“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή 5η Μαΐου 2019

Κυριακή του Θωμά

            “Ἐάν μή ἴδω, οὐ μή πιστεύσω”· σε αυτή τη φράση, αγαπητοί μου αδελφοί, συνοψίζεται η αντίδραση του Θωμά, όταν πληροφορείται την Ανάσταση του Χριστού και ότι το βράδυ της ίδιας μέρας ο Κύριος φανερώθηκε στους υπόλοιπους μαθητές. “Εάν δεν δω με τα μάτια μου τον Ιησού, αν δεν αγγίξω τα πληγωμένα χέρια Του και την πλευρά Του, δεν πρόκειται να πιστέψω αυτό το απροσδόκητο και τόσο χαρμόσυνο γεγονός”. Και μια εβδομάδα αργότερα, εμφανίζεται πάλι ο Αναστάς Κύριος στους μαθητές Του, και αυτή τη φορά βρίσκεται ανάμεσά τους και ο “άπιστος” μαθητής. Τον καλεί ο Χριστός να ψηλαφήσει τα σημάδια από τους ήλους και από τη λόγχη, ο ίδιος όμως σπεύδει να Τον προσκυνήσει και να ομολογήσει με χαρά “ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου”.

            Ενθυμούμαστε σήμερα το γεγονός της ψηλαφήσεως του Θωμά, όχι μόνο γιατί αποτελεί συνέχεια των γεγονότων που ακολούθησαν το Πάθος και την Ανάσταση του Κυρίου μας, αλλά κυρίως επειδή μάς δίνει μια άμεση μαρτυρία για την αλήθεια της Αναστάσεως του Χριστού. Δεν είναι εύκολο να πιστέψει κανείς ότι πράγματι ο Χριστός αναστήθηκε, και πολύ περισσότερο όταν η χριστιανική πίστη έχει θεμελιωθεί στην Ανάσταση του Κυρίου. “Εἰ δέ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, κενόν ἄρα τό κήρυγμα ἡμῶν, κενή καί ἡ πίστις ἡμῶν”, θα μας πει ο Απόστολος Παύλος (Α΄ Κορ. 15, 44). Πράγματι, αν ο Χριστός δεν αναστήθηκε, τότε όλα είναι μάταια, τότε δεν υπάρχει καμία ελπίδα για τον άνθρωπο, καμία προοπτική πνευματικής ανάκαμψης και ζωής. Αυτός είναι και ο λόγος που από την πρώτη στιγμή οι γραμματείς και οι φαρισαίοι προσπάθησαν να διαδώσουν ότι ο Χριστός δεν αναστήθηκε, αλλά οι μαθητές Του έκλεψαν το νεκρό Του σώμα. Αλλά και διάφοροι μεταγενέστεροι αρνητές, επιχείρησαν να αποδώσουν την πίστη των Αποστόλων σε ένα είδος ομαδικής παραίσθησης.

            Για τις φήμες, βέβαια, των φαρισαίων απόδειξη ότι αυτές ήταν ψευδείς αποτελεί η κουστωδία, η στρατιωτική φρουρά που οι ίδιοι οι γραμματείς απαίτησαν, ώστε να αποτραπεί η κλοπή του σώματος του Χριστού. Για τις σύγχρονες θεωρίες, ότι δηλαδή οι μαθητές είχαν παραισθήσεις, απόδειξη περί του αντιθέτου αποτελεί η ψηλάφηση του Θωμά. Γι αυτό και οι υμνογράφοι της Εκκλησίας αποκαλούν “καλή” την απιστία του Θωμά, επειδή από τη μία μεριά αποτελούσε έκφραση της επιθυμίας του μαθητή να δει και ο ίδιος τον αναστημένο Κύριο, όπως οι υπόλοιποι μαθητές. Και από την άλλη, επειδή στο πρόσωπο του Θωμά γινόμαστε κι εμείς διαχρονικά μάρτυρες της Αναστάσεως. Εμείς δεν μπορούμε να ψηλαφήσουμε τον Χριστό, μιας που ζούμε τόσο μακριά από την εποχή εκείνη. Το έπραξε όμως για χάρη μας και στη θέση μας ο “άπιστος” μαθητής, ώστε να διαλυθεί κάθε αμφιβολία μέσα μας και να εδραιωθεί η πίστη στην Ανάσταση του Κυρίου.

            “Μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες”, θα αποκριθεί ο Χριστός στον Θωμά, αναφερόμενος σε όλους εκείνους που αρκούνται στη διήγηση του Ευαγγελίου για να πιστέψουν. Δεν εννοεί εδώ ο Χριστός να μην ερευνούμε και να μην εξετάζουμε την αλήθεια, αλλά μακαρίζει αυτούς που κάνουν την προσωπική τους υπέρβαση και εξετάζουν με την καρδιά τους τις αλήθειες του Ευαγγελίου. Μακαρίζει την πίστη, η οποία υπερβαίνει την ανάγκη των αποδείξεων. Άλλωστε, αν υπήρχαν αποδείξεις για όλα, τότε δεν θα μιλούσαμε για πίστη, αλλά για αναγκαστική παραδοχή κάποιων πραγμάτων. Φρόντισε ωστόσο ο Κύριος, επειδή η Ανάστασή Του αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της πίστεώς μας, να μας προσφέρει και τις αποδείξεις, ώστε να έχουμε την βεβαιότητα και να μην απιστούμε.

            Υπό το πρίσμα αυτό, το γεγονός που εορτάζουμε και ενθυμούμαστε σήμερα, αυτό της ψηλαφήσεως του Θωμά, αποτελεί ευεργεσία για την Εκκλησία και για τον καθένα μας, διότι εξαφανίζει κάθε αμφιβολία και κάθε δισταγμό. Ας ακολουθήσουμε επομένως τον Θωμά, και ας δοξολογήσουμε τον Αναστάντα Κύριο. Ας Τον προσκυνήσουμε και ας αναφωνήσουμε κι εμείς, “ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου”. Ας έχουμε πίστη ακράδαντο και σταθερή, ότι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας και κατήλθε μέχρι τον Άδη, όντως αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, παρέχοντας στον καθένα που πιστεύει σε Αυτόν ζωή και αφθαρσία και χαρά και Ανάσταση.

 

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή 12η Μαΐου 2019

Κυριακή των Μυροφόρων

                                                    

            Το σημερινό κήρυγμα, αγαπητοί μου αδελφοί, μάς το προσφέρει η γραφίδα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος σε απλά ελληνικά μάς λέει τα εξής:

            Έντονα και τώρα, όπως πάντα, κυριαρχούν στο νου μου τα θαύματα της Αναστάσεως και τα φοβερά θεάματα των μυστηρίων γεμίζουν με κατάπληξη την ψυχή μου. Γιατί η ατιμία γέννησε δόξα και το πάθος ανέβλυσε απάθεια στους ανθρώπους. Γιατί το ξύλο της τιμωρίας μάς γλίτωσε από την δουλεία του ξύλου, και τα καρφιά ανέσκαψαν την πολύρριζο αμαρτία. Γιατί το αγκάθινο στεφάνι ανέτρεψε την καθολική κατάρα και ο επονείδιστος σταυρός απήλλαξε τον κόσμο από την ντροπή. Γιατί η πλευρά που τρυπήθηκε από τη λόγχη έγινε πύλη ενός κόσμου μυστηρίων και ο τριήμερος τάφος απεδείχθη οίκος ζωής. Γιατί ο τελώνης εξέφρασε τα δόγματα της θεολογίας και ο άγγελος έσπειρε στις ψυχές των γυναικών τα χαρμόσυνα λόγια.

            Δεν μπορώ να αποσιωπήσω τα παράδοξα του Δεσπότου, αν και ο λόγος δεν επαρκεί να διηγηθεί τα θαύματα του Θεού. Χορεύω μαζί με τον ληστή, σκιρτώ μαζί με τη Μαρία, ακούω ευλαβικά τον ευαγγελιστή που διακηρύσσει τα εξής: «Αργά το βράδι του Σαββάτου, ξημερώνοντας η πρώτη μέρα μετά το Σάββατο, ήλθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία να επιθεωρήσουν τον τάφο. Και ιδού, έγινε σεισμός μεγάλος· γιατί άγγελος Κυρίου, αφού κατέβηκε από τον ουρανό, κύλισε τον λίθο από την θύρα του μνημείου και καθόταν επάνω σε αυτόν. Και ήταν η όψη του σαν αστραπή και τα ρούχα του λευκά σαν το χιόνι. Και οι φύλακες από τον φόβο τους σείστηκαν και έγιναν σαν νεκροί».

            Αργά το βράδι του Σαββάτου, ξημερώνοντας η πρώτη μέρα μετά το Σάββατο. Αυτά τα λόγια ακούμε πρώτα· μέσα στην φοβερή νύχτα, μάλλον δε μέσα στο μεγάλο φως, ήλθε η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία να δουν τον τάφο. Αγαθή η βιασύνη των γυναικών, ευαγγελικός ο δρόμος που εβάδισαν, δηλώνοντας το ανδρείο φρόνημά τους. Ίσως μάλιστα τα βήματά τους νά ‘ναι πιο διάσημα από εκείνα των αποστόλων που εύκολα διολίσθαιναν. Γιατί οι μεν αφού έφυγαν, κρύβονταν φοβισμένοι στο σπίτι· ενώ αυτές, αφού έτρεξαν με θάρρος στον τάφο, θρηνούσαν τον ελεύθερο ανάμεσα στους νεκρούς, εκπληρώνοντας με καλόγνωμη πίστη τον φιλόχριστο σκοπό. Δεν φοβήθηκαν τους Ιουδαίους, δεν σκέφτηκαν τους φύλακες, δεν λογάριασαν την ακμαία ακόμη μανία των σταυρωτών, ούτε την πρόχειρη σε ύβρεις αναίδεια των προκαθημένων τους, ουδεμίά ανάμνηση των κακών μελέτησαν. Αλλά με δάκρυα προσέρχονταν στο μνήμα σαν σε θυσιαστήριο, εκεί κλαίγοντας, από όπου αναστήθηκε εκεινος που έπαυσε τις λύπες της Εύας, εκεί που όλος ο κόσμος έμελλε να εορτάζει.

            Και ιδού, έγινε σεισμός μεγάλος· γιατί άγγελος Κυρίου, αφού κατέβηκε από τον ουρανό, κύλισε τον λίθο από την θύρα του μνημείου και κάθισε πάνω σ’ αυτόν. Αν έγινε σεισμός μεγάλος επειδή κατέβηκε άγγελος, πώς η γη, όταν σταυρώνονταν ο Δεσπότης των αγγέλων, σαλεύτηκε αδίκως για τα αποτολμούμενα; Και για ποιό λόγο στο Πάθος σεισμός και στην Ανάσταση πάλι σεισμός; Ο φόβος συνάπτεται με τον φόβο, ώστε του θανάτου τα θεμέλια να ανατραπούν παντελώς. Σεισμός μεγάλος έγινε, έτρεμαν οι λίθοι και χόρευαν οι Ιουδαίοι. Αλλά την ημερα που θεώρησαν ότι γιόρταζαν, αυτή έλαβαν διηνεκή αιτία κατηφείας. Έθυσαν τον αμνό, αλλά απώλεσαν τους βωμούς· εφόνευσαν τον κληρονόμο, αλλά εξέπεσαν της διαθήκης· διαμοίρασαν τα ιμάτια, αλλά στερήθηκαν τα θαύματα· σφράγισαν τον τάφο, αλλά στερήθηκαν τον ναό.

            Σεισμός μεγάλος έγινε, γιατί άγγελος Κυρίου αφού κατήλθε από τους ουρανούς, προσήλθε και κύλισε τον λίθο από την θύρα του μνημείου. Τί είναι τούτο, ω άγγελε; μήπως έτρεξες κάτω ως δορυφόρος του αναστάντος βασιλέως; μήπως ήλθες να εμψυχώσεις τις γυναίκες που θρηνούν; ή ήλθες να χαρεις μαζί με το γένος των ανθρώπων; Άσε στην άκρη τον λίθο του μνήματος. Τί σαλεύεις αυτόν που δεν μετακίνησε όταν προσήλθε η πέτρα της πίστεως; Όπως ετέχθη από την μήτρα, έτσι βγήκε από το μνήμα· γιατί με την γέννησή του δεν έλυσε την παρθενία, και δεν μετακίνησε τον λίθο που τον φύλαξε. Εγκατέλειψε τον τάφο σφραγισμένο με τον λίθο. Γνωρίζω, απαντά, γνωρίζω· αλλά δεν έγινε έτσι απλά. Ενήργησα υπακούοντας στο νεύμα του Δεσπότη μου· κατ`οικονομίαν κύλισα τον λίθο, ώστε να σκύψει ο Πέτρος και να δει τα οθόνια, για να δουν οι γυναίκες τον τόπο που κείτονταν ο Κύριος.

            Εκύλισε, λέει (ο ευαγγελιστής) τον λίθο και καθόταν πάνω σε αυτόν. Τηρούσε τον κατήγορο των Ιουδαίων, φύλαττε τον μάρτυρα της Αναστάσεως, τηρούσε τον λίθο ελέγχοντας αυτούς που είχαν πετρωμένη καρδιά. Αυτό εξάλλου και ο Κύριος έλεγε προς αυτούς, διαπομπεύοντας την δυσμένεια των χριστοκτόνων, ότι «ακόμα κι αν αυτοί σιωπήσουν, θα κραυγάσουν οι λίθοι». Και ήταν η όψη του αγγέλου σαν αστραπή, και το ένδυμά του λευκό σαν το χιόνι· έτσι έπρεπε. Γιατί όπου δεν υφίσταται κηλίδα αμαρτίας, τα πάντα είναι μεστά από φως και αστραποβολούν σαν το χιόνι. Κι από τον φόβο του σείστηκαν οι φύλακες και έγιναν σαν νεκροί. Μπροστά στον δούλο σαν νεκροί και ενώπιον του κτιστού τολμηροί. Και τί συνέβη μετά; Αφού εστράφη ο Άγγελος, είπε στις γυναίκες: Εσείς μή φοβείσθε.

            Ώ, παράδοξα πράγματα! Ώ, παράδοξα διηγήματα! Ενώ οι στρατιώτες έπεσαν σαν νεκροί, έλεγε στις γυναίκες «Μη φοβάστε»; Ναι, γιατί έπρεπε οι μεν άπιστοι φύλακες να παραμείνουν στο φόβο, ενώ οι πιστές γυναίκες να γίνουν ευαγγελίστριες της χάριτος τη σωτηρίας. Σείς μη φοβείσθε· γιατί ο Αδάμ ξαναπλάστηκε από τον κεραμέα της φύσεώς μας επάνω στον σταυρό, σαν σε τροχό. Μή φοβείσθε· γιατί λύθηκε το κατακριτέο έγκλημα της μητέρας σας Εύας. Μη φοβείσθε· γιατί πριν εγώ να αποκυλίσω τον λίθο, αυτός που ζητείτε εξουσιαστικά αναστήθηκε· στον οποίο ανήκει η δόξα, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή 19η Μαΐου 2019

Κυριακή του Παραλύτου

            “Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω”, λέει ο παραλυτικός της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, “ώστε όταν έλθει ο άγγελος και ταράξει το ύδωρ της δεξαμενής, να με βάλει μέσα και να θεραπευτώ”. Εκφράζει την αγωνία του, που επί τριάντα οκτώ έτη υπομένει την ασθένειά του και καρτερεί να ζήσει κι εκείνος το θαύμα της θεραπείας και να γευτεί την έκτακτη από τον Θεό ευεργεσία. Και ο Χριστός, με ένα Του λόγο, τον προσκαλεί να σηκωθεί, και να πάρει στους ώμους του το κρεβάτι του πόνου και να περπατήσει μέχρι το σπίτι του.

            Η αγία μας Εκκλησία, αδελφοί μου, έχει συμπεριλάβει την περικοπή αυτή στον κύκλο των Ευαγγελίων της Πασχαλίου περιόδου, συνδέοντας τρόπον τινά το θαύμα αυτό με την Ανάσταση του Χριστού, αλλά και με την δική μας προσωπική Ανάσταση. “Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω”, λέει ο παράλυτος, δεν έχω βοηθό στη θλίψη μου και στη δοκιμασία μου, αγωνίζομαι για να σωθώ αλλά μόνος μου δεν τα καταφέρνω, χρειάζομαι βοήθεια αλλά δεν την βρίσκω πουθενά, έχω ανάγκη από κάποιον δίπλα μου, αλλά κανείς δεν υπάρχει”. Η εκ μέρους του Ιησού θεραπεία, αποτελεί και την απάντηση στην αγωνιώδη κραυγή του. Είναι σαν να του λέει “άνθρωπο δεν έχεις, αλλά έχεις εμένα, τον θεάνθρωπο λυτρωτή και Σωτήρα του κόσμου. Έχεις εμένα, που είμαι η πηγή της ιάσεως και της ζωής και της Αναστάσεως”.

            Η παρουσία και η θαυματουργή παρέμβαση του Χριστού αποτελεί απάντηση και για όλους εμάς. Συχνά αισθανόμαστε μόνοι, εγκαταλελειμμένοι από τους ανθρώπους, αβοήθητοι. Μάς κυριεύει η απόγνωση και η απελπισία, στην προσπάθειά μας να σηκωθούμε από τις πτώσεις που μας επιφυλάσσει η ζωή και η ανθρώπινη φύση μας, που ρέπει προς την φθορά και την αμαρτία. Νιώθουμε ότι οι δικές μας δυνάμεις δεν επαρκούν, έχουμε ανάγκη από ένα χέρι βοηθείας, από κάποιον να μας παρηγορήσει και να μας σηκώσει από το σημείο στο οποίο έχουμε καθηλωθεί. Και δυστυχώς, συχνά οι συνάνθρωποί μας είτε δεν αντιλαμβάνονται αυτή μας την ανάγκη, είτε δεν είναι σε θέση να μας βοηθήσουν, είτε ακόμα δεν έχουν την διάθεση να ασχοληθούν με κάτι πέρα από τον εαυτό τους. Έχουμε όμως άνθρωπο. Έχουμε τον νικητή της φθοράς και του θανάτου, έχουμε τον αρχηγό της Ζωής, έχουμε την ελπίδα και την πηγή της Αναστάσεως. Τον Υιό και Λόγο του Θεού, που εξαιτίας της άπειρης αγάπης και φιλανθρωπίας Του έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε και Αναστήθηκε για να προσφέρει σε όλους μας την προοπτική και της δικής μας προσωπικής Αναστάσεως. Αρκεί να στηρίξουμε σε Αυτόν την ζωή μας και την ελπίδα μας, αρκεί να Τον αποδεχτούμε στη ζωή μας, αρκεί να καταφύγουμε σε Αυτόν, έστω σαν την τελευταία μας και μόνη μας ελπίδα. Κι Εκείνος, όπως έπραξε με τον παράλυτο, θα ανταποκριθεί στο κάλεσμα της καρδιάς μας και θα μας προσφέρει την πολυπόθητη λύτρωση, την σωτηρία από τα πάθη που μας ταλαιπωρούν, από τις συμφορές του βίου, από τις καθημερινές μας πτώσεις και κυρίως από την πνευματική μας αναπηρία.

            Οι άνθρωποι συχνά ελπίζουμε σ’ ένα θαύμα που θα ανατρέψει την αρνητική πορεία της ζωής μας. Οι κοινωνίες επίσης περιμένουν ένα θαύμα, μια έξωθεν σωτηρία, μια ανάσα στις δυσκολίες της καθημερινότητας, μια λύτρωση από την κακία που μέρα με τη μέρα πληθύνεται ανάμεσά μας. Επιρρίπτουμε συχνά τις ευθύνες γύρω μας, και περιμένουμε από όλους τους άλλους να βοηθήσουν στην απαλλαγή από το συλλογικό κακό. Αισθανόμαστε την κοινωνία μας να βρίσκεται σε τέλμα, σε αδυναμία για ανάκαμψη, και μας κυριεύει η απελπισία ότι κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει, κανείς δεν ενδιαφέρεται να μας σώσει. Αντί όμως να ψάχνουμε δίπλα μας, ας κοιτάξουμε μέσα μας, και στη συνέχεια ας στρέψουμε το βλέμμα μας ψηλά. Ας ερευνήσουμε τα προσωπικά μας αίτια της θλίψης, στο βαθμό που ο καθένας ευθύνεται, ας ομολογήσουμε την προσωπική μας αδυναμία και ανεπάρκεια, και ας ζητήσουμε από τον Χριστό να έλθει βοηθός μας και να θεραπεύσει πρώτα τον έσω άνθρωπο. Ας Του ζητήσουμε να θεραπεύσει και να αναστήσει πρώτα την ψυχή μας, που είναι και το δυσκολότερο, κι έπειτα να μας απαλλάξει από την τυχόν σωματική μας ασθένεια. Και μόλις νιώσουμε λίγο πιο δυνατοί, ας τρέξουμε σε ενίσχυση των αδελφών μας των αδυνάτων, προσφέροντάς τους την πολυπόθητη συμπαράσταση, την ανθρώπινη παρουσία μας και την κατά το δυνατόν βοήθειά μας.

            Μόνο τότε θα πραγματοποιηθεί το θαύμα που όλοι περιμένουμε. Γιατί η Ανάσταση δεν είναι μόνο προϊόν της παρέμβασης και της ευεργεσίας του Θεού, αλλά και αποτέλεσμα της εκ μέρους μας αποδοχής Του, της μυστικής πνευματικής διεργασίας που συντελείται μέσα μας με τη σύμπραξη της δικής μας πρόθεσης και της Χάριτος του Θεού. Η Ανάσταση είναι το δώρο του Θεού στον άνθρωπο, που για να το ζήσουμε χρειάζεται μετάνοια, και κυρίως να αντικαταστήσουμε την απέλπιδα φράση “Κύριε, άνθρωπον οὐκ ἔχω” με το “Ναί, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν, ναί, ἔρχου κύριε Ἰησοῦ” (Αποκ. 22, 20).

 

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή 26η Μαΐου 2019

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

            Το Ευαγγέλιο της Σαμαρείτιδος που ακούσαμε σήμερα κατά τη Θεία Λειτουργία, είναι αγαπητοί μου αδελφοί μεστό νοημάτων τα οποία έχουν διαχρονική βαρύτητα και σημασία για τον καθένα μας. Κουρασμένος ο Χριστός από την οδοιπορία, στέκεται έξω από μια πόλη της Σαμάρειας, δίπλα στο πηγάδι του Ιακώβ, και στέλενει τους μαθητές Του να αγοράσουν τρόφιμα. Κάποια στιγμή έρχεται μία γυναίκα να πάρει νερό, και με αφορμή το αίτημα του Ιησού να Του προσφέρει να πιει, ξεδιπλώνεται ένας καταπληκτικός διάλογος. Τρία δε σημεία είναι και τα κυριώτερα.

            Το πρώτο, είναι η αντιπαραβολή του νερού του πηγαδιού με το “ὑδωρ τό ζῶν”. Ο Χριστός ζητάει από την Σαμαρείτιδα να του προσφέρει νερό για να ξεδιψάσει, και στην απορία της πώς ένας Ιουδαίος μιλά σε μια γυναίκα, και μάλιστα Σαμαρείτιδα, της αντιλέγει ότι εάν ήξερε με ποιόν μιλούσε, τότε η ίδια θα Του ζητούσε να της δώσει το ζωντανό ύδωρ, αυτό που όταν κανείς το γευτεί δεν πρόκειται να διψάσει ξανά, μιας που γίνεται μέσα του πηγή που αναβλύζει. Καί αυτή η πηγή δεν είναι άλλη από τον ίδιο το Χριστό, που φωτίζει και αγιάζει και αναζωογονεί κάθε άνθρωπο. Δεν είναι άλλη από τη χαρά της Αναστάσεως, που ανατρέπει το φθοροποιό έργο της αμαρτίας και αποκαθιστά τον κάθε άνθρωπο που δέχεται μέσα του τον Χριστό.

            Το δεύτερο σημείο είναι ότι ο Θεός ζητάει από τον άνθρωπο την “ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ” προσκύνηση. Στην ερώτηση της γυναίκας εάν πρέπει να προσκυνείται ο Θεός στο Ναό του Σολομώντα, κατά την ιουδαϊκή παράδοση, ή στο παρακείμενο βουνό, σύμφωνα με την παράδοση των Σαμαρειτών, ο Χριστός τονίζει τον τρόπο της προσκύνησης που αρμόζει στον Θεό: εφόσον ο Θεός είναι πνεύμα, η λατρεία προς Αυτόν οφείλει να είναι “ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ”. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία δεν είναι επομένως ο τόπος, ούτε οι εξωτερικοί τύποι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε τον Θεό. Η μία προϋπόθεση είναι “'εν πνεύματι”, δηλαδή ότι στην προσευχή μας δεν αρκεί να συμμετέχει το σώμα, αλλά κυρίως το πνεύμα μας, η διάνοιά μας, όλος μας ο ψυχικός κόσμος. Και επιπλέον, η προσευχή μας να βρίσκεται εντός του πνεύματος του Θεού, δηλαδή να είμαστε καθαροί κατά το δυνατόν όταν προσευχόμαστε από κάθε πειρασμό και πονηρό λογισμό και να ζητάμε τα πνευματικά πράγματα, τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος στη ζωή μας. Το “ἐν ἀληθείᾳ” πάλι, σημαίνει ότι για να λατρέψουμε σωστά τον Θεό οφείλουμε να γνωρίζουμε τις αλήθειες της πίστεώς μας και ότι η προσκύνησή μας δεν είναι ευπρόσδεκτη στον θεό, όταν είναι προσχηματική, υποκριτική ή και επίπλαστη, όταν δηλαδή δεν συμβαδίζει με τη ζωή μας και με τις πράξεις μας. Για να μπορέσουμε επομένως να δεχτούμε τον Χριστό στη ζωή μας, ώστε να γίνει μέσα μας πηγή που θα αναβλύζει και θα ξεδιψά τη ζωή μας, οφείλουμε να αγωνιστούμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας και να γίνουμε αληθινοί προσκυνητές Του, “ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ”.

            Και το τρίτο σημαντικό σημείο της σημερινής περικοπής είναι ότι για πρώτη φορά ο Χριστός αποκαλύπτει απερίφραστα την Θεότητά Του, και μάλιστα όχι σε κάποιον Ιουδαίο, αλλά στη Σαμαρείτιδα, σε μια αλλοεθνή. Και τούτο επειδή ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, δεν εξετάζει δηλαδή την καταγωγή ή το φύλο ή την κοινωνική κατάσταση του ανθρώπου, αλλά αποκαλύπτεται σε εκείνους που είναι έτοιμοι να Τον δεχτούν στη ζωή τους, σε όσους είναι δεκτικοί της χάριτός του. Αποκαλύπτεται όχι απαραίτητα στους “καθαρούς”, αλλά σε όσους, παρά την ενδεχόμενη και αναπόφευκτη αμαρτωλότητά τους, Τον επιζητούν με ταπείνωση, με πνεύμα συντετριμμένο, με καρδιά άδολη που αναγνωρίζει την πνευματική της αδυναμία και για τον λόγο αυτό δεν στρέφεται κατά των συνανθρώπων. Γι αυτό και είπε ότι οι άσημοι και οι αμαρτωλοί άνθρωποι είναι εκείνοι που εξαιτίας της ταπείνωσής τους θα εισέλθουν πρώτοι στον Παράδεισο και θα κληθούν Μεγάλοι.

            Η εποχή μας, όπως κάθε εποχή, ζητά και θα ζητά πάντα να ξεδιψάσει και να ξεκουραστεί πνευματικά. Για την επιδίωξη του σκοπού αυτού επινοούνται και επιστρατεύονται κάθε είδους ευκαιρίες αναψυχής, οι οποίες όμως είτε εστιάζονται στο σωματικό και υλικό μέρος του ανθρώπου, είτε δεν προσφέρουν πνευματική αναψυχή αλλά μάλλον πνευματική αποδόμηση. Ευρισκόμενοι μέσα στη χαρμόσυνη περίοδο της Αναστάσεως, ας μη λησμονούμε ότι η αληθινή χαρά, η μόνη που μπορεί να ξεδιψάσει την ύπαρξή μας, είναι ο ίδιος ο Χριστός. Και ότι για να Τον ελκύσουμε κοντά μας, οφείλουμε να Τον προσεγγίσουμε εν πνεύματι, εν αληθεία και εν ταπεινώσει.

 

π. Χ.Β.



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 153 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ