«KΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματ. κβ’, 35-46)

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

 

Μεταξύ των προσώπων τα οποία συνομίλησαν με το Χριστό ήταν και ένας νομικός. Αυτός ο νομικός, με διάθεση να πειράξει τον Κύριο, τον ρώτησε ποια είναι μεγάλη εντολή στο Μωσαϊκό Νόμο. Ο Κύριος τότε του είπε, « Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου· αύτη εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. δευτέρα δε ομοία αυτή· αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. εν ταύταις ταίς δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται ». Ας επαναλάβουμε αυτά τα λόγια του Κυρίου με σημερινά λόγια. Να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε εντολή όμοια με αυτή είναι, να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Επάνω στις δύο αυτές εντολές όλος ο νόμος και οι προφήτες στηρίζονται. Οι εντολές αυτές φανερώνουν τα καθήκοντα, τα οποία έχουν οι άνθρωποι στη ζωή τους. Το πρώτο καθήκον είναι η αγάπη προς το Θεό, τον Οποίον κάθε άνθρωπος οφείλει να αγαπά και να σέβεται. Ο σεβασμός αυτός δε σημαίνει ότι πρέπει κανείς να πειθαρχεί μηχανικά στο θέλημα του Θεού, αλλά να πειθαρχεί κινούμενος από αγάπη και πίστη. Τα καθήκοντα του ανθρώπου προς το Θεό μεταφράζονται μέσω των εντολών τις οποίες πρέπει να εφαρμόζει κάθε πιστός στη ζωή του.

Ο νομικός ζητάει το όχημα για τη μεγάλη πτήση στο διάστημα, για την κατάκτηση του Ουρανού. Και ό Κύριος του υπογραμμίζει, πώς δεν θα κατακτήσει τον Ουρανό, εάν προηγουμένως δεν κατακτήσει τη γη. Το ουράνιο όχημα δεν απογειώνεται παρά μονάχα από γήινο διάδρομο. Την ανυψωτική δύναμη την τροφοδοτεί μονάχα ή φλόγα και το πύρωμα της αγάπης. Αν ατενίζεις τον ουρανό χωρίς να κοιτάζεις και τη γη, μεταθέτεις και δεν λύνεις το πρόβλημα. Έτσι δεν υπάρχει πρόβλημα άλλης ζωής, άλλα αυτής εδώ της ζωής. Το εισιτήριο του ουρανού εκδίδεται στη γη. Ο κίνδυνος καιροφυλακτεί σε κάθε μας βήμα. Να ποθούμε τον Ουρανό και να λησμονούμε τη γη. Να παίρνουμε λανθασμένο δρόμο, πού δεν βγάζει πουθενά. Γιατί ξεχνάμε το μυστικό, πού μας αποκάλυψε ό ίδιος ό Θεός, πού έγινε άνθρωπος για τούς ανθρώπους. Και το μυστικό αυτό μας λέει, πώς θα αγαπήσεις τον πλησίον σου, για να έχεις ζωή αιώνια.

Αλλά ποιος είναι αυτός ο πλησίον, που αντί να τον ευεργετήσουμε μας ευεργετεί; Η μάλλον αυτός, πού τον ευεργετούμε με το τίποτα και μας ανταποδίδει το πάν; Αυτός πού τού προσφέρουμε το προσωρινό και μας εξασφαλίζει το αιώνιο; Του δίνουμε κάτι από τη γη και μας προσφέρει ολόκληρο τον Ουρανό;

Ποιος είναι ο πλησίον; Αυθόρμητα έρχεται η απάντηση, είναι αυτός που βρίσκεται κοντά μας. Ποιος όμως είναι κοντά μας; Η τοπική απόσταση αρκεί; Αυτός που είναι κοντά μας τοπικά, σωματικά είναι και ψυχικά; Ο γείτονας μας, ο συνάδελφος μας, ο συνεργάτης μας, ο συμμαθητής μας, ο αδελφός μας, είναι κοντά μας. Είναι όμως και μέσα στην καρδιά μας; Αν δεν είναι κοντά στην καρδιά μας, όσο πλησίον κι αν βρίσκεται, θα στέκεται πολύ μακριά μας.

Αυτό μας τονίζει ιδιαίτερα ό Κύριος με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Όλοι οι άνθρωποι πρέπει να γίνουν πλησίον μας. Όλες οι αποστάσεις πρέπει να εκμηδενισθούν. Και το ανυπέρβλητο παράδειγμα μας το έδωσε ό ίδιος, αφού εκμηδένισε την άπειρη απόσταση, πού μας χώριζε. «"Εκλινεν ουρανούς και κατέβη», για να γίνει πλησίον μας.Ποιά, αλήθεια, απόσταση χώριζε τον Θεό από τον άνθρωπο; Και ή απόσταση αυτή είχε γίνει αγεφύρωτη από την αμαρτία. Και ό Θεός κατάργησε αυτή την απόσταση. Και ήλθε ανάμεσα μας. Κάτι ασύλληπτο. Ήλθε μέσα μας με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας.

Ο Θεός καταργεί τις αποστάσεις και έρχεται μέσα μας! Και μείς δυσκολευόμαστε να πλησιάσουμε τούς συνανθρώπους μας και να καταργήσουμε τις αποστάσεις, πού ό νοσηρός εγωισμός μας δημιουργεί. Ποιος άλλος δημιουργεί τις αποστάσεις; Τοπικιστικές είναι αυτές; Φυλετικές; Κοινωνικές διαφορές λέγονται; Χάσμα γενεών χαρακτηρίζονται; Φύλου και ηλικίας; Όλες έχουν μια και μόνη αιτία, τον εγωισμό. Την απουσία, δηλαδή, της αγάπης.

Μπήκε η αγάπη; Καταργήθηκαν αμέσως οι διαφορές και οι αποστάσεις. Ακριβώς γιατί ή αγάπη πλησιάζει τις καρδιές. Και όταν πλησιάζουν οι καρδιές, πέφτουν οι διαφορές και εξαφανίζονται οι αποστάσεις. Τότε πλησίον δεν είναι μονάχα οι κοντινοί, αλλά και οι μακρινοί. Όλη ή γη γίνεται μια γειτονιά, μια οικογένεια, ένα σπίτι. Γινόμαστε όλοι αδελφοί. Είμαστε όλοι αδελφοί. Αυτό θα πει πλησίον και αυτό θα πει αγάπη. Να αγαπάς σημαίνει να κάνεις πλησίον τον κάθε άνθρωπο είτε στη γειτονιά σου ζει είτε στην άλλη άκρη του κόσμου κατοικεί.

Ο νομικός έθεσε στον Ιησού ένα μεταφυσικό πρόβλημα και περίμενε μια ανάλογη απάντηση. Ό Κύριος τον προσγειώνει. Τού δίνει μια ανθρώπινη, στην κυριολεξία, απάντηση και τού λύνει το πρόβλημα. Ό δρόμος, πού οδηγεί στον Θεό, περνάει από τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον δρόμο της αγάπης. Δεν υπάρχει άλλος νόμος από την εντολή της αγάπης. Όταν εφαρμόζεται ό νόμος της αγάπης, της αγάπης τού Χριστού, τότε όλα τακτοποιούνται. Γιατί ή αγάπη αυτή είναι «πλήρωμα νόμου».

Κάτι περισσότερο. Η αγάπη είναι μίμηση Θεού. Ο Θεός είναι αγάπη. Και ο άνθρωπος, πού αγαπάει, προχωρεί από το «κατ' εικόνα» στο «καθ όμοίωσιν Θεού», για το όποιο είναι δημιουργημένος. Ό άνθρωπος γίνεται αληθινός άνθρωπος, γιατί γίνεται «κοινωνός θείας φύσεως». Έτσι, όχι απλώς εξανθρωπίζεται , θεώνεται. Ζει κιόλας την αιωνιότητα.

Η αγάπη λοιπόν προς τον πλησίον είναι αναγκαία και δεν μπορεί κανείς να λέει ότι αγαπάει το Θεό, αν δεν αγαπάει τον πλησίον του. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, πώς μπορεί να αγαπάει κάποιος το Θεό που δεν τον βλέπει, όταν δεν αγαπάει τον πλησίον του που βλέπει; Βεβαίως, όταν ο άνθρωπος βοηθάει τον πλησίον του, δεν πρέπει να το παίρνει επάνω του ότι κάνει κάτι σπουδαίο, γιατί αυτό είναι το καθήκον του. Έτσι θα κρατάει την ταπεινοφροσύνη που είναι απαραίτητη για να οικοδομηθεί το οικοδόμημα των άλλων αρετών. Από την ταπείνωση λοιπόν στην αγάπη προς το Θεό και τον πλησίον, είναι ο νοητός δρόμος που έχουμε μπροστά μας να διανύσουμε. ΑΜΗΝ.

 

  «KΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Ματ. κβ’, 35-46)

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

 

«Εὖ δοῦλε ἀγαθέ· ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω».

Ὁ ὡραῖος σημερινὸς παραβολικὸς θεῖος λόγος, ἀδελφοί μου, μᾶς ὁμιλεῖ περὶ ἀνθρώπου ποὺ ἀναχωρεῖ γιὰ ταξίδι καὶ λίγο πρὶν φύγη «ἐκάλεσε τοὺς ἴδιους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἓν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν». Ἐμπιστεύτηκε δηλαδὴ ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς, (γιατί αὐτὸς εἶναι ὁ ἀναχωρήσας τῆς παραβολῆς ἄνθρωπος), ποὺ ἦλθε στὴ γῆ, μᾶς ἔσωσε ἐκ τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας καὶ πρὶν ἀναληφθῆ στοὺς οὐρανούς (μᾶς ἐμπιστεύθηκε) διὰ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του τὰ ὑπάρχοντά Του, τὰ τάλαντά Του γιὰ τὴν πνευματική μας συντήρηση καὶ αὔξηση καὶ σωτηρία.

Ποιὰ ἀλήθεια εἶναι τὰ τάλαντα τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς παρέδωσε; Εἶναι οἱ πνευματικὲς καὶ σωματικὲς ἱκανότητες καὶ δυνάμεις, εἶναι οἱ ἀρετές: ἡ πίστη, ἡ ἐλπίδα, ἡ σοφία, ἡ γνώση, ἡ ἐλευθερία, ἡ θέληση, ἡ δύναμη, ἡ ἀγάπη, ἡ πραότητα, τὸ κάλλος, ἡ ὑγεία, ἡ φωνή, ἡ σχέση καὶ ἡ ἐπικοινωνία μετὰ τοῦ Θεοῦ, οἱ φυσικὲς καὶ ἠθικὲς ἱκανότητες, οἱ ἔμφυτες δεξιότητες καὶ τὰ προτερήματα. Αὐτὰ τὰ χαρίσματα, τὰ τάλαντα τοῦ Θεοῦ, πνευματικὰ καὶ σωματικά, μᾶς τὰ ἐμπιστεύτηκε ὡς πνευματικὸ κεφάλαιο καὶ αὐξητικὴ παρακαταθήκη καὶ «ἤλπιζεν» στὴν ἐλεύθερη φιλοτιμία μας, νὰ τὰ καλλιεργήσουμε, νὰ τὰ αὐξήσουμε, νὰ τὰ πολλαπλασιάσουμε καὶ γιὰ τὴν δική μας ὠφέλεια ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν διακονία τοῦ πλησίον, καὶ τέλος γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ. Κανένα δὲν ἄφησε ὁ Θεὸς χωρὶς προῖκα, χωρὶς τάλαντα.

Ὅλους τοὺς προίκισε,τοὺς κόσμησε, τοὺς ἐφοδίασε μὲ τὰ τάλαντά Του. Ὁ δωρεοδότης Κύριος «ἐν ἑκάστῳ διαιρεῖ τὰ χαρίσματα» καὶ χορηγεῖ τάλαντα καὶ χαρίσματα στοὺς ἀνθρώπους, τὰ λογικὰ αὐτὰ πλάσματά Του, καὶ δίνει προῖκα τὰ κατὰ δύναμιν στὸν καθένα μας «καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος».

Πῶς ὅμως, ἐυσεβείς μου Χριστιανοί, χρησιμοποιοῦμε τοὺς θησαυροὺς καὶ τὰ τάλαντα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ; Οἱ δυὸ πρῶτοι ἐργάσθηκαν φιλοτίμως ἐπὶ τῶν ταλάντων ποὺ ἔλαβαν, τὰ αὔξησαν καὶ τὰ διπλασίασαν. Φάνηκαν ἄξιοι τοῦ Κυρίου τους καὶ ἐκείνων ποὺ τοὺς ἐμπιστεύθηκε, δηλ. τῶν χαρισμάτων, καὶ μὲ αἴσθηση εὐθύνης Τὸν περίμεναν, γιὰ νὰ τοῦ ἀποδώσουν λογαριασμό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριός Τους, ὅταν «συναίρῃ λόγον μετ᾿ αὐτῶν», τοὺς ἐπαινεῖ καὶ τοὺς ὑπόσχεται νὰ τοὺς καταστήση κυρίους ἐν τῇ Βασιλεία Του. «Εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ. Ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω». Ὁ τρίτος δὲν ἐργάσθηκε, γιὰ νὰ ἀναδείξη τὸ χάρισμα, τὸ τάλαντό του. Ἔσκαψε στὴ γῆ καὶ τὸ ἔκρυψε. Δὲν τὸ χρησιμοποίησε οὔτε γιὰ τὸν ἑαυτό του, οὔτε γιὰ τὸν διπλανό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ζητῆ λογαριασμό, τὸν χαρακτηρίζει «πονηρὸ καὶ ὀκνηρὸ» καὶ διατάσσει νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὸ τάλαντο καὶ νὰ τὸ δώσουν σὲ αὐτὸν ποὺ ἔχει τὰ ἄλλα, γιατί ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶχε καμμία πρόθεση καὶ διάθεση οὔτε νὰ δεχθῆ τὸ τάλαντο-χάρισμα οὔτε νὰ τὸ καλλιεργήση, καὶ γι᾿ αὐτὸ περιφρονητικὰ τὸ ἔκρυψε στὴ γῆ καὶ ἐπὶ πλέον βρίζει καὶ συκοφαντεῖ τὸν χορηγό.

Ὅταν ὁ χριστιανὸς διαπιστώση τὰ ἰδιαίτερα χαρίσματά του, τότε ἀρχίζει ἡ ἀξιοποίηση τοῦ ταλάντου καὶ ἡ προσπάθεια τοῦ πολλαπλασιασμοῦ του. Γιατί, ἂν ἀδρανήσουμε, καὶ τὸ τάλαντον θὰ ἀφαιρεθῆ καὶ ἡ θεία δικαιοσύνη θὰ παρέμβη γιὰ τὴν ἀμέλειά μας· «τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ». Ἐκεῖνο ποὺ μένει λοιπὸν ὡς καθῆκον χωρὶς διακοπὴ εἶναι ἡ ἀντικειμενικὴ ἀξιολόγηση τῶν χαρισμάτων μας καὶ ἡ κατὰ τὸν καλλίτερο τρόπο ἀξιοποίησή τους. Γιατί αὐτὴ ἡ ἀξιοποίηση μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὸν οὐράνιο προορισμό μας. Ἡ θέση μας στὴν αἰωνιότητα βρίσκεται μέσα στὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας. Τὸ τάλαντον πολλαπλασιαζόμενο γίνεται τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀξιούμεθα τῆς μακαρίας φωνῆς «εὖ δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ» καὶ προξενεῖ πολλαπλάσια ἀνταπόδοση· «ἐπὶ ὀλίγα ἧς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω». Ἀδελφοί, ἐπίκαιρος ὁ ἱερὸς ὑμνωδός, ὅταν συνιστᾶ· «τοῦ κρύψαντος τὸ τάλαντον τὴν κατάκρισιν, ἀκούσασα ψυχή, μὴ κρύπτε λόγον καὶ χάρισμα Θεοῦ». ΑΜΗΝ.

π. Χ.Φ.

 

«KΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ματθ. ιε΄, 21-28

(ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ)

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

 

Ευρισκόμενος ο Κύριός μας στα μέρη Τύρου και Σιδώνος, έγινε αποδέκτης της προσευχητικής κραυγής και ικεσίας μιας πονεμένης μητέρας, η οποία έβλεπε το παιδί της να υποφέρει, έχοντας καταληφθεί από δαιμονικές δυνάμεις. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος διηγείται ότι οι Μαθητές προσπάθησαν να απομακρύνουν τη γυναίκα, θέλοντας, ίσως, να προστατέψουν τον Διδάσκαλό τους από την ενοχλητική παρουσία της. Εκείνος, όμως, τους επετίμησε και, αφού δοκίμασε την πίστη της Χαναναίας, επιδεικνύοντας, κατ’ αρχήν, αδιαφορία, την επιβράβευσε θεραπεύοντας το παιδί της.

            Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα μας δίνει την ευκαιρία να αναλύσουμε, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσευχόμαστε, ούτως ώστε ο Κύριος να εισακούει των προσευχών μας και πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε την καθυστέρηση της ανταπόκρισης ή και την μη ανταπόκριση Εκείνου προς τα αιτήματά μας. Οδηγός μας στην προσέγγιση αυτή θα είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος, με Θεόπνευστο τρόπο, ερμήνευσε την Ευαγγελική διήγηση στην οποία αναφερόμαστε.

            Ο Ιερός της Εκκλησίας Πατήρ σημειώνει ότι η προσευχή μας, για να γίνει αποδεκτή από τον Θεό, πρέπει να διακρίνεται από κάποια ιδιαίτερα γνωρίσματα. Σημειώνει χαρακτηριστικά: Μέγα όπλον εστίν, εάν μετά εκτενείας γίνεται, εάν χωρίς κενοδοξίας, εάν μετά ψυχής ειλικρινούς…αύτη φάρμακον εστί σωτήριον και κωλυτικόν των αμαρτημάτων και ιατρείον των πλημμελημάτων… Δηλαδή, η προσευχή μας πρέπει να έχει συνέχεια, να μη διακρίνεται από κενοδοξία και να προέρχεται από ψυχή που κατακλύζεται από ειλικρινή αγάπη προς τον Θεό. Αυτού του είδους η προσευχή είναι φάρμακο σωτήριο για τον άνθρωπο, εμποδίζει την ροπή της ψυχής προς την αμαρτία και καθίσταται θεραπευτήριο των πτώσεων και των πλημμελημάτων μας. Σε άλλο σημείο, μάλιστα, ο Άγιος Ιωάννης συμπληρώνει: Ούτοι ακούονται ευχόμενοι, οι ταπεινοί τη καρδία και συντετριμμένοι. Πανταχού όχημα ευχής η ταπεινοφροσύνη Δηλαδή η προσευχή μας πρέπει να είναι καρπός ταπεινοφροσύνης και συντριβής καρδίας, για να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα ενώπιον του Θεού.

            Στη συνέχεια ο Ιερός Πατήρ, ερμηνεύοντας την σημερινή περικοπή, επισημαίνει τους λόγους εξαιτίας των οποίων η προσευχή δεν γίνεται αποδεκτή από τον Θεό: όταν τοις αμαρτήμασιν επιμένοντες ευχόμεθα. Και όταν κατ’ εχθρών αιτώμεν… Η εμμονή μας δηλαδή στην αμαρτία καθιστά την προσευχή μας μη ευάρεστη στον Θεό, καθώς, επίσης και η δέηση που αποσκοπεί στο κακό εκείνων που μάς έβλαψαν και μάς εχθρεύονται. Η προσευχή δε μπορεί να γίνεται για κακό σκοπό, αλλά μόνο για την επίτευξη του αγαθού. Και συμπληρώνει: Πολλαί αι αιτίαι του αποτυγχάνειν: ή ασύμφορα αιτούσιν, ή ανάξιοι, ή κατά των λελυπηκότων εύχονται ή αμετανόητα αμαρτάνοντες αιτούσιν έλεον, όπερ εστίν αδύνατον λαβείν Οι αιτίες της αποτυχίας της προσευχής μας είναι πολλές: όταν ζητούμε πράγματα που θα προκαλέσουν βλάβη στην ψυχή μας και δε συμφέρουν στον πνευματικό μας αγώνα, όταν είμαστε ανάξιοι να σταθούμε ενώπιον του Θεού, καθότι η ζωή μας δεν συμβαδίζει με το θέλημά Του, όταν καταφερόμαστε εναντίον εκείνων που μάς λύπησαν, όταν δε βιώνουμε την μετάνοια, έχοντας επίγνωση των αμαρτιών μας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι αδύνατο να λάβουμε από τον Θεό αυτό που ζητούμε στις προσευχές μας.

            Παρόλα αυτά, εμείς οι άνθρωποι συχνά απογοητευόμαστε όταν διαπιστώνουμε ότι ο Χριστός δεν ανταποκρίνεται στις προσευχές μας. Φθάνουμε, μάλιστα, σε σημείο να καταφερόμαστε εναντίον Του, θεωρώντας ότι μάς αγνοεί και δε μάς αγαπά. Αλλά δεν πρέπει να αδημονούμε ή να απογοητευόμαστε. Αντιθέτως, οφείλουμε να επανερχόμαστε στα αιτήματά μας ασκούμενοι στην υπομονή. Επ’ αυτού δε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παρατηρεί: Μένωμεν παρακαλούντες, δεόμενοι και μηδέποτε αποστώμεν καν λάβωμεν καν μη λάβωμεν. Ει γαρ του δούναι κύριος και του πότε δούνε κύριος εστί και τον καιρόν ακριβώς οίδεν αυτός.Να επιμένουμε, δηλ. στην προσευχή, παρακαλούντες και να μην απομακρυνόμαστε, είτε ικανοποιούνται, είτε όχι τα αιτήματά μας. Γιατί ο Χριστός, επειδή είναι κύριος της προσφοράς και του ελέους γνωρίζει ακριβώς και τον καιρό της προσφοράς. Σε εμάς εναπόκειται να έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στο θέλημά Του. ΑΜΗΝ!

«KΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ

(ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ)

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

 

«Ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται»
Αγαπητοί μου αδελφοί,

           Στην ωραία και ψυχικά ωφέλιμη ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε σήμερα, την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου θεμελιώνεται η μεγάλη διδασκαλία, που καλείται αρετή της ταπεινοφροσύνης, στο μεγάλο χριστιανικό οικοδόμημα της σωτηρίας του ανθρώπου. Δύο άνθρωποι πήγαν να προσευχηθούν στο Ιερό, ο ένας ο Φαρισαίος, άνθρωπος εγωϊστής και υπερήφανος, και ο άλλος Τελώνης, άνθρωπος που αναλογίζεται το βάρος των αμαρτιών του, κτυπά το στήθος του, κλαίει και λέγει μετά πολλών δακρύων «ο Θεός ιλασθητί μοι τω αμαρτωλώ».

           Και γεννάται το ερώτημα ποίων, εκ των δύο εκείνων ανθρώπων, η προσευχή έγινε δεκτή από τον Θεό, ή με άλλα λόγια ποιος κατέβηκε δικαιωμένος, από τον τόπο της προσευχής, το ναό του Σολομώντος, ο υπερήφανος και αλαζόνας Φαρισαίος, ή ο ταπεινός και συντετριμμένος τη καρδία Τελώνης, ασφαλώς ο Τελώνης.
Τον Τελώνη δικαιώσας και την Χαναναίαν ελεήσας, ο Δίκαιος Κριτής, ο Κύριος της Δόξης Χριστός, ο Οποίος ήλθε εξ’ ουρανού να καλέσει αμαρτωλούς σε μετάνοια είπε το, «πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».
Ταπεινοφροσύνη, η μεγάλη αυτή υψοποιός χριστιανική αρετή, είναι η βαθειά συναίσθηση της ατέλειας και αναξιότητας του ανθρώπου απέναντι του τελείου Θεού. Η ταπεινοφροσύνη είναι η πρώτη και κυρία βάση της ύψωσης και της σωτηρίας του ανθρώπου και κατά συνέπεια το θεμέλιο και η βάση όλων των χριστιανικών αρετών και της αληθινής χριστιανικής ζωής.

           Αυτή ακριβώς την διαπίστωση την βλέπει με τα μάτια της ψυχής του, ο καθαρός στη καρδία άνθρωπος, στους λόγους του Σωτήρα Χριστού, «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι , ότι αυτών εστίν η βασιλεία των ουρανών». Μακάριοι είναι εκείνοι που συναισθάνονται, όπως ο Τελώνης, την πνευματική τους πτώχεια, και τα πάντα τα αποδίδουν στο Θεό, τον Δημιουργό του παντός ζητούντες την χάρη και την ευλογία Του, με ταπείνωση, με υπομονή και εγκαρτέρηση.

Η μεγάλη αρετή της ταπείνωσης και τους αμαρτωλούς δικαιώνει, ως τον τελώνη, ως τον ληστή, ως την πόρνη και την αιμορροούσα γυναίκα, αλλά και τους δικαίους προφυλάσσει από την αμαρτία και τις προσευχές τους τις μεταφέρει στον θρόνο του Παντάνακτος Θεού.

           Ο ταπεινός άνθρωπος δια της υπομονής και της εγκαρτέρησης γίνεται φίλος Χριστού και αποκτά το «γνώθι σ’ αυτόν», πού είναι πράγμα δύσκολο να γνωρίζει, ζητά όμως με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, δια της προσευχής να προαχθεί ηθικά και να γίνει άξιος μαθητής Εκείνου, «όστις είναι ο πράος και ταπεινός τη καρδία».
Ο ταπεινός στην καρδιά άνθρωπος συναισθανόμενος τις αμαρτίες του προσπίπτει ταπεινά ενώπιον του αγαθού Θεού και λαμβάνει την θεία χάρη, διότι ο Θεός «επί πάντα ταπεινόν επιβλέπει και τους ταπεινούς τω πνεύματι σώζει», ενώ απεναντίας «πάντα υψηλοκάρδιον, ως ακάθαρτον αποστρέφεται και οφθαλμούς υπερηφάνων ταπεινοί».

Έτσι ο υπερήφανος, ο αλαζών, ο εγωιστής, πέφτει και συντρίβεται υπό το βάρος της υπερηφάνειας του, της αλαζονείας του, του εγωισμού του, ενώ ο ταπεινός εργάζεται το αγαθό, το καλό, την αρετή και υψώνεται και προάγεται κατά Χριστό και συγχρόνως αποδίδει στο Θεό την ηθική του αξία και ικανότητα, διότι παρ Αυτού έλαβε τα πάντα. «Τι έχεις, ό ούκ έλαβες » λέγει ο Απόστολος Παύλος.Η ταπεινοφροσύνη είναι «το θεμέλιον της αγιότητος», μας λέγει ο άγιος Κυπριανός «θεμέλιός εστι της καθ’ ημάς φιλοσοφίας» και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας λέει, χωρίς την αληθινή ταπεινοφροσύνη δεν είναι δυνατό να υπάρχει χριστιανική αρετή και μάλιστα μετάνοια, μετάνοια ειλικρινή, ως αυτή του Τελώνη της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.
Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι, ο ταπεινός στην καρδιά άνθρωπος κερδίζει τον Χριστό, την άκρα Ταπείνωση και γίνεται φίλος Χριστού.Μετάνοια, είναι και λέγεται η ανακαίνιση της ψυχής του αμαρτωλού ανθρώπου, η μεταβολή των φρονημάτων και αισθημάτων του χριστιανού σύμφωνα με τον άγιο νόμο του ευαγγελίου.«Η αμαρτία, ως λέγει ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης, εστίν η ανομία» και παράβαση κατ’ ακολουθία των αγίων εντολών του Θεού και φοβερά συνέπεια αυτής είναι να απομακρύνει και τελικά να αποχωρίζει τον άνθρωπο από το φως και τη ζωή και να τον ρίπτει στο σκότος και τον θάνατο, τον πνευματικό θάνατο.

Αδελφοί μου,

Ας επιδείξουμε και εμείς, λοιπόν, ταπείνωση και ειλικρινή μετάνοια, ως ο Τελώνης για να δυνηθούμε να λάβουμε παρά του Δωρεοδώτου Θεού, Πατρός των Φώτων, παρά του Οποίου πάσα δόσης αγαθή και πάν δώρημα τέλειο, την πνευματική μας ανύψωση και αποκατάστασή μας στην άνω Αυτού βασιλεία.

Η Εκκλησία μας από σήμερα μας εισαγάγει στην κατ’ εξοχή περίοδο της ταπείνωσης, της μετάνοιας, και της προσευχής, που είναι η περίοδος του Τριωδίου και μας καλεί λέγοντας δια του υμνωδού της «της μετανοίας άνοιξόν μοι πύλας Ζωοδότα, ορθρίζει γάρ το πνεύμα μου, προς ναόν τον άγιον σου, ναόν φέρον του σώματος όλον εσπιλωμένον, αλλ’ ως οικτίρμων κάθαρον, ευσπλάχνω σου ελέει».ΑΜΗΝ!

π. Χ.Φ.



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 157 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ