“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Τελώνου και Φαρισαίου

(Λουκ. 18, 10-14)

Δύο θέματα θίγει ο Χριστός σήμερα, Κυριακή του Τελώνου και το Φαρισαίου, με την παραβολή που μας διηγείται: τον τρόπο της προσευχής μας προς τον Θεό και τη σημασία της ταπεινώσεως. Βρέθηκαν και οι δύο στο Ναό για να προσευχηθούν, και ο μεν Φαρισαίος με εμφανή υπερηφάνεια ευχαριστούσε τον Θεό που δεν ήταν όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή σαν τον Τελώνη, αλλά αντίθετα νήστευε δυο φορές την εβδομάδα και έδινε στο Ναό τις καθορισμένες εισφορές. Από την άλλη, ο Τελώνης είχε σκύψει με το πρόσωπο στο έδαφος και προσευχόταν λέγοντας “ο Θεός, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό”. “Αλήθεια σας λέω”, κλείνει ο Χριστός την παραβολή, “αυτός εδώ ανεχώρησε δικαιωμένος από το Ναό, κι όχι ο Φαρισαίος. Γιατί αυτός που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, ενώ ο ταπεινός θα υψωθεί”.

Ίσως αναρωτηθεί κανείς “μα πώς αλλιώς έπρεπε να προσευχηθεί ο Φαρισαίος, εφόσον όντως ήταν δίκαιος και τηρούσε τις εντολές του Θεού;” -Ούτε με τόση υπερηφάνεια, ούτε με διάθεση κατακρίσεως του Τελώνη και μαζί με αυτόν όλων των άλλων ανθρώπων. Ο εγωισμός του τον οδηγεί όχι μόνο στο να θεωρεί όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους άρπαγες, αμαρτωλούς και υποδεέστερούς του, αλλά επίσης και στο να πιστεύει ότι η προσωπική του “αρετή” είναι δικό του αποκλειστικά επίτευγμα. Έτσι ουσιαστικά στην προσευχή του δεν ευχαριστεί τον Θεό, αλλά λιβανίζει τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν λέει “ευχαριστώ, Θεέ μου, που με τη βοήθειά σου τηρώ πιστά τις εντολές σου, που βρίσκεσαι δίπλα μου, που με προφυλάσσεις, που μου παρέχεις πλούσια τα αγαθά σου ”, όχι, δεν λέει τίποτα από αυτά. Αντίθετα, νιώθει τόσο αυτάρκης και υπερήφανος, που και αυτή ακόμα την προσευχή την εκφυλίζει σε ένα ακόμα μέσο αυτοπροβολής, αυταρέσκειας, αυτοδικαίωσης και υποκρισίας. Γι' αυτό, και ακόμα περισσότερο επειδή κατακρίνει και αφορίζει τον πλησίον του, ο Θεός όχι μόνο δεν άκουσε την προσευχή του, αλλά τον χρέωσε με την μεγαλύτερη από τις αμαρτίες, αυτή του εγωισμού και της υπερηφάνειας.

Ο Τελώνης αντίθετα, προσεύχεται με ταπείνωση. Ζητά με συντριβή καρδίας από τον Θεό να μην τον εγκαταλείψει παρά την αμαρτωλότητά του και να του παράσχει την θεϊκή Του βοήθεια. Έχει συναίσθηση των πράξεών του, γνωρίζει ότι δεν είναι τέλειος και γι αυτό η προσευχή του γίνεται ένας αγώνας για να κερδηθεί ο χαμένος δρόμος, και για να έλθει ο Θεός βοηθός στις ατέλειες. Η θέρμη της προσευχής του, το αίσθημα αυτογνωσίας, η αυτοκατάκριση, η ταπείνωση και η συντριβή που επιδεικνύει, καταφέρνουν να ελκύσουν τη συγγνώμη του Θεού, την αγάπη Του, την κραταιά Του προστασία, και έχουν τη δύναμη να μεταμορφώσουν τη ζωή του Τελώνη, οδηγώντας τον μέσα από την μετάνοια στην πραγματική δικαίωση ενώπιον του Θεού.

Το μήνυμα για τον καθένα από εμάς είναι παραπάνω από σαφές. Η προσευχή μας προς τον Θεό, είτε είναι ευχαριστία για τις ευεργεσίες και τις δωρεές Του προς εμάς είτε είναι ικεσία και παράκληση για συγχώρεση, για αναπλήρωση των προσωπικών μας αδυναμιών ή ακόμα για οποιοδήποτε αίτημά μας, προκειμένου να εισακουστεί από τον Θεό οφείλει να είναι απαλλαγμένη από τον εγωισμό και από την κατάκριση των συνανθρώπων μας. Η προσευχή χωρίς ταπείνωση καλύτερα να μη γίνεται, γιατί στο τέλος όχι μόνο δεν μας ωφελεί, αλλά μας ζημιώνει πνευματικά.

Αλλά και η ζωή μας ολόκληρη, όταν στερείται ταπεινοφροσύνης, όσο κι αν προσπαθούμε να την κάνουμε να φαίνεται σύμφωνη με τις εντολές του Θεού ή έστω με τους ηθικούς κώδικες που θεωρούμε σωστούς, το μόνο που καταφέρνει είναι να μας κάνει σαν τον Φαρισαίο, όμορφους εξωτερικά αλλά κενούς εσωτερικά. Γιατί αν θεωρήσουμε, όπως εκείνος, τους εαυτούς μας τέλειους, τότε μοιραία θα κατακρίνουμε όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, θα τους βάλουμε απέναντί μας ως ανεπαρκείς και αμαρτωλούς. Και μέσα από μια τέτοια στάση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε να καλλιεργηθεί η συμπόνοια, η συγγνώμη, η αγάπη. Ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του τέλειο καταλήγει ουσιαστικά μόνος, εγκλωβισμένος στο Εγώ του, και πάντως μακριά από την αγάπη και την κοινωνία με τον Θεό και με τον πλησίον.

Μέσα από τη σημερινή παραβολή ο Χριστός θέλει να μας διδάξει τη σημασία της ταπείνωσης για τη ζωή μας. Ζούμε σε μια εποχή που όλο και πιο συχνά οι κοινωνίες μας χαρακτηρίζονται ως απάνθρωπες και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων ως ψυχρές, ανούσιες, ανιαρές. Όσο στις καρδιές μας πρυτανεύει ο εγωισμός, οι σχέσεις μας και οι ζωές μας θα γίνονται όλο και πιο απάνθρωπες. Αντίθετα η ταπείνωση ως έκφραση αγάπης, γιατί αυτό είναι στην πραγματικότητα, έχει τη δύναμη να ζεστάνει και να μαλακώσει τις καρδιές μας, να μας φέρει πιο κοντά τόσο με τους συνανθρώπους μας όσο και στην προσωπική μας λύτρωση. Ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι μέσα από την άκρα Ταπείνωση του Θεού, που συνέστειλε την θεότητά Του και καταδέχτηκε να γίνει άνθρωπος και να θανατωθεί από αμαρτωλούς ανθρώπους, συντελέστηκε το έργο της Αναστάσεως και της λύτρωσής μας.

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή του Ασώτου

(Λουκ. 15, 11-32)

Από την περασμένη Κυριακή έχουμε εισέλθει στην κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου, και η αγία μας Εκκλησία τις τρεις Κυριακές που προηγούνται της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μας προετοιμάζει προβάλλοντας τις τρεις μεγάλες αρετές που συνιστούν την πνευματική μας ζωή. Την περασμένη Κυριακή, μέσα από την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, είδαμε τη σημασία της ταπεινώσεως. Σήμερα, με την παραβολή του Ασώτου υιού, τονίζεται η σημασία της μετανοίας, ενώ την ερχόμενη Κυριακή θα μας υπομνήσει το μεγαλείο της αγάπης και της φιλανθρωπίας.

Η παραβολή του Ασώτου, γνωστή και προσφιλής σε όλους μας, αναφέρεται στον μικρότερο από δυο αδελφούς, που ζήτησε από τον πατέρα του το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογούσε και αναχώρησε να βρει την τύχη του. Επί μακρό χρονικό διάστημα διασκέδαζε σπαταλώντας την περιουσία, και κάποια στιγμή, όταν έμεινε φτωχός, εγκαταλείφθηκε από τους “φίλους” του και κατέληξε να βόσκει χοίρους προκειμένου να μην πεθάνει από την πείνα. Τότε αναλογίστηκε το λάθος που έκανε και πήρε την απόφαση να επιστρέψει μετανιωμένος στον πατέρα του, ελπίζοντας να του δώσει μια θέση ανάμεσα στους δούλους του. “Πατέρα μου, αμάρτησα στο Θεό και σε σένα”, του είπε, “και δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι γιος σου. Σε παρακαλώ να με δεχτείς σαν ένα δούλο σου”. Ο πατέρας του όχι μόνο τον δέχτηκε, αλλά τον αποκατέστησε ως υιό του και έδωσε εντολή στους υπηρέτες του να ετοιμάσουν γιορτή για την επιστροφή του και να σφάξουν “τον μόσχο τον σιτευτό”. Όταν επέστρεψε ο μεγαλύτερος γιος στο σπίτι και έμαθε για τη γιορτή, δυσανασχέτησε που ο πατέρας του δέχτηκε με τέτοιο τρόπο τον αμαρτωλό και άσωτο υιό. Και ο πατέρας του απαντά ότι ήταν επιβεβλημένη η χαρά και όχι η επίπληξη ή η τιμωρία, γιατί ο υιός του ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και ευρέθη.

Με την παραβολή αυτή, όπως και με εκείνη της χαμένης δραχμής που ο ευαγγελιστής Λουκάς προτάσσει της σημερινής, ο Χριστός μας δείχνει αλλά και μας υπενθυμίζει τη μεγάλη σημασία της μετανοίας και της συγγνώμης. Έχει παγιωθεί, δυστυχώς, μέσα μας η εντύπωση πως άμα κάνουμε κάποιο λάθος, η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη, ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πρώτα. Αυτή η ιδέα όχι μόνο έχει κυριεύσει τη σκέψη μας, αλλά καθορίζει και τη ζωή μας σε τέτοιο βαθμό που εγκλωβιζόμαστε και δεν μπορούμε να κάνουμε βήματα πνευματικής προόδου: θεωρούμε από τη μια τις αμαρτίες μας ανυπέρβλητες και ασυγχώρητες, και από την άλλη αδυνατούμε να συγχωρήσουμε όσους τυχόν μας έχουν βλάψει.

Ο Χριστός όμως σήμερα, μέσα από την παραβολή αυτή, μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει αμαρτία που μπορεί να υπερβεί την άπειρη αγάπη και φιλανθρωπία του Θεού. Η ειλικρινής μετάνοια, η χωρίς δικαιολογίες και ωραιοποιήσεις, αυτή που συνοδεύεται με ταπείνωση και συντριβή καρδιάς, ελκύει τη συγγνώμη και την αγάπη του Θεού πριν καλά -καλά βγει από τα χείλη μας. Είδαμε πώς ο πατέρας, μόλις είδε από μακριά τον γιο του να έρχεται, δεν περίμενε αλλά έσπευσε να τον αγκαλιάσει. Είδαμε ότι δεν τον ρώτησε τίποτα, ότι δεν τον επιτίμησε, αλλά τον δέχτηκε πίσω με χαρά. Η μετάνοια, όταν δεν είναι απλά ένα αίσθημα μεταμέλειας αλλά αποτελεί κίνηση επιστροφής στην αγάπη του Θεού και απόφαση εγκατάλειψης της αμαρτίας, έχει τη δύναμη να αναστήσει τη νεκρωμένη από τα πάθη καρδιά μας, να μεταμορφώσει τη ζωή μας, να διαγράψει όλα εκείνα τα λάθη μας που μας βαραίνουν και φαντάζουν ανυπέρβλητα.

Ναι, υπάρχει η δυνατότητα της επιστροφής, της διαγραφής των λαθών μας, της αποκατάστασης της κοινωνίας της αγάπης με τον θεό και με τον συνάνθρωπό μας. Και αν από τον καθένα μας, ως αμαρτωλό, είναι σημαντική και απαραίτητη η μετάνοια, άλλο τόσο σπουδαία και απαραίτητη είναι και η συγγνώμη. Η συγγνώμη είναι η απάντηση προς τον μετανοούντα, και τις περισσότερες φορές προέρχεται από τον Θεό. Είναι όμως και άλλες πλείστες φορές, που καλούμαστε εμείς να ασκήσουμε την αγάπη και τη συγγνώμη προς εκείνους που μας έχουν βλάψει. Και εκεί φαίνεται αν όντως έχουμε μέσα μας αγάπη, αν όντως έχουμε πραγματικά μετανοήσει και αν έχουμε γευτεί τους καρπούς της αγάπης και της συγγνώμης του ίδιου του Θεού.

Αλήθεια, πώς μπορούμε να ζητάμε από τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας, όταν εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε τη διάθεση να παραβλέψουμε τα λάθη των αδελφών μας; πώς ζητάμε από τον θεό να μας δεχτεί κοντά Του, όταν η καρδιά μας είναι ξένη και ψυχρή για τους ανθρώπους που ενδεχομένως αγαπάμε αλλά δεν συγχωρούμε; Συχνά λέμε στους άλλους “σε συγχωρώ, αλλά δεν ξεχνώ αυτό που μου έκανες”. Αυτό δυστυχώς είναι πλάνη, γιατί δεν μπορεί να υπάρχει συγχώρεση με σκιές και κηλίδες, όπως δεν θα ήταν χαρά το δείπνο της παραβολής, αν έμενε ο υιός με τα βρώμικα και κουρελιασμένα του ρούχα. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν μια παρωδία συγγνώμης, αν όχι εξουθένωση, περιφρόνηση και εξευτελισμός του αμαρτωλού γιου. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούμε να λέμε ότι έχουμε συγχωρέσει κάποιον, αν συνεχίζουμε να τον αντιμετωπίζουμε ως αμαρτωλό και βδελυρό. Είναι βέβαια δύσκολο, και είναι δύσκολο γιατί αποτελεί ένα άθλημα αγάπης.

Ας μη ξεχνάμε όμως ότι ουδέποτε ο Χριστός στάθηκε στην αμαρτία, ουδέποτε κατέκρινε κανένα, αλά αντιθέτως τόνισε τη σημασία και το μεγαλείο της μετάνοιας και τη χαρά που αυτή προξενεί, λέγοντάς μας μεταξύ άλλων ότι “αληθινά, γίνεται μεγάλη χαρά στον ουρανό για έναν άνθρωπο που μετανοεί, παρά για ενενήντα εννέα  δίκαιους που δεν έχουν ανάγκη μετανοίας” (Λουκ. 25, 7).

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή της Απόκρεω

Ἀληθὴς νηστεία ἡ τοῦ κακοῦ ἀλλοτρίωσις

 

 

            Κυριακή της Απόκρεω σήμερα, και κατά το επικρατούν έθος είναι η τελευταία ήμερα κατά την οποία κρεωφαγούμε, καθώς σε μία εβδομάδα αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η περικοπή από την πρώτη προς Κορινθίους επιστολή του αποστόλου Παύλου αναφέρεται μεν στο θέμα που είχε προκύψει την εποχή εκείνη, εάν δηλαδή επιτρέπεται οι χριστιανοί να τρώνε από τα ειδωλόθυτα, ωστόσο διατυπώνει δύο βασικές αρχές οι οποίες έχουν άμεση σχέση με την νηστεία.

            Η πρώτη, βρίσκεται στα εξής λόγια: «η τροφή δεν καθορίζει την θέση μας απέναντι στον Θεό· γιατί ούτε εάν φάμε αποκτάμε κάτι παραπάνω, ούτε εάν δεν φάμε στερούμαστε κάτι». Η τροφή δηλαδή αυτή καθαυτή, μάς λέει ο απόστολος, δεν καθαρίζει τον άνθρωπο ούτε πάλι τον μολύνει, αλλά είναι αδιάφορη πνευματικά και από τη φύση της καθαρή, ως μέρος της καλής λίαν δημιουργίας του Θεού. Εξάλλου, και ο Κύριος τόνισε με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν μολύνουν τον άνθρωπο αυτά που εισέρχονται από το στόμα του, δηλαδή οι τροφές, αλλά όσα εξέρχονται από το στόμα του. Γιατί τα εξερχόμενα από το στόμα εξέρχονται από την καρδιά, και αυτά είναι οι πονηροί διαλογισμοί, οι φόνοι, οι μοιχείες, οι πορνείες, οι κλοπές, οι ψευδομαρτυρίες, οι βλασφημίες [1].

            Αυτή η αλήθεια πολλές φορές διαφεύγει της προσοχής μας, με αποτέλεσμα να νομίζουμε ότι αρκεί να νηστέψουμε λίγες ημέρες και αυτόματα θα γίνουμε καθαροί στα μάτια του Θεού. Ειδικά κατά τις περιόδους των νηστειών διυλίζουμε τις τροφές, μήπως και περιέχουν κρυμμένη καμία ουσία η οποία θα μάς «κολάσει» ή θα μάς μολύνει ή θα καταστρέψει τον τόσο επιμελή αγώνα μας προκειμένου να ανακαλύψουμε εύγευστα «νηστίσιμα» εδέσματα. Με άλλα λόγια, όχι μόνο λησμονούμε την διδασκαλία του Ευαγγελίου, αλλά στο όνομα δήθεν του Ευαγγελίου νομίζουμε ότι οι υλικές τροφές παράγουν πνευματικές ευεργεσίες. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, γι αυτό ας μη γινόμαστε σαν τους φαρισαίους της εποχής του Χριστού, ας μη πολυπραγμονούμε δηλαδή για τις τροφές, παραθεωρώντας κάθε επιμέλεια για την καρδιά μας.

            Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, μιας που σε λίγες ημέρες θα εισέλθουμε στην κατεξοχήν περίοδο νηστείας, στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η νηστεία δεν είναι μέσο εξαγνισμού· δεν ζούμε στην περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, δεν έχουμε ανάγκη από έργα εξαγνισμού, από θυσίες κλπ, γιατί θυσιάστηκε ο Χριστός μία φορά και διαπαντός και προσέφερε το αίμα του λύτρον αντί πολλών. Η νηστεία είναι άσκηση, και η άσκηση δεν είναι από μόνη της αρετή αλλά μέσον για την απόκτηση των αρετών. Με ποιον τρόπο; Γιατί η νηστεία είναι ο απλούστερος τρόπος για να περιορίσουμε τις επιθυμίες μας, τις σκέψεις μας, τους λογισμούς που κατακλύζουν την ψυχή μας και τα πάθη μας που συνεπακόλουθα προέρχονται από τους λογισμούς και τις επιθυμίες. Στην επιθυμία του σώματός μας να τραφεί, βάζουμε μέτρο, στην επιθυμία της γεύσης να ευφρανθεί, περιοριζόμαστε σε απλά φαγητά. Και στη συνέχεια, μέσα από την άσκηση της νηστείας, μαθαίνουμε να βάζουμε μέτρο και φρένο σε κάθε επιθυμία, στην κατάκριση, στο κουτσομπολιό, στην αργολογία, στην χλιδή, στην πολυτέλεια, στην κάθε αμαρτία η οποία μολύνει την σάρκα και το πνεύμα μας. Αυτή είναι η πραγματική διάσταση και η λειτουργία της νηστείας, και για τον λόγο αυτό ο Μέγας Βασίλειος υπογραμμίζει ότι δεν επαρκεί από μόνη της η αποχή από τις τροφές, ώστε η νηστεία να είναι επαινετή, αλλά ας νηστέψουμε νηστεία δεκτή, ευάρεστη στον Θεό. Αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από το κακό, η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από τον θυμό, ο χωρισμός μας από τις επιθυμίες, από την καταλαλιά, από το ψέμα, από την επιορκία. Νηστεία αληθινή είναι η φτώχεια από όλα τούτα, και μόνο τότε είναι καλή και ωφέλιμη η νηστεία [2].

            Η δεύτερη βασική αρχή την οποία διατυπώνει ο απόστολος Παύλος έχει να κάνει με την διάκριση προς τους αδελφούς μας· «εάν η τροφή» λέει, «σκανδαλίζει τον αδερφό μου, δεν πρόκειται να φάω ποτέ κρέας». Και εδώ χρειάζεται προσοχή, ώστε να μη πέσουμε στα άκρα. Πολλοί ερμηνεύουν την λέξη «σκανδαλίζομαι» με φαρισαϊκό τρόπο, δηλαδή μόλις δούνε κάποιον για παράδειγμα να τρώει σε ημέρα νηστείας σπεύδουν να δηλώσουν ότι σκανδαλίστηκαν, κρύβοντας πίσω από την λέξη αυτή ένα βάθος υπερηφάνειας και κατάκρισης. Ο απόστολος Παύλος αμέσως πιο πάνω εξηγεί ότι «σκανδαλίζω» σημαίνει ότι οικοδομώ με λάθος τρόπο τον πνευματικά αδύναμο αδελφό μου, τού καλλιεργώ δηλαδή άθελά μου μία πλάνη αναφορικά με την ουσία της πίστεώς μας. Επομένως, όλοι όσοι δηλώνουν ότι «σκανδαλίζονται» επειδή οι αδελφοί τους δεν έχουν διαγωγή άψογη και άμεμπτη σαν την δική τους, δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που μάς λέει ο απόστολος. Αξιοσημείωτη επίσης είναι η υπερβολή την οποία χρησιμοποιεί ο απόστολος Παύλος. Θα περίμενε δηλαδή κανείς να πει ότι εάν ο αδελφός μου σκανδαλίζεται που τρώω από τα ειδωλόθυτα, τότε δεν πρόκειται να φάω ποτέ από τα ειδωλόθυτα· δηλώνει όμως ότι δεν θα φάει ποτέ κρέας, θέλοντας να δείξει ότι προτεραιότητα δεν έχει η δική του άνεση αλλά η οικοδομή και η ενίσχυση του αδύναμου, το τονίζω, πνευματικά αδελφού μας.

            Υπάρχουν αρκετές ιστορίες από την ζωή των αγίων, ακόμα και των μεγάλων ασκητών της ερήμου, οι οποίες μάς δείχνουν ότι προτεραιότητα έχει η αγάπη προς τους αδελφούς μας και όχι η τροφή ή η νηστεία αυτή καθαυτή. Γι αυτό και πολλές φορές κατέλυαν την νηστεία για να μην τούς στεναχωρήσουν, ενώ άλλες φορές έκαναν περισσότερη προκειμένου να παρακαλέσουν τον Κύριο να ενισχύσει τούς ανίσχυρους. Και όχι μόνο δεν «σκανδαλίζονταν» οι ίδιοι από τυχόν ατοπήματα των αδελφών, αλλά έσπευδαν να τα καλύψουν και να τούς ενισχύσουν με μύριους όσους τρόπους, και μάλιστα αθόρυβα.

            Καθώς λοιπόν εισερχόμαστε στο στάδιο της νηστείας, ας διατηρήσουμε αυτές τις δύο πνευματικές αρχές· πρώτον, ότι η νηστεία είναι άσκηση και τότε μόνο είναι αρεστή στον Θεό, όταν δηλαδή συνοδεύεται και με την εγκράτεια από τα πάθη· και δεύτερον, ότι πάνω από την νηστεία και πάνω από κάθε τροφή βρίσκεται η αγάπη και η φροντίδα για τους αδελφούς μας, και κυρίως προκειμένου να οικοδομούνται πνευματικά οι ασθενέστεροι από εμάς. Αμήν.

________

[1] Ματθ. 15.10-20: «Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον εἶπεν αὐτοῖς· Ἀκούετε καὶ συνίετε· οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ· Οἶδας ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίσθησαν ἀκούσαντες τὸν λόγον; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· Πᾶσα φυτεία ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται. ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοί τυφλῶν· τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Φράσον ἡμῖν τὴν παραβολήν ταύτην. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε; οὐ νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον εἰς τὸ στόμα εἰς τὴν κοιλίαν χωρεῖ καὶ εἰς ἀφεδρῶνα ἐκβάλλεται; τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον. ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι. ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον· τὸ δὲ ἀνίπτοις χερσὶ φαγεῖν οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον».

[2] «Οὐ μέντοι ἐξαρκεῖ καθ΄ ἑαυτὴν ἡ ἀποχὴ τῶν βρωμάτων πρὸς τὴν ἐπαινετὴν νηστείαν͵ ἀλλὰ νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτὴν͵ εὐάρεστον τῷ Θεῷ. Ἀληθὴς νηστεία ἡ τοῦ κακοῦ ἀλλοτρίωσις͵ ἐγκράτεια γλώσσης͵ θυμοῦ ἐποχὴ͵ ἐπιθυμιῶν χωρισμὸς͵ καταλαλιᾶς͵ ψεύδους͵ ἐπιορκίας. Ἡ τούτων ἔνδεια νηστεία ἐστὶν ἀληθής. Ἐν τούτοις μὲν οὖν ἡ νηστεία καλόν».  Ομιλία δεύτερη περί νηστείας, PG 31.196

“ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ”

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή της Τυρινής

 

Η περικοπή από την προς Ρωμαίους επιστολή, την οποία ακούσαμε σήμερα, μάς εισάγει στο πνεύμα της αληθινής νηστείας, μιας που από αύριο αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή.  Αδελφοί, μας λέει, σήμερα η σωτηρία είναι πολύ πιο κοντά από τότε που πιστέψαμε. Η νύχτα έχει προχωρήσει, έχει φτάσει η ημέρα. Ας αποθέσουμε επομένως τα έργα του σκότους και ας ενδυθούμε τα όπλα του φωτός. Ας περπατήσουμε όπως όταν είναι ημέρα, όχι σε φαγοπότια και μεθύσια, όχι σε ανηθικότητες και ασέλγειες, όχι σε έριδα και ζήλεια, αλλά ενδυθείτε τον Κύριο Ιησού Χριστό, και μη προνοείτε για της επιθυμίες της σάρκας. Τον δε ασθενή στην πίστη να τον δέχεστε, χωρίς να κρίνετε τις γνώμες του. Ο ένας πιστεύει ότι μπορεί να φάει από όλα, ο ασθενής όμως τρώει λάχανα. Εκείνος που τρώει ας μη εξουθενώνει εκείνον που δεν τρώει, και εκείνος που δεν τρώει ας μην κρίνει εκείνον που τρώει, γιατί ο Θεός τον δέχτηκε. Εσύ ποιος είσαι που κρίνεις ξένον υπηρέτη; στον δικό του Κύριο στέκεται ή πέφτει, κι όμως θα σταθεί· γιατί ο Θεός έχει την δύναμη να τον κάνει να σταθεί.

Αλήθεια, τι να θαυμάσει κανείς πρώτο από την διάκριση με την οποία θέτει την διάσταση και την σημασία της νηστείας; πρώτα από όλα την συνδέει με το πρόσωπο του Χριστού, όταν μάς λέει να ενδυθούμε τον Χριστό και να μη προνοούμε για τις γήινες επιθυμίες. Άρα, η νηστεία αποτελεί περιφρόνηση των κάθε είδους επιθυμιών και δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί χωρίς την χάρη και την δύναμη του Χριστού. Γι αυτό μάλιστα τονίζει στο τέλος ότι ο Θεός έχει την δύναμη να στηρίξει, και να ανορθώσει ακόμα και εκείνους που πέφτουν.

Η ημέρα η οποία έφτασε δεν είναι άλλη από την παρουσία του Χριστού, από την ζωηφόρο Ανάστασή του. Καθώς λοιπόν ετοιμαζόμαστε να υποδεχτούμε τούτο το ανέσπερο φως, μάς παροτρύνει να εγκαταλείψουμε τα έργα του σκότους και να ενδυθούμε τα όπλα του φωτός, γιατί από μόνη της η νηστεία δεν αρκεί, εάν ο αγώνας μας δεν επεκτείνεται και στα σημεία τα οποία απαριθμεί. Τα έργα του σκότους είναι φορτίο βαρύ για την ψυχή, γιαυτό λέει να τα αποθέσουμε. Όταν αναφέρεται στα φαγοπότια και στις μέθες, ο απόστολος Παύλος υποδηλώνει την φιλαυτία, με τις κοίταις (=κρεβάτια) και τις ασέλγειες υπονοεί την φιληδονία και με την έριδα και τον ζήλο φανερώνει την φιλαρχία, τα τρία κακά τα οποία κατά τους Πατέρες ταλαιπωρούν τους χριστιανούς. Την φιλαργυρία δεν την αναφέρει, είτε επειδή η κοινοκτημοσύνη ήταν κανόνας στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες είτε γιατί δύναται να ενταχθεί στην φιλαυτία, μαζί με τις άλλες αμαρτίες που ικανοποιούν την σάρκα.

Και μιας που αναφερθήκαμε στην «σάρκα», στην Καινή Διαθήκη η λέξη αυτή δεν σημαίνει την υλική φύση του ανθρώπου, δηλαδή το σώμα του ή τις ανάγκες και φυσιολογικές, αδιάβλητες επιθυμίες που αυτό γεννά. Μια τέτοια θεώρηση οδηγεί ευθέως στον μανιχαϊσμό. Όταν ο Χριστός, οι Απόστολοι, ή οι Πατέρες της Εκκλησίας αναφέρονται στην σάρκα, εννοούν το σαρκικό ή κοσμικό φρόνημα. Επομένως, ο Απόστολος Παύλος μάς καλεί να ξεφορτωθούμε τα έργα του σκότους - δηλαδή την φιλαυτία, την φιληδονία και την φιλαρχία - και να ενδυθούμε τα όπλα του φωτός, δηλαδή την νηστεία και την εγκράτεια, την σεμνότητα και την σωφροσύνη, την ειρήνη και την αγάπη, να ενδυθούμε τον ίδιο τον Χριστό και να μην ασχολούμαστε με την ικανοποίηση επιθυμιών που προκαλούνται ή οφείλονται στο κοσμικό φρόνημα.

Μάς εφιστά στη συνέχεια την προσοχή, ώστε να δεχόμαστε με αγάπη τους ασθενέστερους αδελφούς μας και να μη τους κρίνουμε, πολλώ δε μάλλον να μη τους κατακρίνουμε. Γι αυτό και λέει ρητά, ότι αυτός που τρώει να μη καταπιέζει εκείνον που νηστεύει, και εκείνος που νηστεύει να μη κρίνει αυτόν που τρώει. Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εξηγεί ως εξής: «Είναι καλόν η παρθενία, αλλά εάν παντρευτείς δεν αμάρτησες. Είναι καλό να νηστεύει κανείς κάθε ημέρα, αλλά εκείνος που νηστεύει να μη κρίνει εκείνον που τρώει. Σε αυτά τα θέματα ούτε να νομοθετεί, ούτε να πιέζει, ούτε να πειθαναγκάζει πρέπει κανείς το ποίμνιο που τού εμπιστεύτηκε ο Θεός, αλλά μάλλον με πειθώ και ηπιότητα, και με λόγο μεστό να τούς τα υπενθυμίζουμε» [1]. Επομένως, όσοι από εμάς επιθυμούμε να νηστέψουμε ή έτσι μάς έχει ορίσει ο Πνευματικός, ας μη προσπαθούμε να βάλουμε τους αδελφούς μας μέσα στο καλούπι της δικής μας άσκησης ή του δικού μας πνευματικού αγώνα. Εάν ήταν έτσι, τότε δεν θα είχαμε ανάγκη από τον Πνευματικό, ο οποίος ζυγίζει τις δυνάμεις και τις ανάγκες κάθε ανθρώπου χωριστά και αναλόγως ορίζει τα πνευματικά φάρμακα και το μέτρο και την ένταση της άσκησης.

Γι αυτό ας μη μολύνουμε την νηστεία με την κατάκριση· όλοι είμαστε παιδιά του Θεού, και στον Θεό οφείλουμε να αποδώσουμε λόγο ο καθένας για τις δικές του πράξεις, λογισμούς και παραλείψεις. Ούτε πάλι τα καλά μας έργα είναι αυτά που μάς σώζουν, αλλά η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού, ο οποίος μακροθυμεί και αναπληρώνει τις δικές μας αδυναμίες και μάς προσφέρει καθημερινά ευκαιρίες για να τον πλησιάσουμε και να γίνουμε κοινωνοί της αγάπης του. Επομένως, ας αγωνιστούμε έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, τα οποία συνοψίζει με απλότητα ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, λέγοντας τα εξής: «η αληθινή νηστεία είναι η αποχή από κάθε κακό. Ας νηστέψουμε λοιπόν πρώτα από τους πονηρούς λογισμούς που κατοικούν στην καρδιά και μάς φλογίζουν με έκτοπες επιθυμίες... ας νηστέψουμε και κατά δεύτερο λόγο από την ποσότητα και από την ποιότητα των τροφών σε τέτοιο βαθμό, όσο η δύναμη του σώματός μας αντέχει. Γιατί, λέει ο απόστολος, ο καθένας καθώς προαιρείται στην καρδιά του, όχι εξαιτίας λύπης ή ανάγκης, διότι το ιλαρόν αγαπά ο Θεός και το κατά δύναμιν» [2]. Αμήν.

 Π. Χ.Β

___________

[1] Λόγος περί τῶν ἁγίων νηστειῶν, PG 95.68

[2] Επιστολή Κατηχητική



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 75 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ