«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Ε΄ Κυριακή των νηστειών

Κυριακή 1η Απριλίου 2010

(Εβρ. Θ΄ 11-14)

 

            Ο Απόστολος της Ε΄ Κυριακής των Νηστειών παρουσιάζει έναν αρχιερέα. Είναι ο Μέγας Αρχιερέας, ασύγκριτα ανώτερος από κάθε άλλον αρχιερέα. Ο αρχιερέας αυτός είναι ο Χριστός. Ο Χριστός, πριν να ’ρθει στη γη και να γίνει άνθρωπος για μας, ήταν ο προαιώνιος Θεός, ο Υιός και Λόγος του Θεού. Η εξουσία του ήταν παγκόσμια. Όπως ψάλλουμε σε κάθε θεία λειτουργία, ο Χριστός είναι «συνδοξαζόμενος τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι».

            Ο Χριστός που ενανθρώπησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, Σαν Θεάνθρωπος πλέον Λυτρωτής του κόσμου, έχει τριπλό αξίωμα: Του Διδασκάλου, του Αρχιερέα και του Βασιλιά.

            Ο Χριστός είναι Διδάσκαλος, όχι απλώς Διδάσκαλος, αλλά ο Διδάσκαλος, ο μοναδικός Διδάσκαλος του κόσμου. Υπήρξαν βέβαια στον κόσμο και πριν και μετά από το Χριστό και άλλοι Δάσκαλοι   και σοφοί. Αυτοί, όμως, σε σύγκριση με το Χριστό, είναι μικρά, ασθενικά φωτάκια, είναι πυγολαμπίδες που το φως τους τρεμοσβήνει κοντά στον πανέκλαμπρο Ήλιον Χριστό, που ατενίζοντάς τον θαμπώνονται οι αιώνες.

            Σε δύο πράγματα διαφέρει   ασύγκριτα ο Διδάσκαλος Χριστός από τους δασκάλους του κόσμου˙ το πρώτο: είναι αυτόφωτος ο Χριστός˙ δεν παίρνει από άλλον φως. Είναι ο ίδιος πηγή φωτός. Ο Χριστός δεν διδάχτηκε ποτέ του. Δεν χρημάτισε ποτέ μαθητής . Δεν φοίτησε ποτέ σε σχολείο.

            Όταν κάποτε   οι συγχωριανοί του τον είδαν να διδάσκει   και άκουσαν   από το στόμα του καταπληκτικά   πράγματα, εξεπλάγησαν και είπαν «πόθεν τούτω η σοφία αυτή και αι δυνάμεις; Ούχ   ούτος εστίν ο του τέκτονος   υιός; πόθεν ουν   τούτω ταύτα πάντα» (Ματθ. 13, 54-56). Και κάποτε άλλοτε, όταν δίδασκε στο Ναό του Σολομώντος, οι Ιουδαίοι ρώτησαν: «Της ούτοι γράμματα οίδε μη μεμαθηκώς;» (Ιωαν. 7,15). Ασύγκριτος   Διδάσκαλος λοιπόν ο Χριστός.

            Είναι η πηγή της σοφίας και της γνώσεως. Οι άνθρωποι και οι πιο σοφοί, δεν μπόρεσαν να ανακαλύψουν και να πουν μια θεωρία, μια διδασκαλία, ανώτερη από τη διδασκαλία του Χριστού. Ό,τι ωραίο υπάρχει στο χώρο των ιδεών, είναι κλεμμένο από το Ευαγγέλιο του Χριστού. Όλα τα μεγάλα συνθήματα, που συνεγείρουν τις πλατειές μάζες και συγκλονίζουν τους λαούς, ειρήνη, δικαιοσύνη, ελευθερία, κοινωκτημοσύνη, ισότητα, αγάπη, όλα είναι δανεισμένα από το Ευαγγέλιο του Χριστού.

            Διδάσκαλος ο Χριστός. Όχι απλώς ο μεγαλύτερος απ’ όλους τους διδασκάλους, αλλά ο τέλειος Διδάσκαλος «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος» (Ιωαν. 7, 46).

            Το άλλο αξίωμα του Χριστού είναι το Βασιλεύς. Είναι βασιλιάς ο Χριστός. Όχι βέβαια σαν τους   επίγειους βασιλιάδες, που, οι περισσότεροι πεθαίνουν εκθρονισμένοι και εξόριστοι. Αλλά και αν δεν τους εκθρονίσουν   άνθρωποι, έρχεται οπωσδήποτε κάποιος άλλος βασιλιάς, ισχυρότερος απ’ αυτούς, και τους εκθρονίζει. Και ο ισχυρότερος αυτός βασιλιάς, που τον τρέμουν όλοι οι άρχοντες του κόσμου τούτου, είναι ο θάνατος.   Ένας μόνον βασιλιάς υπάρχει, που ο θάνατος δεν μπόρεσε να τον κρατήσει αιχμάλωτο. Ένας μονάχα βασιλιάς υπάρχει, που δάμασε το θάνατο και τον καταπάτησε: Ο Ιησούς Χριστός. Με την ένδοξη   ανάστασή του αναδείχτηκε θριαμβευτής βασιλιάς. «Και της βασιλείας   αυτού ουκ έσται τέλος». Αυτόν τον βασιλιά υποδεχώμαστε σε κάθε θεία Λειτουργία: «ως τον βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι…».

            Στο αποστολικό ανάγνωσμα   βλέπουμε το Χριστό κυρίως σαν Αρχιερέα. «Χριστός παραγενόμενος   αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών…». Αλλά γιατί λέγεται ο Χριστός Αρχιερεύς; Διότι κάθεται σε δεσποτικό   θρόνο, όπως συνήθως   κάθονται οι αρχιερείς; Όχι.  Ο Χριστός στον ουρανό σαν βασιλιάς του ουρανού κάθεται στο θρόνο της θεότητος. Μα όταν ήταν στη γη, σαν Αρχιερέας δεν κάθησε   σε θρόνους. Ο θρόνος   που κάθησε, ή μάλλον καθηλώθηκε ο Χριστός Αρχιερέας , είναι ο ξύλινος Σταυρός του. Αυτός είναι ο αρχιερατικός του θρόνος.   Αυτόν τον σταυρικό του   θρόνο έδειξε   και στους δύο μαθητές του, που του ζήτησαν   επίγεια δόξα, να καθίσουν ο ένας στα δεξιά του και ο άλλος στα αριστερά του. Μπορείτε, τους ρώτησε, να σηκώσετε και εσείς σταυρό; Μπορείτε να διακονίσετε τον κόσμο; Μπορείτε να πιήτε το ποτήρι της θλίψης που θα πιω εγώ; Μπορείτε να θυσιαστείτε; Τότε θα είστε γνήσιοι   μαθηταί μου. Και τότε, κάποια μέρα, θα δοξαστείτε στον ουρανό.

            Ο Χριστός λοιπόν, σε αρχιερατικό θρόνο δεν καθόταν, σχέση με τους Ιουδαίους αρχιερείς της εποχής του δεν είχε. Ονομάζεται όμως Αρχιερέας διότι πρόσφερε θυσίες. Θυσίες βέβαια πρόσφεραν και οι Ιουδαίοι αρχιερείς. Σφάζανε τράγους και καίγανε δαμάλια. Και έπαιρνε   ο αρχιερέας   τη σκόνη – τη στάχτη – απ’ τα δαμάλια και την εκσφεδόνιζε γύρω. Και έπαιρνε και το αίμα των ταύρων   και τράγων και μ’ αυτό ράντιζε όλο τον τόπο και όλους τους ανθρώπους. Γιατί το ’κανε αυτό; για να καθαρίζονται οι άνθρωποι. Καθαρίζονταν πραγματικά; Ασφαλώς όχι.   Η θυσία αυτή ήταν συμβολική, όπως συμβολικά ήταν και τόσα άλλα πράγματα   στην Παλαιά Διαθήκη. Η θυσία εκείνη συμβόλιζε   κάποια άλλη θυσία˙ θυσία πραγματική, θυσία λυτρωτική, θυσία καθαρκτική, θυσία ανυπέρβλητή. Και η θυσία αυτή είναι του Γολγοθά, η θυσία του Κυρίου, όχι το αίμα τράγων, και ταύρων, ή άλλων ζώων, όχι το αίμα κάποιου ανθρώπου   κοινού, όχι το αίμα κάποιου αγίου ανθρώπου, το αίμα του Ιησού Χριστού, αυτό το αίμα προσφέρθηκε κατά τη θυσία του Γολγοθά, αυτό το αίμα ράντισε τα βράχια του Γολγοθά. Αυτό το αίμα ράντισε και εξακολουθεί να   ραντίζει την αμαρτωλή ανθρωπότητα.

            Αυτή η θυσία   του Γολγοθά είναι η ύψιστη   θυσία, που ανέδειξε το Χριστό Αρχιερέα μοναδικό. Στη θυσία αυτή ο Χριστός πρόσφερε   τον εαυτό του   θυσία στο Θεό. Και εδώ είναι το καταπληκτικό. Στη θυσία του Γολγοθά ο Χριστός είναι συγχρόνως και θύμα και θύτης. Είναι ο «προσφέρων και ο προσφερόμενος».

            Το αίμα του Χριστού που χύθηκε στο Γολγοθά   έχει μοναδική   λυτρωτική δύναμη γιατί   είναι το αίμα   του αναμαρτήτου, του Κυρίου Ιησού Χριστού. Αυτό το αίμα τού Χριστού μας καθαρίζει όλους. Καθαρίζει τη συνείδησή μας. «Καθαρίει την συνείδησιν υμών από νεκρών έργων…»

            Το αίμα του Χριστού προσφέρεται σε κάθε θεία λειτουργία. Το αίμα του Χριστού μας περιμένει «πίετε εξ αυτού πάντες».

            Εκείνο που πρέπει να κάνουμε οι πιστοί είναι να   πλησιάσουμε στο εξομολογητήριο και να δείξουμε τις πληγές μας, τις αμαρτίες μας. Θα γιατρευτούμε   με το αίμα του Χριστού.

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή των Βαΐων (Φιλιπ. δ΄4-9)

 Κυριακή 8η Απριλίου 2012

«Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε, πάλιν ερώ χαίρετε»

            Ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, ποθεί τη χαρά. Ζητεί τη χαρά. Θέλει να Χαίρει. Πάντοτε να χαίρει, προπαντός δε σήμερα πόσο αισθητή είναι η ανάγκη της Χαράς από όλους! Γι’ αυτό ο άνθρωπος δημιουργεί ευκαιρίες χαράς και ψυχαγωγίας. Διοργανώνει ταξίδια, εκδρομές, χορούς, πάρτι. Έχει ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, συναυλίες, θεάματα, καζίνα και χαρτοπαίγνια. Προσπαθεί να ρουφήξει τη χαρά με όλες του τις αισθήσεις. Γενική είναι η εξόρμηση σήμερα για την κατάκτηση της χαράς.

            Αλλά και η Εκκλησία σήμερα μας προτρέπει να χαίρωμεν. Ο απόστολος Παύλος με τις αλυσίδες στα χέρια, σαν φυλακισμένος που ήταν, με ενθουσιασμό μας λέει, και η Εκκλησία μας το επαναλαμβάνει, με το Αποστολικό ανάγνωσμα, «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε και πάλιν ερώ χαίρετε».

            Γιατί όμως σήμερα η Εκκλησία, οπότε αρχίζει η εβδομάδα των Παθών, που είναι εβδομάδα πένθους, που όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται, μας προτρέπει να χαίρωμεν; Ή χαρά ή λύπη θα έχουμε. Είναι δυνατόν στη λύπη να υπάρχει και χαρά; Και όμως: η χαρά είναι ανεξάρτητη από τα εξωτερικά λυπηρά γεγονότα. Δεν είναι τα βάσανα που σκοτώνουν τη χαρά. Η χαρά δεν έρχεται έξωθεν. Η χαρά αναβλύζει έσωθεν. Γι’ αυτό βλέπουμε   σήμερα τα εκατομμύρια εκείνα του Ιουδαϊκού όχλου να ενθουσιάζονται, να χαίρουν, να αναφωνούν τα ωσανά, να στρώνουν τα ενδύματά τους, και όμως μετ’   ολίγον φεύγει η χαρά και αυτοί οι ίδιοι   τρίζουν τους οδόντας και καταριώνται και φωνάζουν το «άρον, άρον». Ο Κύριος όμως, για τον οποίον γίνονται όλα αυτά, μένει ασυγκίνητος, τόσο στον ενθουσιασμό τους, όσο και στα μαρτύριά τους.

            Από τα λόγια του Αποστόλου Παύλου και το παράδειγμα του Κυρίου πείθεται κανείς, ότι μπορεί ο άνθρωπος   να αποχτήσει τη χαρά και την διατηρήσει   παντοτινά. Υπάρχουν όμως πράγματα που διώχνουν τη χαρά. Ποια είναι αυτά; Πρώτα – πρώτα η εκδηκητικότητα. Πολλοί   στη ζωή μας θα μας θίξουν και θα μας βλάψουν είτε με λόγια είτε με έργα. Χάνεται τότε η χαρά μας. Αναστάτωση γίνεται εσωτερική. Πολλοί παραμένουν άυπνοι καταστρώνοντας σχέδια για να μας εκδικηθούν. Και τότε πάει περίπατο η Χαρά. Μας το υποδεικνύει ο   απόστολος σήμερα: «το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν άνθρωποις» λέει. Είναι όμως δυνατή και τότε η χαρά. Πώς; Με την επιείκεια. Αν είναι επιεικής   ο άνθρωπος δεν χάνει τη Χαρά του. Με το καλό θα διορθωθεί   αυτός που μας έβλαψε. Με το κακό αγριεύει     περισσότερο και διαιωνίζεται η έχθρα. Με την επιείκεια θα υποχωρήσει. «Με το μέλει τρώει κανείς περισσότερο ψωμί παρά με το ξύδι», λέει η παροιμία.

            Έπειτα   οι μέριμνες   του βίου σκοτώνουν τη χαρά.   Τον πνίγει η αγωνία τον πολυάσχολο. Πώς θα το ζήσω;   Πώς θα τα βγάλω πέρα; Μην αρρωστήσουν τα παιδιά;   Αυτά και άλλα αγωνιώδη προβλήματα τον καταβάλλουν. Ο πολυάσχολος   σε κάθε δυσκολία τα χάνει. Παραλύει   από τις σκέψεις και τις φροντίδες. Πηγαίνει   να του φύγει το μυαλό. Επόμενο είναι οι αγωνιώδεις αυτές μέριμνες να του διώχνουν τη χαρά. Αδικαιολόγητα   βέβαια. Στις δύσκολες περιπτώσεις   θα αναθέτουμε   τα ζητήματα   που μας απασχολούν στο Θεό. Θα γνωστοποιούμε τα προβλήματά   μας με την προσευχή στο Θεό και θα περιμένουμε την απάντησή του. Άλλωστε, εμείς   οι Έλληνες και άλλοτε βρεθήκαμε σε πολλή δύσκολη θέση. Μας άφησε τότε ο Θεός; Εννοώ την περίοδο της τριπλής – Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρικής κατοχής. Όσοι βρεθήκαμε στα δύσκολα εκείνα χρόνια, πόσα θαύματα δεν είχαμε δει   τότε στη ζωή μας! Και σημειωτέον,   ότι δεν ήμασταν, όπως έπρεπε άνθρωποι   του Θεού. Στις δύσκολες περιπτώσεις ας στριφογυρίζουν στο νου μας    τα λόγια του ποιητή:

«Κι αν δεν μου μείνει εντός του κόσμου, που ν’ ακουμπίσω να σταθώ,

εκεί ψηλά είναι ο Θεός μου, πως ημπορώ ν’ απελπιστώ;»

            Πρέπει οι πιστοί στις δυσκολίες της ζωής να   σκεπτώμεθα τις μέχρι τώρα δωρεές του Θεού, ν’ ατενίζουμε το μέλλον. Τότε οι δυσκολίες δεν θα   σκοτώνουν τη χαρά μας. Θα είναι σαν τα κύματα της επιφάνειας που αφήνουν   ήρεμο το βυθό του ωκεανού. Τότε θα νιώθουμε αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος: «Χαίρετε εν Κυρίω, πάλιν ερώ χαίρετε».

            Έχει μεγάλη σημασία το «εν Κυρίω». Διότι   η χαρά είναι δώρο του Κυρίου. Είναι εσωτερική   πηγή, που αναβλύζει διαρκώς. Όταν η χαρά μας είναι «εν Κυρίω», δε τη σταματά τίποτε. Όλος ο κόσμος θέλει και ζητεί τη χαρά.   Όχι όμως   την «εν Κυρίω». Ζητεί τη χαρά πότε δω, πότε κει. «Ειπέτε μου που κατοικεί;» λέει ο σύγχρονος άνθρωπος, την ζητεί αλλού εκεί που δεν υπάρχει. Δεν τη ζητεί «εν Κυρίω», συνήθως, αλλά εν σατανά και εν τω κόσμω. Νομίζει   ότι θα την βρει στα καζίνα και στα χαρτοπαίγνια, στα θέατρα και τα γαργαλιστικά θεάματα,   σε χορούς και γλέντια,   σε διασκεδάσεις   και σε ξεφαντώματα. Αλλά συνήθως   μέσα σ’ αυτά, δεν βρίσκεται   ο Κύριος, που έχει   την αληθινή χαρά, αλλά χώνεται ο σατανάς που φέρνει τη λύπη και τη θλίψη.   Γι’ αυτό, και παρ’ όλη την προσπάθειά του ο άνθρωπος, επειδή   συνήθως δε την   ζητεί «εν Κυρίω», δεν είναι   ευχαριστημένος και χαρούμενος σήμερα.   Οι άνθρωποι   κυνηγούν τη χαρά, αλλά δεν την πιάνουν.

            Μόνον όταν μέσα μας είναι θρονιασμένος ο Κύριος, αποβαίνουμε και εμείς πηγή χαράς. Και η χαρά μας τότε είναι εσωτερική, ανεξάντλητη. Γιατί;   Διότι τότε ο Θεός   δίνει την ειρήνη του. Και αυτή η   ειρήνη του Θεού είναι το άκρον άωτον της χαράς.   Είναι η συνισταμένη των αρετών και των ιερών συναισθημάτων. Αυτή είναι «η ειρήνη   η πάντα νουν υπερέχουσα», για την οποία ομιλεί ο σημερινός απόστολος.

            Αυτή η δωρεά   της ειρήνης συγκρατεί και προφυλάσσει την καρδιά   και τις σκέψεις να μην ξεχύνονται προς   τα έξω   σε   αγωνίες και θλίψεις και ταραχές.

            Το εσωτερικό τότε του ανθρώπου     είναι σαν ένα φρούριο απόρθητο,   μέσα στο οποίο βασιλεύει η χαρά.

            Ας μαίνονται γύρω οι εχθροί, ας λυσσομανούν τα βάσανα και οι θλίψεις. Το φρούριο αυτό   προφυλάσσεται   από την ειρήνη   και τη γαλήνη. Και στο κέντρο του φρουρίου της καρδιάς του ανθρώπου   ευρίσκεται   ο Κύριος. Και όπου υπάρχει ο Κύριος, υπάρχει ειρήνη και χαρά.

            Ας έχει ο άνθρωπος όλα τα πλούτη. Αν του λείπει η χαρά, άχρηστα είναι. Ας έχει όλες τις δόξες. Χωρίς χαρά δυστυχισμένος είναι. Ας έχει όλες τις ηδονές. Χωρίς χαρά μαρτύριο είναι η ζωή.

            Η χαρά είναι το πολυτιμότερο και αναγκαιότερο πράγμα στον κόσμο.   Γι’ αυτό και όλοι τη ζητούν.

            Αλλά   εμείς, ας μην κάνουμε το λάθος να την ζητάμε αλλού, εκεί που δεν υπάρχει. Μόνο «εν Κυρίω» αποκτάται η αληθινή χαρά. Και μέσα στα βάσανα   ακόμα η χαρά υπάρχει.   Και μπορούμε να την έχουμε. Παράδειγμα   ο απόστολος Παύλος, που μέσα από της φυλακής τα σίδερα φώναζε: «Χαίρω εν τοις παθήμασί μου», και προς εμάς απευθυνόμενος έλεγε˙ «χαίρετε   εν Κυρίω, πάλιν ερώ χαίρετε».

                                                           

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή του θωμά

 Κυριακή 22α Απριλίου 2012

«Ειρήνη υμίν», λέγει στους μαθητάς   του ο Κύριος την πρώτη ημέρα της αναστάσεώς του.

            Και έπειτα από   οκτώ ημέρας, όταν εμφανίστηκε πάλι στους μαθητές του ο Κύριος, την Ειρήνη τους χαρίζει. «Ειρήνη υμίν» τους λέει πάλι και επανειλημμένως.   Άρα το μεγαλύτερο πράγμα στον κόσμο είναι «η Ειρήνη του Θεού, η πάντα νουν υπερέχουσα». Η Ειρήνη είναι το ύψιστο αγαθό   από όσα μπορεί να   επιθυμήσει και   απολαύσει ο άνθρωπος. Είναι θησαυρός   πολύτιμος, πλούτος ανώτερος.

            Θα δούμε λοιπόν, σήμερα, ποια είναι η Ειρήνη του Θεού και ποια η στάση μας απέναντί της.

            α) Είναι πρώτα - πρώτα συμφιλίωση   του ανθρώπου με το Θεό η Ειρήνη που χαρίζει ο Χριστός.   Μα, έχομε   πόλεμο με το Θεό, μπορεί να ρωτήσει κάποιος. Ναι, όσοι   αμαρτάνουν έχουν. Διότι εκείνος που αμαρτάνει γίνεται επαναστάτης και εχθρός του Θεού. Το δίκαιο είναι να συντριβεί και   θα συντριβεί. Το απαιτεί η θεία δικαιοσύνη. Διακόπτονται   οι σχέσεις αυτομάτως. Αλλά όταν   συνέλθει ο άνθρωπος   και θελήσει να πλησιάσει   το Χριστό και ζητήσει να συμφιλιωθεί, αναλαμβάνει ο Χριστός να τον συμφιλιώσει   με το Θεό.

            Γι’ αυτό σταυρώθηκε. Πληρώνει για τον αμαρτωλό άνθρωπο ο Σωτήρας   την αποζημίωση. Δίνει το αίμα του. Δέχεται τη θυσία του ο Θεός Πατήρ, διότι η θυσία   αυτή του Χριστού είναι αρκετή να   εξιλεώσει το Θεό για όλους τους αμαρτωλούς όλων των αιώνων. Με την προϋπόθεση, βέβαια, να αποφασίζει ο αμαρτωλός άνθρωπος να μετανοήσει. Τότε λύνεται το μεσότοιχο   του φραγμού. Συμφιλιώνεται ο Θεός με τον άνθρωπο.   «Εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανατου του Υιού αυτού». Ο άνθρωπος τότε   αποκτά φιλία με το Θεό και αποκαθίστανται   οι σχέσεις τους. Φιλία μόνον; Υιοθετείται από το Θεό και αποκτά όλα τα δικαιώματα των τέκνων του Θεού. Ειρήνη πλήρης εγκαθιδρύεται     στην ψυχή. Έχει πλέον την προστασία   του Θεού και αισθάνεται   τον εαυτό του ασφαλή «άρα   ουκέτι εστί ξένοι και πάροικοι, αλλά συμπολίται των αγίων και οικείου του Θεού», τονίζει ο απόστολος Παύλος.

            β) Έπειτα, δεύτερος είναι συμφιλίωση   του ανθρώπου με τον εαυτόν του η Ειρήνη του Χριστού.

            Πόση ταραχή και αναστάτωση δεν φέρνουν μέσα μας τα πάθη και οι κακίες! Θυμηθείτε   τις ταραχές της ψυχής   που φέρνει η έχθρα και η εκδίκηση.   Αρκεί να δούμε   τον εχθρό μας, να ακούσουμε το όνομά του και αμέσως   φουντώνει το πάθος.   Αναστατώνονται   τα σωθικά μας. Βρίζουμε κυριολεκτικά   απ’ το κακό μας. Σκεφτείτε   ακόμη σε τι παροξυσμούς τρέλλας, σε τι εκρήξεις   καταστρεπτικής   μανίας φθάνει εκείνος που τον πιάνουν τα νεύρα,   ο θυμός, η οργή. Ιδέτε τον φθονερό πόσο λιώνει και τον ζηλότυπο   τι σαράκι τον κατατρώγει. Ιδέτε   τον χωρίς πίστη άνθρωπο   πόσο ταράσσεται   εμπρός  στις αντιξοότητες   του βίου   και τις παντός είδους θλίψεις.

            Όλη όμως αυτή η τρομερή   τρικυμία και ο τρομερός εσωτερικός πόλεμος     σταματά όταν   ο άνθρωπος γυρίσει στο Χριστό και αποφασίσει να ζήση πλέον   σύμφωνα με τον νόμο του˙ τότε η «Ειρήνη του Χριστού» , η πάνταν νουν υπερέχουσα,   βασιλεύει   στην καρδιά του.

            γ) Η Ειρήνη του Χριστού είναι ακόμη συμφιλίωση   και αγάπη προς τους άλλους ανθρώπους. Και πρώτα – πρώτα   με τα μέλη της οικογένειάς του. Διότι, δυστυχώς,   η οικογένεια που δεν έχει το Χριστό και δεν ζει με την αλήθεια του, περνά συνήθως   τις περισσότερες ημέρες με πίκρα και θλίψη. Από τι;   Από τη γκρίνια   και διχόνοια   των μελών της. Φτάνουν   ώστε να μη θέλει να δει   ο ένας τον άλλο. Αλληλοτρώγονται και γίνονται εχθροί   άσπονδοι τα αδέλφια.   Ανάβει τέτοιος   πόλεμος και τέτοια   φαγωμάρα μεταξύ των συζύγων, ώστε να παίρνει   ο ένας το καπέλο του και η άλλη τη τσάντα της και να τρέχουν στη Μητρόπολη και στους δικηγόρους για το διαζύγιο.   Και μόνον αυτό;   Πόσα εγκλήματα δεν γίνονται   καθημερινώς μεταξύ αδελφών, μεταξύ   παιδιών και γονέων, για κτηματικές διαφορές;   Και πόσες οικογένειες δεν διαλύονται   για το ασυμβίβαστο του χαρακτήρος, για το ένα, για το άλλο, και τελικά μένουν τα παιδιά   ορφανά και στους   δρόμους με ζωντανούς τους γονείς;

            Αλλά όταν αποφασίσουν να αρνηθούν τη μητέρα της διχόνοιας,   την αμαρτία, όταν δεχτούν στα σπίτια τους τον μέγα ειρηνοποιό, τον Χριστό και αλλάξουν ζωή και μετανοήσουν   και εξομολογηθούν, θα ακούσουν το «Ειρήνη υμίν». Τότε η προσπάθεια   του καθενός θα είναι, πώς θα κρατεί την Ειρήνη και θα   ειρηνεύει με τα άλλα μέλη της οικογενείας.   Τότε ο καθένας στην οικογένεια θα ενδιαφέρεται και θα   θυσιάζεται για τον άλλο. Χαράς την οικογένεια αυτή τότε, διότι   θα είναι τόπος ειρήνης   πλέον ευχάριστης   συμβίωσης των μελών της.

            δ) Η Ειρήνη που παίρνουν οι   άνθρωποι   από το Χριστό όταν συνδεθούν   μαζί του, φέρνει   συμφιλίωση   και αγάπη μεταξύ των μελών της κοινωνίας και επομένως την Ειρήνη μεταξύ τους.

            Οι   κοινωνίες έχουν σήμερα αγάπη και Ειρήνη; Κάθε άλλο. Η αγάπη των πολλών   εψύγει και η Ειρήνη εγκατέλειψε   τη γη.   Οι κοινωνίες αναστατώνονται   από την πάλη των τάξεων   και οι λαοί υποφέρουν     από τους   άγριους πολέμους και τις φονικότατες συγκρούσεις και τις πολύνεκρες     συρράξεις. Οι άνθρωποι του καιρού μας «οδόν Ειρήνης     ουκ έγνωσαν, σύντριμμα   και ταλαιπωρία εν τοις οδοίς αυτών». Κοιμούνται πάντοτε με τον εφιάλτην της   έκρηξης   νέου παγκοσμίου πολέμου και ξυπνούν με τον φόβον των πυρηνικών βομβών   εγκατεσπερμάνων σε αμέτρητες   στρατιωτικές   βάσεις ανά τον κόσμον όλον, που αν και όταν χρησιμοποιούν θα τινάξουν τον πλανήτη μας στον αέρα.

            Αλλά γιατί υπάρχει έλλειψη   της Ειρήνης;;   Διότι   η Ειρήνη είναι δώρον   κατ’ εξοχήν του Άρχωντος   της Ειρήνης, του Χριστού, προς εκείνους που είναι   συνδεδεμένοι με   Αυτόν και βαδίζουν επί των αρχών του Ευαγγελίου.

            Αλλά οι πολλοί σήμερα   δεν ζητούν την Ειρήνην του Χριστού. Δεν θέλουν   καν να έχουν σχέση με Αυτόν. Αυξάνουν   τους στρατούς, πολλαπλασιάζουν   τις βιομηχανίες των πολυποίκιλων φονικών όπλων, αποθηκεύουν ατομικά όπλα. Μετέβαλαν τη γη σε απέραντο οπλοστάσιο, και εξοπλισμένοι   μέχρις οδόντων, αλληλοϋποβλεπόμενοι, συγκεντρώνονται για να   συζητήσουν δήθεν για την Ειρήνη. Αλλά   η Ειρήνη δεν έρχεται. Για να έλθει η Ειρήνη, πρέπει να την στείλει ο Άρχων της   Ειρήνης, ο Χριστός. Αλλά ο Χριστός   την δωρίζει σε εκείνους   που συνδέονται   μαζί του, μετανοούν και ζούν χριστιανικά.

            Για να έλθει   η Ειρήνη, πρέπει σε αιτίες που διαιρούν τους   ανθρώπους, τους κομματιάζουν και τους οδηγούν σε φονικότατες   μάχες και πολέμους, να λείψουν. Οι αιτίες   αυτές είναι η αντιζηλία, η αντιπάθεια,   η αδικία, η έχθρα, η πλεονεξία, η φιλοδοξία και γενικώς   τα διαλυτικά μικρόβια   της αμαρτίας, από τα οποία προσβάλλεται αμέσως η Ειρήνη.

            Τότε θα   θελήσει η Ειρήνη του Χριστού να μείνει μονίμως στη γη, όταν οι άνθρωποι   θα ζουν αδελφομένοι και τα έθνη αγαπημένα.   Η Ειρήνη του Χριστού, είναι είπαμε συμφιλίωση του ανθρώπου με το Θεό, με τον εαυτό του, με τους άλλους. Είναι το   ανεκτίμητο δώρο του Θεού.

            Χριστέ μας την Ειρήνη σου αυτήν «την πάντα νουν υπερέχουσαν, χάρισέ μας και δεν θέλουμε όλα τα εκατομμύρια και τα πλούτη του κόσμου. Δώσε μας την άνωθεν Ειρήνη Σου και αδιαφορούμε   για όλα τα σκήπτρα   και τα στέμματα και τα αξιώματα   του κόσμου. Δώσε μας   την Ειρήνη σου και ας μένουμε στη χειρότερη τρώγλη. Ας μαίνεται ο πόλεμος. Ας σφυρίζουν οι σφαίρες     τριγύρω   μας. Ας   τριγυρνά   ο θάνατος.   Εμείς θα είμαστε   ευτυχείς.   Αρκεί να   χαρίσεις και   σε μας   την Ειρήνη σου. Την χρειαζόμαστε, την έχουμε απόλυτη ανάγκη στην τεταραγμένη εποχή που ζούμε.                                                                                           

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή των Μυροφόρων

Κυριακή 29η Απριλίου 2012

           Κάθε χριστιανός διακατέχεται από ζωηρό πόθο να αξιωθεί, έστω και μια φορά   στη ζωή του, να επισκεφθεί   τον ιερό τάφο, τον τάφο του Κυρίου,   στα Ιεροσόλυμα, ως προσκυνητής. Για πολλούς και διαφόρους λόγους, αυτό δεν είναι εφικτό, κατορθωτό. Στα Ιεροσόλυμα λοιπόν, δεν είναι εύκολο να πάμε όλοι. Στον τάφο όμως του Κυρίου   μπορούμε να πάμε όλοι. Αυτό είναι ευκολότατο,   διότι ο τάφος του Κυρίου βρίσκεται και εδώ, στο Ναό. Η αγία τράπεζα είναι ο τάφος   του Αναστάντος Κυρίου και πάνω σ’ αυτήν βρίσκεται το σώμα του Κυρίου, το ίδιο ακριβώς σώμα, που εκήδευσαν   ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος.   Μπορούμε κάθε γιορτή και Κυριακή, ερχόμενοι στο Ναό, να προσκυνούμε τον Τάφο του Κυρίου και να δεχώμαστε   το Χριστό, όχι απλώς στα χέρια μας, όπως ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, που τον αποκαθήλωσαν και τον ενταφίασαν , αλλά στην καρδιά μας   κοινωνώντας   Αυτόν.

Δυστυχώς   όμως υπάρχει άγνοια   προς αυτό. Και γι’ αυτό   πολλοί ή δεν εκκλησιάζονται   καθόλου, ή, όταν προσέρχονται, ένας Θεός ξέρει πώς προσέρχονται. Γι’ αυτό σήμερα   θα περιστραφεί το κήρυγμα   στο πώς πρέπει   να γίνεται ο Εκκλησιασμός.

            α) Προετοιμασμένοι   επήγαν στον Τάφο του Κυρίου ο Ιωσήφ   και ο Νικόδημος. Μολονότι   ήταν ραγδαία   η εξέλιξη των γεγονότων   και δεν τους άφησε καιρό, επήγαν με συνδόνα καθαρά. «Αγοράσας συνδόνα» λέει ο Ευαγγελιστής   «Συνδόνα καθαράν ειλήσας», προσθέτει ο υμνογράφος.

            Οι Μυροφόρες,   επίσης, ετοίμασαν   τα αρώματα   από την προηγούμενη, από την Παρασκευή το βράδυ.   Και κατά την ημέρα   του Σαββάτου,   ο νους τους και οι σκέψεις τους περιστρέφονται στον Τάφο και τον Ιησού. Τέτοια προετοιμασία πρέπει και ο Χριστιανός   να κάνει, προκειμένου να μεταβεί στο Ναό,   στον Τάφο του Κυρίου.

            Προϋπόθεση   για ευλαβή   εκκλησιασμό   είναι η καθαριότητα της ψυχής. Στην Αγία Σοφία   της Κωνσταντινούπολης, όπως και σε άλλους αρχαίους   Ναούς, υπήρχε προ του Ναού πηγή με νερό, που ονομάζονταν   κρήνη ή φιάλη. Εκεί νιπτόταν   συμβολικά οι πιστοί πριν εισέλθουν στο Ναό. Αυτό ήταν δείγμα της ψυχικής   καθαρότητας.   Γι’ αυτό και η περίφημη   καρκινική επιγραφή που υπήρχε   στο Ναό της Αγίας Σοφίας έλεγε : «Νίψον ανομήματα μη μόνον όψιν». Καλό είναι ο πιστός,   την παραμονή του Εκκλησιασμού   του να μελετήσει το Ευαγγελικό και Αποστολικό ανάγνωσμα   της ημέρας, για να μπορεί   να τα παρακολουθεί καλύτερα στη Θεία λειτουργία.

            β) Πρέπει   να πηγαίνουμε στην Εκκλησία ενωρίς. Οι μυροφόρες γυναίκες   επήγαν «Όρθρου βαθέως», αν και   βρισκόταν ο Τάφος   έξω από την πόλη και πολύ μακριά,   περίπου μια ώρα. Είχαν οι μυροφόρες να υπερπηδήσουν   πολλά εμπόδια. Πρώτα ως γυναίκες   είχαν φυσικό τον φόβο   να βαδίζουν την νύκτα.   Εκεί εξ άλλου είχαν να αντικρύσουν τις λόγχες των αγρίων στρατιωτών, που είχαν εντολή να εμποδίσουν οποιονδήποτε τολμητίαν, που θα επλησίαζε   στον τάφο. Φυσικά υπήρχαν και τα   εμπόδια από τα σπίτια τους. Αλλά οι μυροφόρες   δεν λογαριάζουν τίποτε από όλα αυτά, ούτε φωνές συγγενών,   ούτε εργασίες που θα έμεναν ανεκτέλεστες. Ένα θέλουν, ένα ποθούν: Να πάνε στον τάφο του Χριστού. Και το επιτυγχάνουν. Όλα τα εμπόδια   τα υπερπηδούν. Και γι’ αυτό μεταβαίνουν «Ορθρου βαθέως», «σκοτίας ετι ούσης».

            Έτσι και εμείς, ενωρίς   πρέπει να προσερχόμεθα στο Ναό.   Όχι όπως μερικοί   που περιμένουν την τρίτη καμπάνα   ή πηγαίνουν στο Ευαγγέλιο ή και άλλοι στο «δι’ ευχών».   Αυτοί πηγαίνουν απλώς, ωσάν να θέλουν να απαλλαγούν από μια ενοχλητική υποχρέωση. Προσερχόμενοι αργά και μερικοί πολύ αργά στην Εκκλησία, χάνουν τα   γλυκόφθογγα ευλογητάρια, τους ωραίους αναβαθμούς, τις υπέροχες καταβασίες του Όρθρου. Χάνουν τα θαυμάσια   τροπάρια   των αίνων και το Εωθινό Ευαγγέλιο. Εξεπλάγην πενηντάχρονη   κυρία, όταν από λάθους   του ωρολογίου της   βρέθηκε, για πρώτη φορά, ενωρίς στην Εκκλησία και άκουσε το Ευαγγέλιο του Όρθρου,   το Εωθινό Ευαγγέλιο. «Τι έπαθαν σήμερα και είπαν δύο Ευαγγέλια;», ρώτησε. Ο προφήτης λέει «εκ νυκτός   ορθρίζει το πνεύμα μου προς σε, ο Θεός». Πολλοί   δικαιολογούνται   ότι έχουν δουλειές   στο σπίτι που τους εμποδίζουν, αλλά τον ζηλωτή   Χριστιανό ποτέ δεν θα τον κάνουν να βραδυπορήσει   στην εκτέλεση του καθήκοντος   εγκαίρου     Εκκλησιασμού. Ενωρίς λοιπόν οφείλουμε να εκκλησιαζόμαστε.

            γ) Έπειτα   ο εκκλησιασμός   πρέπει να γίνεται   με τάξη   και ευλάβεια. Δυστυχώς   μερικοί μπαίνουν   στο   Ναό χωρίς την πρέπουσα ευλάβεια.   Κινούνται διαρκώς . Δεν ησυχάζουν   να καθίσουν σ’ ένα μέρος . Συζητούν διαρκώς.   Μέσα στην Εκκλησία θα μάθουν τα νέα όλα. Σχολιάζουν   τους εισερχομένους. Αναμιγνύονται   φύρδην – μίγδην γυναίκες – άνδρες   και αν τυχόν τους κάνει κάποιος παρατήρηση,   τον αγριοκοιτάζουν.   Πολλοί ξεχνούν ότι βρίσκονται μέσα στο Ναό. Υπάρχουν στιγμές   κατά τη διάρκεια της θείας   Λειτουργίας που μερικοί παραφέρονται. Παρατηρούνται   σπρωξίματα,   διαγκωνισμοί   και διαπληκτισμοί   κατά την διανομή του αντιδώρου   και της θείας   Κοινωνίας . Είναι αυτός εκκλησιασμός;   Ο Εκκλησιασμός   για να είναι εκκλησιασμός και να φέρει τις μεγάλες ωφέλειας και ευλογίες του Θεού στον άνθρωπο, πρέπει να είναι ευλαβής.   Ο πιστός θα   σταθεί μέσα στο Ναό ακίνητος,   θα βλέπει και θα ακούει τα τελούμενα και λεγόμενα με προσοχή και θα   προσεύχεται. Ο νους του θα επικοινωνήσει με το Θεό και τον πνευματικό κόσμο   που τον περιβάλλει. Θα σκέπτεται   ότι ο Ναός   είναι άγιος και το μυστήριο μέγα και μέγα θαύμα   συντελείται επάνω στην Αγία Τράπεζα.   Θα βλέπει με τα   μάτια της ψυχής τον βασιλεά των βασιλευόντων που κατέρχεται     αοράτως   και δορυφορείται   από τις Αγγελικές Τάξεις.   Το μυαλό του θα   προσεύχεται   και θα συνομιλεί   με το Χριστό και τον αόρατο κόσμο. Ο,τιδήποτε και αν λαμβάνει   χώραν δίπλα του   δεν θα του αποσπά την προσήλωση.   Κάθε άλλη σκέψη πρέπει να   αποκλείεται   και να αποδιώκεται από τον πιστό κατά την ώρα της λατρείας. Κάθε άλλη μέριμνα   και σκέψη βιοτική θ α την αφήνει έξω από το Ναό.

            Γι’ αυτό και η Εκκλησία συνεχώς υποβοηθεί   με τις διάφορες     παροτρύνσεις. «Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν», φωνάζει, δηλαδή με ηρεμία ψυχής «Έτι και έτι εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν». Πάλι και πάλι σας υπενθυμίζω ότι χρειάζεται   με ψυχική γαλήνη να προσευχόμαστε.   «Στώμεν καλώς» και «άνω σχώμεν τας καρδίας», λέει προς εμάς   ο λειτουργός ιερέας.

            Η ένταση της προσευχής θα κορυφώνεται   κατά την ιερότατη     και φρικτή στιγμή της καθαγίασης   των τιμίων δώρων, οπότε   με άκραν σιγήν   και προσευχόμενος θα θεωρεί ο Χριστιανός τα τελούμενα.

            δ) Οι μυροφόρες   γυναίκες που έσπευσαν   «Όρθρου βαθέως» στον ζωηφόρο τάφο με τόση αγάπη και ευλάβεια,   βραβεύτηκαν   από τον Κύριο.   Αξιώθηκαν να δουν και να συνομιλήσουν με Αγγέλους. Αξιώθηκαν να δουν και να συνομιλήσουν με αυτόν τον Αναστάντα Κύριον, πρώτες αυτές˙   έχει μεγάλη σημασία αυτό: το ότι ο Κύριος την πρώτη εμφάνισή του την κάνει στις ευλαβείς   Μυροφόρες,   που έτρεξαν   στον τάφο του.

            Με την ίδια, λοιπόν, αγάπη και ευλάβεια, προετοιμασμένοι, με καθαρότητα   σώματος   και ψυχής, ας τρέχουμε και εμείς στον Τάφο του αναστάντος   Κυρίου εδώ στο ναό του, όσο διάστημα θα βρισκόμαστε   στην παρούσα ζωή. Αλλά πρέπει να ερχόμαστε   «Όρθρου   βαθέως» και να παρακολουθούμε   με τάξη και ευλάβεια   τα λεγόμενα και τελούμενα. Ασφαλώς   τότε θα απολαμβάνουμε και εμείς τις πλούσιες δωρεές του. Θα τον αισθανόμαστε μέσα μας. Θα μας   παρέχει άφθονη   τη χάρη του και την ευλογία του, μέχρις ότου φτάσουμε   εκεί όπου θα του αναπέμπομε δόξα, τιμή και προσκύνηση   στον αιώνα   τον άπαντα.

                                                                                    π. Ι. Μ.



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 121 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ