υπηρέτησαν με πίστη και τελεία αυταπάρνηση. Η αγάπη τους για τον Χριστό, τους έδωσε την δύναμη να ξεπεράσουν όλα τα εμπόδια και να αντέξουν όλες τις κακουχίες και τους διωγμούς που υπέστησαν, προκειμένου να μεταδώσουν τις αλήθειες του Ευαγγελίου και να προσφέρουν τον θησαυρό της Χριστιανικής Πίστεως.

Μαζί με την πίστη τους ως δεύτερο σημείο μας υποδεικνύουν τον δρόμο της αγάπης. Και οι δύο ως προέκταση της αγάπης τους για τον Χριστό είχαν την μεταξύ τους αγάπη. Στην κοινή αποστολή τους, υπήρξαν στιγμές που ως άνθρωποι και μάλιστα τόσο διαφορετικοί διαφώνησαν. Μπόρεσαν και συμπορεύθηκαν όμως, κάνοντας πέρα όλες τους τις διαφορές, ενωμένοι στην αγάπη τους για τον Χριστό. Γιατί αυτό κάνει το πρόσωπο του Χριστού. Ενώνει τους ανθρώπους αγαπητικά, κάτω από την κοινή πίστη και την κοινή διακονία του θελήματος του Θεού. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν το παράδειγμα τους, ώστε να αξιωθούμε να απολαύσουμε την ευτυχία της Βασιλείας του Θεού. Αμήν.

π. Ν.Α.

 

 



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 89 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ