«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Ἀρχή Τριωδίου, Τελώνου καί Φαρισαίου

(Λουκᾶ ιη΄ 10-14)

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ εἰσήλθαμε στήν κατανυκτική περίοδο τοῦ Τριωδίου, ἡ ὁποία λαμβάνει τήν ὀνομασία της ἀπό τό Βιβλίο τοῦ Τριωδίου, πού σήμερα ἀνοίγεται πάνω στό Ψαλτήριο γιά νά συντροφεύει τήν τέλεση τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν, ἕως καί τό Μεγάλο Σάββατο τό πρωί.

Οἱ ὕμνοι τοῦ Τριωδίου, ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων γιά τό Τριώδιο καί ὅλη ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας τήν περίοδο αὐτή, μᾶς προτρέπουν νά ζήσουμε μέ περισσότερη προσευχή, μέ σταδιακά καλύτερη νηστεία, ὑλική καί πνευματική, μέ ἐντονώτερη συμμετοχή στή λειτουργική-μυστηριακή ζωή, κοσμώντας τούς ἑαυτούς μας μέ ἔργα ἀγάπης καί ἀρετές, ὥστε μετά ἀπό ἕνα ταξίδι σχεδόν δυόμισυ μηνῶν νά αἰσθανόμαστε περισσότερο πόθο γιά τόν Χριστό καί τήν σωτηρία μας.

Ἡ σημερινή Κυριακή τοῦ Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου, λαμβάνει τήν ὀνομασία της ἀπό τήν συνώνυμη παραβολή τοῦ 18ου κεφαλαίου τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Λουκᾶ. Στό κεφάλαιο αὐτό ὁ Κύριoς Ἰησοῦς Χριστός, μέσα ἀπό τήν ἄγνωστη ἐν πολλοῖς παραβολή τοῦ ἀδίκου κριτῆ καί τῆς χῆρας, μᾶς διδάσκει πρῶτα νά εἴμαστε σταθεροί καί ἐπίμονοι στήν προσευχή μας ζητώντας μέ θέρμη ψυχῆς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά ἐμᾶς ἤ τούς ἄλλους. Στή συνέχεια, γιά νά μάθουμε, πώς ἡ ταπείνωση εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση τῆς ἐπίμονης καί ἔνθερμης προσευχῆς, προβαίνει στήν ἀνατομία τῆς ψυχῆς ἑνός Τελώνη καί ἑνός Φαρισαίου, πού ἐκπροσωποῦν δύο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετους πνευματικούς κόσμους, κατά τήν ὥρα πού προσεύχονται.

Ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς πρός τόν Θεό εἶναι ἡ πλέον εὐγενής ἐκδήλωση τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς. Εἶναι ἡ ἀναπνοή τῆς ψυχῆς, ὅπως προσφυῶς μᾶς ἀφήνει νά καταλάβουμε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, λέγοντας «Μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον». Ὁ ἄνθρωπος ὁμιλεῖ μέ τόν Θεό γιά νά τόν εὐχαριστήσει γιά τίς εὐεργεσίες Του, ἀλλά καί γιά νά ζητήσει βοήθεια καί στηριγμό στίς θλίψεις καί προστασία στούς ἀγῶνες τῆς ζωῆς.

Ὁ Φαρισαῖος ἐκμεταλλεύεται τήν ὥρα τῆς προσευχῆς γιά νά ἀναδείξει τίς ἀρετές του. Νά ὑπογραμμίσει πόσο καλός ἄνθρωπος εἶναι καί πόσο σέβεται τά ὅσα ἐντέλλεται ὁ Θεός. Διαχωρίζει μάλιστα τήν θέση του ἀπό τούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι καί ἁμαρτίες διέπρατταν καί δέν τηροῦσαν τίς ἐντολές, ὅπως ἐκεῖνος.

Ὁ Θεός ὅμως ἀπέρριψε τήν φίλαυτη παράσταση τοῦ Φαρισαίου, ἐπειδή μέ τήν ὑπερήφανη προσευχή του οὐσιαστικά ἐμπαίζει τόν Θεό. Μπορεῖ νά τηροῦσε τίς τυπικές διατάξεις τοῦ Νόμου, ἀλλά δέν τό ἔπραττε ἀπό ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη πρός τόν Θεό. Τόν ἐνδιέφερε μόνο νά αὐτοθαυμάζεται γιά τίς ἀρετές του καί νά δείχνει τήν διαφορά του ἀπό τούς ἄλλους, τῶν ὁποίων γνώριζε τήν ἁμαρτία, ὄχι ὅμως τήν ταπεινή προσευχή καί τήν μετάνοιά τους. Ἀπό τά ὅσα λέει, νομίζοντας ὅτι προσεύχεται φαίνεται, πώς δέν εἶχε ἀνάγκη τόν Θεό καί πώς μέ τή ζωή του Τόν ὑποχρέωνε γιά τή σωτηρία του.

Κατ’ οὐσίαν ὅμως ἔθετε τόν Θεό στό περιθώριο τῆς ζωῆς του καί ἄρα καθιστοῦσεἀνενεργή τήν θεϊκή του Χάρη.

Τήν ἴδια στιγμή τό ἄλλο πρόσωπο τῆς παραβολῆς, ὁ Τελώνης στάθηκε στό κάτω μέρος τοῦ Ναοῦ καί μέ πόνο παρακαλοῦσε τόν Θεό νά τόν λυπηθεῖ, καθώς ἀναγνώριζε στή ζωή του τήν κατακυριαρχία τῆς ἁμαρτίας. Τά πονεμένα λόγια του, δείχνουν, πώς παρά τήν ἐγνωσμένη ἁμαρτία καί τά σφάλματά του, μόνον τόν Θεό ὑπολόγιζε στή ζωή του καί ζητοῦσε τό ἔλεός Του. Γι’αὐτό καί ὁ Θεός ἄκουσε τήν δέηση τοῦ Τελώνη. Τόν δικαίωσε γιά τήν ταπεινή, τήν καρδιακή του προσευχή, ὑπολογίζοντας στήν μετάνοιά του.

Πρίν βιασθοῦμε νά κατακρίνουμε τήν στάση τοῦ Φαρισαίου καί νά ἐπαινέσουμε τόν Τελώνη, ἄς σκεφθοῦμε λίγο:

Μήπως κι ἐμεῖς ὡς ἄνθρωποι, χωρίς ἴσως νά τό ἔχουμε συνειδητοποιήσει, μᾶς ἀρέσει νά διαφημίζουμε τίς ἀρετές, μέ τίς ὁποῖες μᾶς κόσμησε ὁ Θεός γιά νά διακονοῦμε και τούς ἄλλους καί νά Τόν δοξάζουμε μέ τη ζωή μας;

Μήπως θεωρήσαμε τούς ἑαυτούς μας ἐπαρκεῖς, ἐπειδή μέ τήν προσευχή, τόν ἐκκλησιασμό, τήν νηστεία ἤ τήν φιλανθρωπία μας, ἁπλῶς διακρινόμαστε ἀπό τούς ἄλλους;

Μήπως θεωροῦμε τούς ἄλλους ἁμαρτωλούς, ἐπειδή ὅπως νομίζουμε δέν προσεύχονται, δέν νηστεύουν, πέφτουν σέ ἁμαρτίες, πού γνωρίζουμε, ἀγνοοῦμε ὅμως τήν μεταμέλεια, τήν μετάνοια ἤ καί τήν πονεμένη τους προσευχή;

Μήπως θεωροῦμε τόν Θεό ὑποχρεωμένο νά μᾶς σώζει καί νά μᾶς γλιτώνει ἀπό δυσκολίες, πειρασμούς καί ἀσθένειες, ἐπειδή ἁπλῶς καί μόνον ἀκολουθοῦμε κάποιες τυπικές θρησκευτικές διατάξεις στή ζωή μας;

Καί τοῦτο εἶναι τό χειρότερο, διότι ἡ θρησκευτικότητά μας πολλς φορς καλύπτει μόνο τά ἐπιφανειακά γνωρίσματα τς ζως μας. Δέν πρέπει ὅμως νά ἐφησυχάζουμε. Ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ὁ ἐκκλησιασμός καί τόσα ἄλλα, πού συνηθίζουμε νά κάνουμε εἶναι τά μέσα γιά νά ἑλκύουμε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ὁ σκοπός. Ὁ σκοπός εἶναι ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό, ἡ ἀληθής παράθεση τῆς ψυχῆς μας στή Χάρη καί τό ἔλεός Του. Κι ἐκεῖ πρέπει νά μᾶς ὁδηγεῖ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν καί τῶν τυπικῶν διατάξεων, ὥστε νά ἀναδεικνύεται τ σύνολο καί τ βάθος τῆς κοινωνίας με Ἐκεῖνον. Γι’ αὐτό καί προτρεπόμαστε στίς λειτουργικές προσευχές «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα»

Δέν εἶναι δύσκολο νά ταυτισθοῦμε μέ τή φαρισαϊκή ὑψηγορία, τήν ὁποία κατακρίνει καί τό κοντάκιο τῆς ἡμέρας, ἰδιαίτερα στό σύγχρονο κόσμο μας, ὁ ὁποῖος συστηματικῶς ἀπωθεῖ τήν ταπεινή διάθεση, σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς ζωῆς.

Ἡ ἀσφαλιστική δικλεῖδα τῆς ταπεινῆς προσευχῆς, πού ἑλκύει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας. Ἡ ἐπίγνωση, ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί ὅτι μόνο ὁ Χριστός ἔχει καί τήν δύναμη, τόν τρόπο καί τήν διάθεση νά μᾶς συγχωρήσει, πρέπει νά χαρακτηρίζει τήν σχέση μας μαζί Του.

Τοῦτο ἀκριβῶς εἶχε καί ὁ Τελώνης, ὅπως καί οι ἄλλοι τελῶνες, σάν τόν Ζακχαῖο ἤ οἱ πόρνες, σάν κι ἐκείνη, πού ἄλειψε μέ μῦρο τά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Τοῦτο εἶχε καί ὁ συσταυρωθείς εὐγνώμων Ληστής. Βλέποντας δέ ὁ Χριστός τήν ἐνσυνείδητη πορεία τους πρός Αὐτόν, Τόν ὁποῖον μετά τήν ἐγκατάλειψη τῆς ἁμαρτίας ἀναγνωρίζουν ὡς Σωτῆρα καί Λυτρωτή, διακήρυξε πώς αὐτή ἡ καρδιακή τους ταπείνωση σέ συνδυασμό μέ τήν ἔμπρακτη μετάνοιά τους θά τούς ὁδηγήσουν στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. (βλ. Ματθ. κα΄ 31). Μακάρι κι ἐμεῖς νά διακριθοῦμε γιά τήν ταπείνωση καί τήν μετάνοιά μας ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν!

 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Τοῦ Ἀσώτου

(Λουκ. ιε΄ 11-32)

γαπητοί μου δελφοί,

κούσαμε τήν περασμένη Κυριακή γιά τήν ταπεινή προσευχή, ἡ ὁποία σέ συνδυασμό μέ τήν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτίας, θέτει τόν ἄνθρωπο στή διαδικασία τς μετάνοιας καί στό νά ἐμπιστεύεται τήν ζωή του στό Θεό.

Καί σήμερα, κούγοντας τήν παραβολή τοσώτου υοῦ ἤ τοῦ εὐσπλάγχνου Πατρός, ὅπως πολλοί τήν ἀποκαλοῦν, συνειδητοποιομε ατή τήν μεγάλη ἀλήθεια.

Ἡ κακοπάθεια τοῦ ἀσώτου υἱοῦ καί νοσταλγία τῆς πατρικῆς ἑστίας, σέ συνδυασμό μέ τή βέβαιη πίστη, ὅτι ὁ πατέρας ἐπειδή ἀκόμη τόν ἀγαπᾶ, θά τόν συγχωρήσει καί θά τόν δεχθεῖ, ἀνοίγουν τά μάτια τς ψυχς του καί αἰσθάνεται, πώς ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς εἶναι πλέον ὁ μόνος δρόμος τῆς ζωῆς του. Ἡ ἀπόφαση λοιπόν καί ἡ πραγμάτωση τῆς ἐπιστροφῆς του ὀνομάζεται μετάνοια.

Ἡ Μετάνοια πάντοτε ὁριοθετεῖ τή σχέση τῶν ἀνθρώπων πρός τόν Θεό. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ ἀναγκαιότητα τῆς μετανοίας ἀποτελεῖ πάντοτε τήν διήκουσα ἔννοια τοῦ κηρύγματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ λιτή, ἀλλά οὐσιαστική συνεκφορά λίγων λέξεων «Μετανοεῖτε, ἤγγικεν γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν», ταυτίσθηκε μέ τήν προφητική παρουσία τοῦ Τιμίου Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου καί ἔγινε τό κατ’ ἐξοχήν κήρυγμα μετανοίας, μέ τό ὁποῖο ξεκίνησε καί ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός τήν ἐπί γῆς σωτηριώδη οἰκονομία Του.

Ἡ μετάνοια εἶναι ὁ τρόπος γιά νά ἀνακαινίζει ὁ Χριστιανός τήν ψυχή του καί νά τήν καθαρίζει ἀπό τίς ἁμαρτίες, πού διαπράχθηκαν μετά τό βάπτισμα γι’ αὐτό ὀνομάζεται καί «δεύτερο βάπτισμα». Ἡ μετάνοια διαφυλάσσει καί διατηρεῖ τόν ἄνθρωπο ἐλεύθερο ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ διαβόλου. Γιά τοῦτον τόν λόγο ἀφορᾶ σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀνεξαρτήτως ἀξιωμάτων ἤ θέσεων, ἐκκλησιαστικῶν ἤ κοινωνικῶν.

μετάνοια, στήν ποία μς καλεκκλησία, δέν εναι μιά ψυχαναγκαστική λειτουργία. Δέν εναι να σύνολο κανόνων θικς καί τιμωρίας. Δέν εναι νας σκυθρωπός καί ἀκοινώνητος βίος. Ἡ μετάνοια, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, εἶναι στροφή πρός τά καλλίτερα (Ἔπη θεολογικά). Εἶναι τό δικαίωμα στήν ἀληθινή ζωή, ὅπως τό προσφέρει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, καθώς τόν καλεῖ νά ἐπιστρέψει ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά Τόν συναντήσει μέσα ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί κυρίως μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς Μετανοίας.

Τό μυστήριο τῆς μετανοίας, ὅπως καί τά ἄλλα μυστήρια διενεργεῖται ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, διά τῆς Ἱερωσύνης, πού ἐμπιστεύεται στούς Ἐπισκόπους καί δι’ ἐκείνων στούς Ἱερεῖς. Ἀπο κοινοῦ οἱ ἅγιοι Πατέρες θεωροῦν ὅτι ἡ ἀπελευθέρωση τῶν ψυχῶν ἀπό τό δεσμωτήριο τοῦ διαβόλου διά τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας εἶναι ἀπό τά κυριώτερα ἔργα τοῦ Ἱερέως.

Ἐκεῖ ὁ πιστός ἀνοίγει τήν καρδιά του, ὄχι στόν ἐξομολόγο, ἀλλά στόν ἴδιο τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀοράτως Παρών. Ὁ Χριστός ἀναδέχεται τήν ἐξομολόγηση τοῦ πιστοῦ, ὅπως ἀκριβῶς συνέβαινε κι ὅταν κάθε ἁμαρτωλός Τόν συναντοῦσε.

Ὅπως ὁ Ζακχαῖος γιά παράδειγμα ἤ καί σέ ἄλλες περιπτώσεις, πού περιγράφονται καί στά ἱερά Εὐαγγέλια. Ἡ εὐχή, πού διαβάζεται στή συνέχεια ἀπό τόν Ἐξομολόγο, πού ἔχει τό χέρι του πάνω στό κεφάλι τοῦ ἐξομολογουμένου ἀποτελεῖ τό ἁπτό σημεῖο τῆς παρουσίας τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦτο συνεπάγεται τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν καί τήν ἀναγέννηση τοῦ ἀνθρώπου, κάτι πού ἐπιβεβαιώνεται πανηγυρικά μέ τή θεία Κοινωνία, καθώς ὅταν μεταλαμβάνουμε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀκοῦμε τόν Ἱερέα νά λέει: «...εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν τήν αἰώνιον»!

Ἡ ἀληθής μετάνοια ὅμως γιά νά καρποφορήσει χρειάζεται τήν ἀπαραίτητη συντροφιά τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς καί γενικῶς τῆς προσπάθειας νά ζεῖ ὁ Χριστιανός σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὁ πιστός Χριστιανός δέν πρέπει νά στηρίζεται στόν ἑαυτό του καί νά ἀναβάλλει τήν μετάνοιά του, οὔτε νά περιμένει νά ἀρρωστήσει ἤ νά γηράσει γιά νά ἐξομολογηθεῖ. Ὅπως δέν πρέπει ποτέ νά ἀπελπίζεται ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του!

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει χαρακτηριστικά, ὅτι ὅσο μεγάλη κι ἄν εἶναι ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου, πάντως εἶναι μικρότερη ἀπό τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί χάνεται μέσα σ’αὐτήν, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τή σπίθα τῆς φωτιᾶς, πού χάνεται μέσα στό πέλαγος τῆς θάλασσας. Καί σκεφθεῖτε συνεχίζει, πώς τό πέλαγος ὅσο μεγάλο κι ἄν εἶναι μετριέται, ἐνῶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπεριόριστη! (βλ.PG 49.337.40). Γι’ αὐτό, ὅσο ζοῦμε πάνω στή γῆ, πάντοτε ὑπάρχει ἡ δυνατότητα τῆς μετανοίας.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πέρα ἀπό τούς λόγους καί τίς συμβουλές χειραγωγεῖ τίς ψυχές στήν μετάνοια καί μέσα ἀπό τήν λατρευτική της ζωή. Ἡ ἔναρξη κάθε ἀκολουθίας συνοδεύεται ἀπό τήν προσευχή «Βασιλεῦ Οὐράνιε Παράκλητε...» στήν ὁποίαν ζητεῖ ὁ λειτουργός ἐκ προσώπου καί τῶν πιστῶν τήν ἐνίσχυση καί τήν κάθαρση τῶν ψυχῶν ἀπό πάσης κηλῖδος. Ἡ Κυριακή προσευχή «Πάτερ ἡμῶν...» ζητεῖ τήν ἄφεση καί τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν, ἀνάλογα μέ τό κατά πόσο συγχωροῦμε κι ἐμεῖς τούς ἄλλους. Ὁ Πεντηκοστός ψαλμός τοῦ Δαϋίδ «Ἐλέησόν με ὁ Θεός...» δέν ἀπουσιάζει σχεδόν ἀπό καμμία μικρότερη ἤ μεγαλύτερη ἀκολουθία. Οἱ πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων εὑρίσκονται συνεχῶς στά χείλη τῶν πιστῶν, μέ σκοπό νά γίνουν καί τῆς καρδιᾶς τους ἡ φωνή, ἡ ἀπαραίτητη συνοδεία τῆς ἱκετήριας κραυγῆς «Κύριε ἐλέησον», μέ τήν ὁποίαν κατά συρροήν τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἐκλιπαρεῖ γιά τό μέγα καί θεῖο ἔλεος.

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μέ τή σταυρική Του θυσία, ἡ ὁποία ἔχει ἰσχύ στό διηνεκές, μᾶς ξεχρέωσε ἅπαξ καί διά παντός ἀπό τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας καί ἄνοιξε τόν Παράδεισο στόν ὁποῖον πρῶτος εἰσῆλθε ἕνας Ληστής, ὁ ὁποῖος ὅμως φάνηκε εὐγνώμων, ἐξομολογήθηκε πάνω στό σταυρό του, ζήτησε καί ἔλαβε τό θεῖο ἔλεος.

Ἄς προβληματισθοῦμε λοιπόν, ποιός εἶναι ἀλήθεια αὐτός, πού ἄν τοῦ χάριζαν τό χρέος ἤ τήν ὀφειλή του, δέν θά ἔτρεχε νά ἀποδεχθεῖ τήν δωρεά καί νά εὐχαριστήσει τόν δωρητή;

Ἄς σκεφθοῦμε πώς σήμερα ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής χρησιμοποίησε τήν ἔκφραση «ναστάς πορεύσομαι», γιά νά δείξει πώς ἡ μετάνοια δέν εἶναι μιά πλή πορεία πιστροφῆς, λλά νάσταση, νίκη τς ληθινς ζως πάνω στήν ἁμαρτία καί τόν θάνατο, τό δῶρο τοῦ Χριστοῦ πρός ὅλους μας τό πολύτιμο καί ἀνεκτίμητο!

Ἡ ἀληθινή μετάνοια ἀνοίγει τόν Παράδεισο. Στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας γίνεται αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Παράδεισος! Ἄς ζήσουμε αὐτή τήν ἐμπειρία! Ἀμήν

 

 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Τῆς Ἀπόκρεω

(Ματθαίου κε' 31-46.)

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ σημερινή Κυριακή, ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω. Εἶναι ἡ Κυριακή κατά τήν ὁποία ποκρεύουμε, τρμε δηλ. γιά τελευταία φορά κρέας πρίν τό Πάσχα. Στὴ διάρκεια τῆς ἑβδομάδας ποὺ ἀκολουθεῖ μέ μιὰ περιορισμένη νηστεία ἀποχῆς κρέατος, ἡ Ἐκκλησία ἀρχίζει νὰ μᾶς «προσαρμόζει» σιγά-σιγά στὴ μεγάλη προσπάθεια ποὺ θὰ ἀπαιτήσει ἀπὸ ἐμᾶς ἑπτὰ μέρες ἀργότερα, ὅταν θά ξεκινᾶ ἡ ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ἡ σταδιακή ἀποχή ἀπό τίς τροφές σκοπό ἔχει νά μᾶς ὠθήσει στήν ἀποχή ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.

Τήν ἴδια ἡμέρα μέσα ἀπό τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς ὁμιλεῖ γιά τήν Δευτέρα Παρουσία Του καί τήν κρίση πού θά διενεργήσει.

Ἡ βεβαιότητα τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου ἀποδεικνύεται μέ εὐχέρεια τόσο ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ὅσο καί ἀπό τή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας, ὅπου βιώνεται ὄχι ὡς κάτι ἁπλῶς ἱστορικά αναμενόμενο, ἀλλά ὡς «γεγονός», ὅπως καί ἡ πρώτη.

Ἡ πρώτη παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἦταν ταπεινή καί ἦρθε γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος. Ἡ δεύτερη θά εἶναι ἔνδοξη καί θά ἔρθει γιά νά κρίνει τόν κόσμο. Μᾶς διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός στό σημερινό εὐαγγέλιο. Τό ἀνήγγειλαν οἱ Προφῆτες στήν Παλαιά Διαθήκη, τό διαλάλησαν οἱ Ἄγγελοι κατά τήν θεία Ἀνάληψη, οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι στά κηρύγματά τους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τό ἐπισημαίνει, στούς Ἀθηναίους, ὅπως μαρτυροῦν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί οἱ ἐπιστολές του: ἡ A΄ πρός τούς Κορινθίους (κεφ. ιε΄) καί ἡ Α΄πρός τούς Θεσσαλονικεῖς (κεφ. δ΄). Ὅλοι ὁμιλοῦν γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τήν κοινή ἀνάσταση ὅλων κατά τήν Δευτέρα Παρουσία καί τήν καθολική κρίση, δόγματα τῆς πίστεώς μας, πού καθιστοῦν τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας «καινή διδαχή» (Βλ. Πραξ. ιζ, 19).

Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη παράδοσή μας ἀκόμη κι ὁ Ἐξάψαλμος ἐπέχει συμβολικά θέση τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Προεικονίζει, ὅπως λέγεται, τόν χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια τῆς ὁποίας με φόβο και τρόμο θα ἀναμένουμε την τελική κρίση Του για ἐμάς. Γι’αὐτό ἀμέσως μετά ἀκολουθεῖ τό «Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν» μέ τό ὁποῖο ὁμολογοῦμε τήν πρώτη ἐπί γῆς παρουσία τοῦ Κυρίου μας καί ἕπεται συναπτόμενο τό «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» μέ τό ὁποῖο ὁμολογοῦμε τήν ἀνέγκλητη βεβαιότητα τῆς Δευτέρας ἐπί γῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἄλλη μία ἐμπειρική διαπίστωση τῆς Ἐκκλησίας μας γιά τήν Δευτέρα Παρουσία εἶναι, ὅταν στή διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας ὁ Ἱερέας πρίν ἐκφωνήσει «Τά σά ἐκ τῶν σῶν...», λέει:«Ἔχοντας θυμηθεῖ λοιπόν αὐτῆς τῆς σωτήριας ἐντολῆς καί ὅλων ὅσα ἔγιναν γιά χάρη μας, τά ὁποῖα εἶναι ὁ σταυρός, ὁ τάφος, ἡ τριήμερη ἀνάσταση, ἡ ἀνάληψη στούς οὐρανούς, ἡ καθέδρα στά δεξιά του Πατέρα, ἡ δεύτερη καί ἔνδοξη πάλι παρουσία...», θεωρώντας τήν Δευτέρα Παρουσία τόσο βέβαιη, σάν νά ἔχει ἤδη γίνει.

Κατά τήν Δευτέρα Παρουσία, ὅπως ὁμολογοῦμε καί στά δύο τελευταῖα ἄρθρα τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως «Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» θά ἀναστηθοῦν τά νεκρά σώματα τῶν κεκοιμημένων καί θά εἰσέλθουν σ’ αὐτά οἱ ζῶσες ψυχές τους, πού βρίσκονται σέ κατάσταση ἀναμονῆς καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θα σταθοῦμε μπροστά στόν Χριστό, γιά νά μᾶς κρίνει. (Ἄς σημειώσουμε ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, ὅτι αὐτό εἶναι ἕνα σημαντικό ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς θεωρίας τῆς μετενσάρκωσης ἤ μετεμψύχωσης, πού διδάσκουν κάποια ἀνατολικά θρησκεύματα.)

Ὁ Χριστός ὡς κριτήριο δέν θέτει κάτι δύσκολο ἤ ἀκατόρθωτο, ἀλλά κάτι ἁπλό καί ταπεινό, πού μπορε κάθε νθρωπος νά κάνει. Θέτει τήν ἔμπρακτη ἀγάπη μας, ὡς ἀπόρροια τῆς πίστης μας καί τῆς ἐμπιστοσύνης μας σ’ Ἐκεῖνον καί τήν πρόνοιά Του.

ταν περισσεύει πό τό τραπέζι μας να κομμάτι ψωμί γιά τόν πεινασμένο, να ποτήρι νερό γιά τόν περαστικό καί ἀπό τήν καρδιά μας νας ζεστός λόγος γιά τόν λυπημένο, μία συμπαράσταση γιά τόν φυλακισμένο, μία φροντίδα γιά τόν ἐμπερίστατο, μία ἀγκαλιά γιά τόν γέροντα, λίγη περίθαλψη στόν ρρωστο καί μία ἐνθύμιση γιά τόν ξεχασμένο, ὅλα αὐτά ὁ Χριστός τά δέχεται καί θά μᾶς τά ἀνταποδώσει, γιατί, ὅπως τόνισε, ζε στό πρόσωπο, τοῦ ἐλάχιστου ἀδελφοῦ, πού δέχεται τήν γάπη καί τό νδιαφέρον μας.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας περιγράφοντας τόν ἔνδοξο ἐρχομό Του χρησιμοποιεῖ τόν χρονικοϋποθετικό σύνδεσμο ὅταν. Αὐτό συμβαίνει γιά νά μᾶς διαβεβαιώσει πώς θά ξαναέλθει μέν, χωρίς ὅμως νά μᾶς γνωρίσει τόν ἀκριβῆ χρόνο, τό πότε ἀκριβῶς δηλαδή θά γίνει ἡ Δευτέρα Παρουσία. Οἱ Μαθητές θέλησαν νά μάθουν, ὅμως δέν τούς τό φανέρωσε ὁ Χριστός. Καί τοῦτο, ὅπως ἑρμηνεύουν οἱ Πατέρες, γιά νά εἴμαστε πάντοτε σέ ἐτοιμότητα καί ἐγρήγορση πνευματική. Δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγει δέ, ὅτι αὐτή ἡ ἐτοιμότητα ἔχει ἄμεση σχέση μέ τό μυστήριο τῆς μετανοίας, στό ὁποῖο ζητοῦμε τή θεία συγγνώμη γιά τά ἐσφαλμένα μας, ὥστε νά μή χρειασθεῖ νά «ἐλέγξει ὁ Χριστός τίς πράξεις μας ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων» καί νά πρέπει ν’ ἀπολογηθοῦμε γι’ αὐτές.

Κι ἐμεῖς λοιπόν αὐτήν τήν ἴδια πίστη κρατοῦμε. Ἡ Δευτέρα Παρουσία εἶναι περισσότερο ἀπό βέβαιο ὅτι θά γίνει! Δέν ξέρουμε ὅμως πότε. Αὐτό που ξέρουμε μέ βεβαιότητα εἶναι, ὅτι ὅσο περνᾶ ὁ καιρός, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε σ’ ἐκείνη τήν ἡμέρα. Κι ἀκόμη, πώς κι ἐμεῖς τήν στιγμή, κατά τήν ὁποία θά φύγουμε ἀπό αὐτόν τόν μάταιο κόσμο θά ζήσουμε μία «μικρή» (ἀς ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση) Δευτέρα Παρουσία. Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡ ψυχή τοῦ κεκοιμημένου κρίνεται μερικῶς ἀπό τόν Χριστό καί κατατάσσεται σέ κατάσταση πρόγευσης παραδείσου ἤ κολάσεως, ἐν ἀναμονῇ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. Γι’ αὐτό καί χθές τό Ψυχοσάββατο, θυμηθήκαμε τούς κεκοιμημένους μας καί προσευχηθήκαμε ἐκτενῶς, γιά τήν ἀνάπαυση τῆς ψυχῆς τους. Γιά τόν ἴδιο λόγο προσευχόμαστε ἰδιαιτέρως καί τίς πρῶτες σαράντα ἡμέρες μετά τόν θάνατο κάποιου, ὥστε μετά τήν μερική κρίση νά τήν ἀναπαύσει ὁ Χριστός τήν ψυχή του καί στήν τελική τῆς Δευτέρας Παρουσίας νά τήν συγχωρήσει κατά τό μέγα Του ἔλεος.

Ἡ σημερινή ἡμέρα φανερώνει, πώς οἱ Ἀπόκριες, ὅπως συνηθίζουμε νά καλοῦμε αὐτές τίς ἡμέρες εἶναι καιρός ἀπολογισμοῦ καί μετανοίας, ὥστε ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα νά δώσουμε τήν καλή ἀπολογία στόν Οὐράνιο Κριτή, ὅπως εὐχόμαστε στή θεία Λειτουργία «...καί καλήν ἀπολογίαν τήν ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα». Ἀμήν.

 

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2015

Τῆς Τυρινῆς

(Ματθ. ς΄ 14-21)

Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοί,

Ἡ σημερινή Κυριακή τῆς Τυρινῆς μᾶς φέρνει στό κατώφλι τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας παρομοιάζει μέ ἕνα ὄμορφο θαλασσινό ταξίδι.

Ἕνα ταξίδι πνευματικό ξεκινᾶ ἀπό αὔριο, Καθαρά Δευτέρα ἕως καί τήν Παρασκευή πρό τοῦ Λαζάρου, μέ κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα τήν προσευχή, τήν ἔντονη λατρευτική ζωή καί τή νηστεία καί σκοπό τήν πνευματική προετοιμασία μας, γιά νά προσκυνήσουμε τά ἄχραντα Πάθη καί τήν ζωοποιό Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Νά ἑορτάσουμε τό ἐτήσιο Πάσχα καί νά λάβουμε ἀφορμή νά ἑορτάζουμε τό Πάσχα καί κάθε Κυριακή τοῦ χρόνου.

Ἡ Ἐκκλησία καλεῖ ὅλους μας γιά 40 ἡμέρες νά μιμηθοῦμε τόν Θεάνθρωπο Κύριό μας, ὁ Ὁποῖος πρίν ξεκινήσει τήν ἐπί γῆς δημόσια δράση του γιά τή σωτηρία μας νήστευσε στν ρημο 40 ἡμερονύκτια. Κατόπιν ἀντιμετώπισε τος γνωστος τρες πειρασμος το διαβλου (Βλ. Ματθ. δ, 1-11), ὁ πρῶτος ἀπό τούς ὁποίους σχετίζεται μέ τήν τροφή. Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ὁ Ἀδάμ νικήθηκε ἀπό τόν πειρασμό τῆς τροφῆς καί ἔχασε τήν ὡραιότητα τοῦ Παραδείσου. Ὅμως ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Χριστός, ὡς ἀπόγονος καί ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους θά λέγαμε, ἐνίκησε τόν διάβολο καί θριάμβευσε ἐπί τοῦ πειρασμοῦ στόν ὁποῖον καταδέχθηκε νά ὑποβληθεῖ γιά νά μᾶς ἀποδείξει τήν ἄμετρη συμπάθειά Του, στόν ἀγῶνα μας ἐναντίον τῶν πειρασμῶν.

Ὡς πιστοί Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, λοιπόν κι ἐμεῖς, καθώς προετοιμαζόμαστε νά ἑορτάσουμε τήν ἀπόλυτη νίκη τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ ἐπί τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου, ἀποδυόμαστε μέ τή σειρά μας σέ ἕνα ἀνλογο πνευματικγνα, μέ κύριο χαρακτηριστικό γνωρισμα τήν νηστεα. Ἄλλωστε στή γλῶσσα μας ἡ λέξη Τεσσαρακοστή εἶναι σχεδόν συνώνυμη μέ τή λέξη νηστεία.

Ἡ νηστεία, λέει ὁ Μ. Βασίλειος εἶναι συνομήλικη μέ τόν ἄνθρωπο, γιατί ἀποτελεῖ τήν πρώτη ἐντολή τοῦ Θεοῦ σ’αὐτόν, ὅπως περιγράφεται στό βιβλίο τῆς Γενέσεως (Β,17) τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «π τ δένδρον μως τς γνώσεως το καλο κα κακο δν πρέπει ποτ ν φάγετε...». Ἡ ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή, μαζί μέ τήν Τετάρτη καί τήν Παρασκευή ἀποτελοῦν ἐπίσης τίς ἀρχαιότερες νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, καθορισμένες ἤδη ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.

Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ὁ Κύριός μας διδάσκει, ὅτι ἀνάμεσα στήν ἀμνησικακία, τήν ἀληθινή νηστεία καί τήν ἀποφυγή τῆς πλεονεξίας ὑπάρχει μία ἐσωτερική συνάφεια, πάνω ἀκριβῶς στήν ἔννοια τῆς νηστείας.

Ἡ νηστεία, ὅπως ἀκοῦμε καί στά τροπάρια αὐτῶν τῶν ἡμερῶν δέν εἶναι ἀποχή μόνο ἀπό ὁρισμένες τροφές, ἀλλά ἀποχή καί ἀπό τίς κακίες, πού δύο ἀπό τίς πιό συνηθισμένες μεταξύ τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ μνησικακία: νά θυμᾶσαι δηλαδή τό κακό, πού σοῦ ἔκανε κάποιος καί νά μήν τόν συγχωρεῖς καί ἡ πλεονεξία: δηλαδή νά θέλεις ὅλο καί περισσότερα, πολλές φορές εἰς βάρος τῶν ἄλλων καί νά μήν εἶσαι ποτέ εὐχαριστημένος καί μέ τίποτε.

Ὁ Μ. Βασίλειος σέ μία ὁμιλία του γιά τήν νηστεία τονίζει: «Δέν φτάνει ποχή καί μόνο πό τίς τροφές γιά νά εναι ξια παίνου νηστεία μας. ς νηστέψουμε νηστεία επρόσδεκτη καί εάρεστη στόν Θεό. ληθινή νηστεία εναι πομάκρυνση πό ὁ,τιδήποτε τό κακό καί φάμαρτο. γκράτεια τς γλώσσας, ποχή πό τόν θυμό, χωρισμός πό τίς ασχρές πιθυμίες, τήν καταλαλιά, τό ψέμμα καί τήν πιορκία. πουσία καί στέρηση πό ατά εναι ληθινή νηστεία. ταν γωνιζόμαστε γιά λα ατά τότε νηστεία μας εναι καλή καί φέλιμη». Τόσο σημαντική εἶναι αὐτή ἡ διευκρίνηση, ὥστε αὐτά τά ἴδια λόγια ἔλαβε ἡ Ἐκκλησία καί τά ἔκανε ὕμνο, μέ τόν ὁποῖον συντροφεύει τήν εἴσοδό μας στήν ἁγία καί μεγάλη Τεσσαρακοστή.

«Νά ἀποξενωθεῖς ἀπό τά πάθη καί τίς ἁμαρτίες» συμβουλεύει σέ ἄλλο σημεῖο καί πάλι ὁ Μ.Βασίλειος. «Νά μήν ἀδικήσεις κανένα. Νά συγχωρήσεις τόν ἀδελφό σου γιά τή λύπη, πού σοῦ προξένησε, γιά τό κακό, πού σοῦ ἔκανε, γιά τά λεφτά, πού σοῦ χρωστάει. Διαφορετικά μολονότι δέν τρῶς κρέας, τρῶς τόν ἴδιο τόν ἀδελφό σου. Μολονότι ἐγκρατεύεσαι στό κρασί, δέν κρατᾶς τό στόμα σου στίς ἄσχημες κουβέντες. Μολονότι νηστεύεις ὡς τό βράδυ, ΄ξοδεύεις τή μέρα σου στά δικαστήρια.»

Εὔκολα ἀντιλαμβανόμαστε, πώς ἡ νηστεία ὡς ἄσκηση δέν σημαίνει μόνο ἀποχή ἀπό ὁρισμένες τροφές, πού ἴσως εἶναι καί τό εὐκολώτερο. Ἐάν ἡ νηστεία μας δέν σημαίνει καί νηστεία ἀπό τήν ἁμαρτία καί τά πάθη, τότε ἐκπίπτει σέ δίαιτα. Ἡ νηστεία εἶναι ἡ αὐθεντική ἔκφραση τῆς ψυχῆς πού ἀγωνίζεται νά ἀρέσει στόν Θεό. Ἐκεῖνος πού νηστεύει, ὡς ἄλλος Μωϋσῆς βρίσκεται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» μέ τόν Θεό καί ἀπεκδέχεται τήν μυστική χαρά τῆς οὐράνιας εὐλογίας.

Ἡ νηστεία δέν πρέπει νά γίνεται καταναγκαστικά, ἀλλά ἀπό ἀγάπη γιά τόν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀναμάρτητος Ὤν καταδέχθηκε νά πεθάνει πάνω στόν Σταυρό γιά τίς ἁμαρτίες μας, γιά νά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τό κράτος τοῦ διαβόλου καί τοῦ θανάτου.Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεινάει ἀπό τή νηστεία, πού ἐπέβαλε στόν ἑαυτό του γιά τήν ἀγάπη καί τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἐπιμερίζει και στούς ἐμπερίστατους ἀπό τά ἀγαθά του καί θυσιάζει τό θέλημα τῆς ἄνεσης καί τοῦ συμφέροντός του γιά τήν Νηστεία, τοῦτο εἶναι λατρεία, πού τήν δέχεται ὁ Θεός.

Σήμερα περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή ἔχουμε ἀνάγκη νά νηστεύσωμε. Ὄχι ἐπειδή πρέπει, ἀλλά ἐπειδή ἀγαπᾶμε τόν Χριστό. Ἄς μήν ξεχνᾶμε δέ ὅτι, ἡ νηστεία πάντοτε ἦταν ὁ τρόπος τοῦ ἀνθρώπου νά ἑλκύει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί νά ζητεῖ τήν συγγνώμη Του. Καί σήμερα μπορεῖ νά ἀποτελέσει τό μέσο γιά νά ἐλκύσουμε τήν χάρη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά τίς δύσκολες στιγμές, πού περνᾶμε καί ὡς πρόσωπα, ἀλλά καί ὡς Ἔθνος. Βλέποντας τή νηστεία μας ὁ Θεός, ἴσως ἀποτρέψει χειρότερες καταστάσεις, ἀσκώντας τήν πατρική του παιδαγωγία.

«Τό στάδιο τῶν ἀρετῶν ἔχει ἀνοίξει, ὅσοι θέλετε νά ἀθληθεῖται ἐλάτε μέσα σ’ αὐτό...» Μέ αὐτά τά λόγια ἡ Ἐκκλησία, μᾶς καλωσορίζει στά πνευματικά ἀγωνίσματα τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς καί τῆς μετανοίας, τά ὁποῖα εἶναι ἀλληλένδετα καί μαζί μέ τήν φιλανθρωπία προάγουν τήν πνευματική μας ἀναβάθμιση. Ἄς ἀγωνισθοῦμε μέ ταπεινό φρόνημα, διακριτικά καί θεάρεστα, μέ τή βεβαιότητα, ὅτι Θεός θά ἀποδώσει στόν καθένα τό ὀφειλόμενον. Ἄς μή δειλιάσουμε ἐξαιτίας τοῦ μεγέθους ἤ τοῦ ὄγκου τῶν ἀγωνισμάτων. Ὁ καθένας μέ τή δύναμή του ἄς ἀγωνισθεῖ κι ὁ Θεός θά σκεπάσει μέ τή χάρη Του τόν ἀγῶνα μας, ἀφοῦ γιά τήν ἀγάπη του γίνεται. Διότι εὐτυχῶς «ἡ μεγαλύτερη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, εἶναι πώς ὄχι ἀνάλογα μέ τό ἀποτέλεσμα, ἀλλά ἀνάλογα μέ τή διάθεση καί τήν προαίρεση μετράει ὁ Θεός τήν ἐπίδοσή μας καί παρέχει τήν εὐλογία Του.»

Καλή καί εὐλογημένη ἡ ἐπί θύραις Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

π. Σ.Κ.



Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 16 επισκέπτες και κανένα μέλος

Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ