«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ» 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 8, 41-56)

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

«Μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται»

            Με μια πανέμορφη ευαγγελική διήγηση, αγαπητοί μου αδελφοί, θέλει σήμερα η Εκκλησία μας να μας φανερώσει τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε κι εμείς να μπούμε στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού και να γνωρίσουμε τον Κύριό μας Χριστό που είναι η αληθινή ζωή. Το σημερινό Ευαγγέλιο μας υπενθυμίζει με άψογο τρόπο την άπειρη θεϊκή δύναμη του Χριστού, την απεριόριστη αγάπη του για τους ανθρώπους, καθώς και την βοήθεια που μας προσφέρει, όταν ιδιαίτερα βρισκόμαστε σε δοκιμασίες και θλίψεις.

            Δύο θαύματα περιλαμβάνει το σημερινό Ευαγγέλιο. Τη θεραπεία μιας άρρωστης γυναίκας και την ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου. Δύο θαύματα που αν τα δει κανείς με γυμνό μάτι, φαίνονται τόσο ξεχωριστά και διαφορετικά μεταξύ τους, εσωτερικά όμως συνδέονται τόσο πολύ, που γι’ αυτό άλλωστε εκτίθεται από το ιερό κείμενο σε μια ενιαία ενότητα.

            Ας πάρουμε όμως την ευαγγελική περικοπή από την αρχή, για να δούμε αδελφοί μου, ποιο είναι το μήνυμα που θέλει να μας στείλει σήμερα η Εκκλησία μας.

            Ο Κύριος μας παρουσιάζεται στο σημερινό Ευαγγέλιο να βρίσκεται ανάμεσα σε πολύ κόσμο. Εκεί έρχεται να τον συναντήσει ένας άρχοντας της συναγωγής που λεγόταν Ιάειρος. Ο άνθρωπος αυτός με αγωνία γονατίζει μπροστά στο Χριστό και του ζητά μια χάρη. Να πάει στο σπίτι του για να θεραπεύσει το άρρωστο και ετοιμοθάνατο παιδί του. Ο Χριστός μας αμέσως δέχεται την πρόσκλησή του Ιαείρου, αλλά πριν ακόμα ξεκινήσει για την οικία του πονεμένου αυτού ανθρώπου, ένα άλλο γεγονός εξελίσσεται ενώπιον του. Μια γυναίκα που για δώδεκα ολόκληρα χρόνια ήταν άρρωστη από αιμορραγίες, πλησιάζει κρυφά και μυστικά τον Ιησού, απλώνει το χέρι της και αγγίζει την άκρη του εξωτερικού ενδύματος Του και αμέσως γίνεται καλά. Με το άγγιγμα αυτό συμπεραίνει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «ιάθη παραχρήμα». Ο Χριστός όμως την καταλαβαίνει, και λέει αμέσως ότι ένιωσε κάποιος να τον έχει αγγίξει, γιατί αισθάνθηκε να βγαίνει δύναμη από πάνω του. Τότε η θεραπευμένη γυναίκα φανερώνεται ενώπιον του Κυρίου και Εκείνος βλέπει ποια είναι και την παρουσιάζει στον κόσμο για να φανερωθεί η μεγάλη της πίστη και κυρίως η μεγάλη της ευλάβεια.

            Στο μεταξύ έρχονται άνθρωποι στον Ιάειρο και του λένε ότι το παιδί του έχει πια πεθάνει και δεν πρέπει πλέον να ενοχλεί το Χριστό. Ο Κύριος του ζητά να πιστεύει και να μη φοβάται. Φτάνουν στο σπίτι, μπαίνουν μέσα κι ο Χριστός παίρνοντας στο δωμάτιο του πεθαμένου παιδιού τρεις μόνο από τους μαθητές του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, ανασταίνει το παιδί του αρχισυναγώγου. Και λέει στους παρισταμένους, να μη γνωστοποιήσουν σε κανένα αυτό το γεγονός.

            Αγαπητοί μου αδελφοί, σήμερα ο Χριστός μας, επιτελεί ενώπιον του Ιουδαϊκού λαού και διαχρονικά μπροστά στα δικά μας μάτια, δύο σημαντικά θαύματα. Όμως η παρουσία του Χριστού, δεν είναι απλώς θεραπευτική και παρηγορητική, αλλά παρουσία λυτρωτική και σωτηριολογική. Ο Χριστός με αυτά τα θαύματα, φανερώνει πρωτίστως στους θεραπευμένους και έπειτα σε όλους εμάς, την αληθινή ζωή. Μας δίνει σημάδια φανερά και ατράνταχτα ότι η μέλλουσα ζωή, αυτός ο κόσμος που περιμένουμε και που πιστεύουμε ότι θα έρθει, είναι μια πραγματικότητα που τη ζούμε από τώρα. Όλα αυτά που έκανε και που γίνονται ακόμα μέσα στην Εκκλησία, είναι σημάδια του ερχομού αυτού του άλλου κόσμου, του κόσμου της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό, ο Κύριος σήμερα, θεραπεύει την αιμορροούσα γυναίκα και από μολυσμένη και αμαρτωλή, την επαναφέρει και την ανακαινίζει, για να μας δείξει ότι στη Βασιλεία του Θεού δεν υπάρχει αρρώστια και πόνος. Γι’ αυτό ανασταίνει το παιδί του Ιαείρου, για να μας δείξει ότι στη Βασιλεία του Θεού δεν υπάρχει φθορά και θάνατος.

            Το σημερινό όμως Ευαγγέλιο, δεν θέλει απλά και μόνο να μας φανερώσει ότι η Βασιλεία του Θεού υπάρχει, αλλά να μας υποδείξει κιόλας τον τρόπο για να μπούμε στον κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Και ο τρόπος αυτός είναι η πίστη. Ο άνθρωπος που ήρθε για να του ζητήσει να κάνει το παιδί του καλά, είναι άνθρωπος που πιστεύει αληθινά στο Χριστό. Ό Κύριος αυτό το γνωρίζει, γιατί τη στιγμή που ο Ιάειρος πληροφορείται το θάνατο του παιδιού του, στρέφεται προς αυτόν και του λέει: «μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται». Το ίδιο συμβαίνει και με την άρρωστη γυναίκα. Η θεραπεία της, ήταν αποτέλεσμα της πίστεως της στο Χριστό. Γι’ αυτό ο Κύριος της επισημαίνει: «θάρσει θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε». Και από κάπου αλλού φαίνεται ότι η πίστη είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να γίνει κανείς μέτοχος του θαύματος και άρα της Βασιλείας του Θεού. Ο Χριστός όταν μπήκε στο δωμάτιο της νεκρής κόρης του Ιαείρου, κράτησε μαζί του ως μάρτυρες του θαύματος, μόνο τους τρεις μαθητές. Τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Η κίνηση αυτή δεν ήταν βέβαια τυχαία. Αυτοί οι τρεις μαθητές είχαν τις προϋποθέσεις της πίστεως και γι’ αυτό έγιναν μέτοχοι του θαύματος.    

            Η βάση λοιπόν και των δύο θαυμάτων, είναι η πίστη. Η αιτία της θαυματουργικής παρέμβασης του Χριστού, είναι η πίστη. Ο λόγος της αποκατάστασης της άρρωστης γυναίκας και του νεκρού παιδιού, είναι η πίστη. Αυτό λοιπόν είναι και το μήνυμα του σημερινού Ευαγγελίου, αδελφοί μου. Μια πρόσκληση στη πίστη, πρόσκληση στην κατ’ ουσίαν ζωή, πρόσκληση προς την αναστημένη ζωή.

Ο άνθρωπος σήμερα, περισσότερο από ποτέ, έχει ανάγκη ν’ ακουμπήσει κάπου. Να εμπιστευθεί κάποιον με όλες του τις δυνάμεις και να τον πιστέψει αληθινά. Σε μια εποχή που σχεδόν όλοι μας διαψεύδουν, ο Χριστός μας μπορεί να γίνει το αποκούμπι μας, η παρηγοριά μας. Όπως έγινε για τους δύο ανθρώπους του σημερινού Ευαγγελίου. Ας εμπιστευθούμε λοιπόν και ας πιστέψουμε αληθινά το Χριστό. Όπως έκανε ο Ιάειρος και η άρρωστη εκείνη γυναίκα. Και να είμαστε σίγουροι ότι η πίστη μας αυτή, θα είναι και το εισιτήριό μας για την Βασιλεία του Θεού.   Αμήν.                  

π. Π. Α 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 10, 25-37)

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

 

Με μια συνάντηση που είχε ο Κύριος με κάποιον νομικό της εποχής εκείνης, αγαπητοί μου αδελφοί, ξεκινάει η διήγηση του σημερινού Ευαγγελίου. Μια συνάντηση που στάθηκε αφορμή για να διηγηθεί ο Χριστός μας μια πανέμορφη παραβολή. Την παραβολή του καλού Σαμαρείτη, που στην ουσία ήταν μια απάντηση στην ερώτηση του νομικού εκείνου, για το ποιος είναι αληθινά ο πλησίον μας, που πρέπει να αγαπήσουμε σαν τον εαυτό μας.

Ο Χριστός κατορθώνει μέσα από αυτή την παραβολή, που αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα αυτής της διδακτικής μορφής, να πει αυτά που δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν με σειρά ολόκληρη ομιλιών και κηρυγμάτων και έτσι να μας γνωστοποιήσει διαχρονικά, ότι για να κληρονομήσουμε την αιώνιο ζωή πρέπει να αποδεχθούμε την αγάπη του Θεού και έπειτα να την προσφέρουμε αδιάκοπα στους άλλους ανθρώπους.  

Ας δούμε όμως από κοντά, αδελφοί μου, την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Κατά τον Ευαγγελιστή Λουκά, κάποιος άγνωστος άνθρωπος κατερχόμενος από την Ιερουσαλήμ προς την Ιεριχώ έπεσε σε χέρια ληστών και αφού τον λήστεψαν τον τραυμάτισαν συγχρόνως θανάσιμα. Ο τραυματισμένος ταξιδιώτης έχει ανάγκη άμεσης βοήθειας και περίθαλψης. Παρά την ατυχία του, όμως, και κατά συγκυρία παρουσιάζονται στον δρόμο εκείνο ένας Ιερέας και ένας Λευίτης. Ως εδώ η διήγηση κινείται ομαλά και εκεί που θα περιμέναμε μια φυσιολογική εξέλιξη των γεγονότων, προστασία δηλαδή και περίθαλψη του άτυχου ταξιδιώτη, η παραβολή μας αποκαλύπτει την τραγική αλήθεια ότι και οι δύο άντρες «αντιπαρήλθαν», αδιάφοροι για την τύχη και τη ζωή αυτού του ανθρώπου. Μπορούμε να φανταστούμε τις κραυγές πόνου και τις παρακλήσεις του δύστυχου αυτού ανθρώπου για βοήθεια και από την άλλη την εγκληματική αδιαφορία του Ιερέα και του Λευίτη.

Στη συνέχεια η παραβολή μας παρουσιάζει να περνάει από την περιοχή εκείνη ένας Σαμαρείτης, ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε το γεγονός προσέρχεται αμέσως, πλησιάζει τον τραυματισμένο, τον σπλαχνίζεται και του παρέχει τις πρώτες βοήθειες. Έπειτα τον επιβιβάζει στο ζώο του και τον μεταφέρει στο πιο κοντινό πανδοχείο καλύπτοντάς του μάλιστα και τα αναγκαία έξοδα.

Αδελφοί μου, με την παραβολή αυτή ο Κύριος θέλει να μας αποκαλύψει μια πολύ σημαντική αλήθεια. Και λέω σημαντική γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όλη αυτή η διήγηση δεν είναι τίποτα άλλο από μια απάντηση στο ερώτημα πως θα κερδίσουμε κι εμείς την αιώνια ζωή. Και η απάντηση του Κυρίου σήμερα είναι απλή. Για να κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή πρέπει να γίνουμε κι εμεις πλησίον.

– Και πως θα το καταφέρουμε αυτό; Όταν θα σταματήσουμε να προβάλουμε μόνο το εγώ μας, γιατί ο εγωισμός δεν μας αφήνει ποτέ να βλέπουμε τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων. Σήμερα βλέπουμε στο δρόμο ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια και «αντιπαρερχόμεθα». Ζούμε στην ίδια πολυκατοικία με συνανθρώπους μας και καλά - καλά δε τους γνωρίζουμε. Πολλές φορές πηγαίνουμε στην Εκκλησία, ακούμε το λόγο του Θεού τακτοποιώντας τις θρησκευτικές μας υποχρεώσεις, αλλά στη συνέχεια ξανά παίρνουμε το δρόμο του ατομισμού, χωρίς να δίνουμε στα έργα μας θέση στους αδελφούς μας.

Πλησίον θα γίνουμε αδελφοί μου όταν θα μοιάσουμε κι εμείς με τον τρίτο οδοιπόρο της παραβολής. Με τον καλό Σαμαρείτη δηλαδή, ο οποίος φανέρωσε την αγάπη του Χριστού στον συνάνθρωπό του. Δεν σκέφτηκε ούτε λεπτό την έχθρα που υπήρχε ανάμεσα στους Σαμαρείτες και στους Ιουδαίους, δείχνοντας ότι η αγάπη του Θεού δεν έχει όρια. Φρόντισε τον τραυματία χωρίς να φοβηθεί καθόλου για την δική του ζωή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι και ο ίδιος θα μπορούσε να γίνει θύμα των ληστών, δείχνοντας έτσι ολοκληρωμένη και τέλεια αγάπη προς τον συνάνθρωπο.

Ακούστε λίγο μια πολύ σχετική με το θέμα μας ιστορία, που διηγήθηκε κάποτε ένας σύγχρονος γέροντας της εποχής μας, ο Γέροντας Πορφύριος: «Ήταν, λέει, ένας ασκητής και είχε δύο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν και κι αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι γι’ αυτό από τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Κάποια ημέρα θα γίνονταν αγρυπνία στην Εκκλησία μιας άλλης σκήτης, που απείχε πολλές ώρες από τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην Έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ’ το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την Εκκλησία, κι ο Γέροντας θα πήγαινε το απόγευμα. Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν άκουσαν ξαφνικά βογκητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:

-         Πάρτε με, σας παρακαλάω, τους έλεγε γιατί εδώ στην ερημιά κανείς δεν περνάει, ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει; Εσείς είστε δύο. Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.

-         Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία, έχομε πάρει εντολή να ετοιμάσομε.

-         Πάρτε με σας παρακαλώ! Αν μ’ αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.

-         Δεν μπορούμε! τι να κάνομε , πρέπει να πάμε στο καθήκον μας.      

     Κι έφυγαν. Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε απ’ τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:

-         Τι έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δεν σε είδε κανείς;

-         Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε στην αγρυπνία.

-         Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς! του λέει.

-         Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!

-         Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ’ αφήσω!

-         Μα δεν μπορείς να με σηκώσεις.

-         Θα σκύψω, και συ πιάσου από πάνω μου και λίγο – λίγο θα σε πάω σε κανένα κοντινό χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αύριο θα σε φθάσω.

     Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να βαδίζει με το βάρος εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις ημέρες θα φθάσω». Καθώς όμως προχωρούσε, άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό, και σε κάποια στιγμή αισθάνθηκε σαν να μη κρατάει τίποτα,. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν Άγγελο. Ο Άγγελος του είπε:

     -   Μ’ έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω ότι οι δύο υποτακτικοί σου    

δεν είναι άξιοι της Βασιλείας του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη».

            Αδελφοί μου ο Χριστός σήμερα, μας καλεί να γίνουμε όλοι πλησίον για τους συνανθρώπους μας και να τους προσφέρουμε χωρίς διάκριση την αγάπη του Θεού. Αυτό έκανε και ο ίδιος. Φανέρωσε την αγάπη του Θεού – Πατέρα μέχρι σημείου που υπέμεινε Σταυρό και θάνατο για τη σωτηρία του κόσμου. Γι’ αυτό μας διηγήθηκε και την σημερινή παραβολή. Για να μας πει τελικά, ότι ο πλησίον μας, θα μας βοηθήσει για να κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή. Αμήν.                                                                              

π. Π. Α

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 12, 16-21)

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Μια πολύ όμορφη και διδακτική παραβολή μας διηγήθηκε ο Κύριος, μέσα από την σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου χριστιανοί. Μια παραβολή επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε, αφού κάνει λόγο για την πλεονεξία, η οποία θεωρείται σύμφωνα με του Πατέρες της Εκκλησίας μας, αρρώστια από τις πιο επικίνδυνες για τον άνθρωπο. Ο Απόστολος Παύλος μάλιστα την ονομάζει ειδωλολατρία και τη θεωρεί ρίζα πάντων των κακών.

Αφορμή για να διηγηθεί ο Κύριος αυτή την παραβολή, στάθηκε μια διαμάχη μεταξύ δύο αδελφών, οι οποίοι διαφωνούσαν για τον τρόπο που θα έπρεπε να μοιράσουν την πατρική τους κληρονομιά. Μάλιστα ο ένας από τους δύο αδελφούς, απευθύνθηκε στο Χριστό και του ζήτησε να τους δώσει λύση στο πρόβλημα τους. Ο Κύριος βέβαια, όπως ήταν φυσικό αποστασιοποιήθηκε από αυτή την ιστορία, λέγοντας στα δύο αδέλφια: «προσέχετε και να προφυλάγεσθε από κάθε είδος πλεονεξίας, διότι η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα περισσά πλούτη, ούτε τα υπάρχοντά του, του εξασφαλίζουν μακροζωία και ευχάριστη ζωή». Και θέλοντας να δείξει ακριβώς τις κακές συνέπειες της πλεονεξίας, διηγήθηκε στα δύο αδέλφια και δια μέσου αυτών σε όλους εμάς, την παραβολή του άφρονος πλουσίου.

Είναι η πολύ γνωστή παραβολή που μιλάει για τον άνθρωπο εκείνο που είχε πολλά χωράφια και τα είδε λίγο πριν το θερισμό να είναι γεμάτα καρπούς. Κι αφού έκανε αυτή την παρατήρηση, άρχισε να σκέφτεται τι θα κάνει μιας και καρποφόρησαν τόσο πλούσια τα χωράφια του. Σκεφτόταν να γκρεμίσει τις αποθήκες του, να φτιάξει καινούργιες και να μαζέψει εκεί τα γεννήματα της χρονιάς, για να είναι ήσυχος στο μέλλον, να έχει εξασφαλισμένα τα εισοδήματά του και να καλύπτει τις ανάγκες του χωρίς προβλήματα. Κι ενώ τα σκεφτόταν αυτά, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει: «Άφρον, αυτή τη νύχτα θα παραδώσεις τη ζωή σου. Αυτά λοιπόν που ετοίμασες σε ποιον θα ανήκουν;».

Αδελφοί μου, ο Κύριος ονομάζει τον πλούσιο της σημερινής παραβολής άφρονα, δηλαδή άμυαλο, ανόητο. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι βέβαια τυχαίος και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να τον προσπεράσουμε απαρατήρητα. Σήμερα, αδελφοί μου, εάν θέλουμε να εντοπίσουμε το μήνυμα του Ευαγγελίου, καλούμαστε να κάνουμε στον εαυτό μας μία καίρια ερώτηση. – Γιατί ο Χριστός αποκάλεσε τον πλούσιο της παραβολής άφρονα; Τον αποκάλεσε λοιπόν άφρονα για τρεις λόγους.

Ο πρώτος λόγος διότι ο πλούσιος ξέχασε τον Θεό. Πίστεψε μόνο στις δικές του δυνάμεις, στις ικανότητές του, στον εαυτό του. Αγνόησε τον Θεό και επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στα αγαθά του και μόνο. Θεός του έγινε ο πλούτος του, τα χωράφια του. Αυτά εξουσίαζαν την καρδιά του. Όλα αυτά που του προσέφερε ο Θεός την ευλογημένη εκείνη χρονιά, αδυνάτισε να τα εκλάβει ως δώρα εκείνου, και γι’ αυτό δεν σκέφτηκε ποτέ να τον ευχαριστήσει.

Αλλά μήπως και με μας σήμερα, αδελφοί μου, δεν συμβαίνει το ίδιο; Πόσοι και πόσοι μέσα στην αφροσύνη του πλούτου, όταν υπάρχει, ή πόσοι ακόμα λόγω της δίψας μας για να αποκτήσουμε τον πλούτο, δεν ξεχνάμε το Θεό. Εμείς οι άνθρωποι σήμερα πιστεύουμε πλέον μόνο όσα βλέπουμε με τα μάτια μας. Πάψαμε να πιστεύουμε στο θαύμα. Αιχμαλωτίσαμε τις καρδιές μας στην ύλη και δυστυχώς δεν αφήσαμε στις ψυχές μας καθόλου χώρο για τον Χριστό.

Ο δεύτερος λόγος που αποκάλεσε ο Κύριος άφρονα τον πλούσιο του Ευαγγελίου είναι επειδή, εκτός από τον Θεό, λησμόνησε και τον συνάνθρωπό του. Ο άφρονας πλούσιος παρέλειψε να κοιτάξει τον διπλανό του. Δεν πέρασε ούτε στιγμή από το μυαλό του, να δώσει ένα μικρό μέρος από την μεγάλη σοδιά του, στους φτωχούς ανθρώπους που τον είχαν τόση ανάγκη. Ο Θεός όμως θέλει να σκεφτόμαστε τους άλλους ανθρώπους και να είμαστε δίπλα τους. Να καταλαβαίνουμε τα προβλήματά τους και να μοιραζόμαστε τον πόνο τους.

Μια διήγηση από το Λειμωνάριο αναφέρει ότι ο Άγιος Θεοδόσιος άφησε παραγγελία στους μοναχούς ενός μοναστηριού που είχε ιδρύσει ο ίδιος, να δίνουν στους φτωχούς γείτονες τους συγκεκριμένο μερίδιο σιταριού κάθε Μεγάλη Πέμπτη. Κι οι μοναχοί, πιστοί στην εντολή του πνευματικού τους πατέρα, τηρούσαν την παραγγελία του. Ήρθε όμως μια χρονιά που δεν καρποφόρησαν τα χωράφια και έπεσε πολύ μεγάλη φτώχια. Οι καλόγεροι άρχισαν να μετράνε το σιτάρι που είχαν στην αποθήκη και ο υπεύθυνος είπε στον ηγούμενο ότι εκείνη τη χρονιά δεν θα μπορούσαν να δώσουν σιτάρι στους φτωχούς, γιατί θα έμεναν οι ίδιοι χωρίς ψωμί. Ο ηγούμενος επέμενε να δώσουν ώστε να τηρήσουν έτσι την εντολή του Αγίου και κτήτορα του μοναστηριού τους. Η επιτροπή όμως που διοικούσε το μοναστήρι αρνήθηκε τελικά να δώσει τη δωρεά κι ο ηγούμενος υποχώρησε. Κι έτσι, όταν ήρθαν οι φτωχοί δεν πήραν τίποτα. Την επόμενη μέρα οι καλόγεροι άνοιξαν τις αποθήκες τους και αντίκρισαν το σιτάρι να ‘χει φυτρώσει. Αναγκάστηκαν να το πετάξουν όλο κι έτσι κατάλαβαν ότι μη τηρώντας την εντολή του Αγίου και μη σκεπτόμενοι τους άλλους ανθρώπους, οι οποίοι βρίσκονταν σε ανάγκη, έχασαν και αυτό που είχαν.                  

Ο Κύριος αποκαλεί τον πλούσιο της παραβολής άφρονα για ακόμα έναν λόγο. Γιατί ο άνθρωπος αυτός λησμόνησε, εκτός από τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, και τον ίδιο του τον εαυτό. Μέσα στον παραλογισμό στον οποίο τον οδήγησε η πλεονεξία του, ξέχασε ότι ο άνθρωπος δεν έχει σκοπό μόνο να τρώει και να πίνει. Ξέχασε πόσο σύντομη είναι η ζωή και δεν σκέφτηκε καθόλου την αναπόφευκτη πραγματικότητα του θανάτου.

Άραγε πόσο κοντά βρίσκεται η εποχή μας με την νοοτροπία του άφρονα πλουσίου. Στις μέρες μας τα πάντα γυρνούν γύρω από την καλοπέραση. Είναι τόσος ο παραλογισμός, η αφροσύνη, που ξεχνούμε πόσο πρόσκαιρη, πόσο μάταιη είναι η επίγεια ζωή μας. Και ξεγελιόμαστε σε τέτοιο βαθμό που λησμονούμε κι αυτήν την πραγματικότητα του θανάτου.

Αγαπητοί μου αδελφοί, όσες φορές ο Κύριος δίδαξε τους μαθητές του και τα πλήθη, με τις μικρές αυτές διηγήσεις που στη γλώσσα της Εκκλησίας μας ονομάζονται παραβολές, προσπάθησε με τον πιο απλό τρόπο να τους συστήσει τον καινούργιο κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Ο πλούσιος που πρωταγωνίστησε στην σημερινή παραβολή έχασε αυτήν την ευκαιρία και αναδείχτηκε ανάξιος στα μάτια του Χριστού μας. Μάλιστα χαρακτηρίστηκε από τον Κύριο άφρονας, γιατί έβγαλε από την ζωή του εντελώς τον Θεό, ξέχασε τον συνάνθρωπό του, αλλά ξέχασε ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Πρέπει λοιπόν να γνωρίζουμε πολύ καλά γιατί ο Χριστός αποκάλεσε τον πλούσιο της σημερινής παραβολής άφρονα. Γιατί μόνο έτσι, αδελφοί μου, θα αποφύγουμε και ‘μεις την κατάληξη αυτού του δύστυχου ανθρώπου και θα προσπαθήσουμε να κάνουμε στη ζωή μας ότι ακριβώς δεν έκανε εκείνος. Τότε όχι μόνο δεν θα ονομαστούμε και ‘μεις άφρονες, αλλά θα έχουμε πετύχει και τον προορισμό μας, που δεν είναι άλλος από την Βασιλεία του Θεού. Αμήν.  

π. Π. Α.

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 18, 18-27)

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2011

           Αγαπητοί αδελφοί, ακούσαμε σήμερα στο Ευαγγέλιο για τη συνάντηση που είχε ο Χριστός μας, με έναν άνθρωπο πλούσιο. Ο άνθρωπος αυτός, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, ήταν τύπος θρησκευτικός και αυτό φάνηκε από την πρώτη στιγμή που προσέγγισε το Χριστό. Πήγε κοντά του, γονάτισε, τον αποκάλεσε δάσκαλο αγαθό και άρχισε να τον ρωτάει για τα θέματα της πνευματικής ζωής:

– «Διδάσκαλε τι να πράξω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» Και ο Κύριος του απάντησε: «Τις εντολές του Θεού τις γνωρίζεις: μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, μη κλέψεις, μη ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου». Εκείνος επέμεινε λέγοντας ότι όλα αυτά τα τηρεί από τα νιάτα του. Και αφού τον άκουσε ο Κύριος και γνωρίζοντας πολύ καλά τι κρατά συνήθως τον άνθρωπο δεμένο γερά στη γη, του απαντά: «Ένα μόνο σου λείπει, να πουλήσεις ότι έχεις, να τα δώσεις στους φτωχούς, οι θησαυροί σου να πάνε στον ουρανό και να μην είναι πια στη γη, κι έλα να με ακολουθήσεις». Εκείνος, ύστερα από αυτό έπεσε σε λύπη και έφυγε μη μπορώντας να ακολουθήσει την υπόδειξη του Κυρίου.

            Σήμερα, αδελφοί μου ο Κύριος, μιλάει στον πλούσιο άνθρωπο του Ευαγγελίου, με τρόπο απόλυτο: «πούλησέ τα όλα, δώς τα στους φτωχούς κι έλα μαζί μου». Δεν του αφήνει περιθώρια. Αν θες, του λέει, να κερδίσεις την αιώνια ζωή, θα τα δώσεις «όλα». Γιατί, όμως, ο Κύριος μίλησε σήμερα με τέτοιο τρόπο; Τελικά, απαιτεί τόσα πολλά από τους ανθρώπους; Είναι τόσο σκληρός μαζί τους που θέλει να τους φορτώνει με τόσο μεγάλα και δυσβάστακτα φορτία; Όχι, αδελφοί μου. Γνωρίζουμε πολύ καλά από τα Ευαγγέλια, πως όσοι άνθρωποι πλησίασαν το Χριστό τους ευσπλαχνίσθηκε και τους έφερε κοντά του. Ακόμα και εκείνους τους ανθρώπους που ήταν ψυχικά ταλαιπωρημένοι – οι τελώνες, οι πόρνες, οι ληστές – που είχαν μεγάλες πληγές μέσα στη καρδιά τους και πλησίασαν τον Χριστό για να θεραπευτούν, εκείνος τους δέχτηκε με αγάπη και καλοσύνη, χωρίς να βάλει μπροστά τους τις φοβερές απαιτήσεις που έβαλε μπροστά στο πλούσιο της σημερινής περικοπής.

                       Μα και με τον πλούσιο του σημερινού Ευαγγελίου δεν ήταν από την αρχή απόλυτος. Εκείνος, όμως, επέμενε και ήθελε να μάθει τι του έλειπε ακόμα. Κι ο Χριστός καταλαβαίνει πως αυτός ο άνθρωπος δεν αγωνίζεται με τον σωστό τρόπο. Ήξερε πολύ καλά, ως παντογνώστης Θεός, ότι βρισκόταν μακριά από το Θεό και ότι στην ουσία δεν τις τηρούσε τις εντολές όπως θα έπρεπε. Και ο Χριστός για να δοκιμάσει την εσωτερική του κατάσταση, του μίλησε με τρόπο απόλυτο, μήπως και ξυπνήσει, μήπως και καταλάβει ότι έχει ανάγκη το Θεό, μήπως και αλλάξει και έτσι έλθει η χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά του.

            Ο Χριστός μας σήμερα γίνεται απέναντι στον πλούσιο του Ευαγγελίου, απόλυτος. Όχι όμως για να τον προσβάλει ή να τον τιμωρήσει, αλλά για να τον βοηθήσει, δείχνοντας του την άσχημη πνευματική του κατάσταση. Όμως, η διήγηση του σημερινού Ευαγγελίου, φανερώνει και σε ‘μας, κάτι πολύ σπουδαίο. Τον σωστό τρόπο με τον οποίο πρέπει να αγωνιζόμαστε πνευματικά. Πολλές φορές, κι εμείς μένουμε μόνο στην επιφάνεια, τηρώντας επιλεκτικά μόνο κάποιες από τις εντολές του Θεού και λέμε: είμαστε τίμιοι, ερχόμαστε κάθε Κυριακή στην Εκκλησία και ανάβουμε κερί, δεν αδικούμε κανένα, δεν κλέβουμε, δεν έχουμε σκοτώσει, άρα είμαστε καλά. Σκεπτόμενοι όμως με αυτό τον τρόπο κατατάσσουμε τους εαυτούς μας στην περίπτωση του σημερινού πλούσιου ο οποίος νόμιζε ότι είχε κερδίσει την αιώνια ζωή, όμως δεν τόλμησε να κάνει την μεγάλη υπέρβαση στο χώρο της αγάπης και τελικά έμεινε σε όλα αυτά που μας δεσμεύουν εδώ στη γη.

            Αδελφοί μου το μήνυμα του σημερινού Ευαγγελίου είναι ξεκάθαρο. Πνευματική ζωή σημαίνει πρώτα απ’ όλα ταπείνωση. Αν ταπεινωνόμαστε μπροστά στον Κύριο, ελκύουμε τη συμπάθειά του και γινόμαστε παιδιά του. Ακολουθώ το Χριστό σημάνει ότι συμπορεύομαι μαζί του και ότι προσπαθώ να τον μιμηθώ. Πνευματική ζωή σημαίνει πως πρέπει να υπερβούμε τον εαυτό μας, το εγώ μας και να δοθούμε ολοκληρωτικά στις προσκλήσεις του Κυρίου μας. Να είμαστε έτοιμοι να τα δώσουμε και να τα χάσουμε όλα. Αυτό ακριβώς έπραξαν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας και γι’ αυτό χαριτώθηκαν τόσο πολύ από τον Χριστό μας. «Εμείς αφήσαμε τα πάντα και σε ακολουθήσαμε», λέει ο Απόστολος Πέτρος. Αυτό καλούμαστε να πράξουμε κι εμείς αν πραγματικά επιθυμούμε την αιώνια ζωή. Αμήν.  

π. Π. Α.



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 140 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ