ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
«Καί ἰδόντες αὐτόν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπό τῶν ὁρίων αὐτῶν»
Γεγονός πού ἐπαναλαμβάνεται ἀναρίθμητες φορές, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, στήν ἀνθρώπινη ἱστορία εἶναι καί αὐτό πού συνέβη στό θαῦμα πού ἐπιτέλεσε ὁ Κύριος καί Θεός μας καί ἐμπεριέχεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου. Ποιό ἀκριβῶς; Μά, γιά τήν ἀπαίτηση τοῦ ἀνθρώπου νά φύγει ὁ Θεός ἀπό τή ζωή του! Γιά τήν «προσπάθεια» πού πολλοί καταβάλουν νά κόψουν κάθε γέφυρα ἐπικοινωνίας μέ τόν οὐρανό! Ὅπως τό περιγράφει καί ὁ χριστιανός ποιητής: «Θεέ, τραβήξου ἀπό μπροστά μας,/σκιάχτρο τοῦ νοῦ καί τῆς ψυχῆς·/γιά σέ τά χείλη τά δικά μας/δέν ἔχουν λόγια προσευχῆς».
Αὐτό συνέβη καί σήμερα στούς Γεργεσηνούς. Πληροφορήθηκαν τό θαῦμα πού ἔκανε ὁ Χριστός. Ἔρχονταν ἀπό τά μνήματα δύο δαιμονισμένοι «χαλεποί», φοβεροί στήν ὄψη. Καί ὁ Θεός τούς βγάζει τό δαιμόνιο. Δέν εἶναι τυχαῖος ὁ τόπος: τά μνήματα. Ἔχει ἔντονο συμβολισμό, καθώς τά μνήματα συμβολίζουν κάτι τό ἐρμητικά κλειστό, σέ ἀντίθεση μέ τήν κοινωνικότητα καί τό ἀγαπητικό τῆς ἐνδοτριαδικῆς σχέσεως.
Οἱ κάτοικοι στά Γέργεσα εἶδαν τή θαυμαστή μεταβολή τῶν δύο πρώην δαιμονιζομένων. Ἐπειδή, ὅμως, ἀκριβῶς ὑπῆρξαν ἄπιστοι καί ἄκαμπτοι, παρέμειναν καί ἀναίσθητοι. Δέν συγκινήθηκαν. Δέν πίστεψαν. Ἀντ᾽ αὐτοῦ, ἦρθαν καί ὅλοι μαζί ἀπαίτησαν ἀπό τόν Χριστό νά φύγει ἀπό τή χώρα τους. Νά φύγει ἀπό τή ζωή τους.
Τό θαῦμα αὐτό τοῦ Κυρίου ἔχει, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, καί συμβολική σημασία. Οἱ χοῖροι, στούς ὁποίους εἰσῆλθαν τά πονηρά πνεύματα καί γρυλίζοντας τούς ἔριξαν ἀπό τόν γκρεμό στή θάλασσα, συμβολίζουν τούς ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι ρυπαίνονται καί γίνονται ἀκάθαρτοι ψυχικῶς. Οἱ χοῖροι θεωροῦνται καί εἶναι ἀκάθαρτοι. Οἱ Ἑβραῖοι ἀπέφευγαν ὄχι μόνο νά τούς ἀγγίξουν, ἀλλά καί τό ὄνομά τους ἀκόμη νά ἀναφέρουν. Γι᾽ αὐτό καί τούς ὀνόμαζαν μέ τή λέξη «ἄλλο πράγμα». Λοιπόν, λέγει ὁ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας ὁ καί «χρυσορρήμων» ἀποκαλούμενος, ὅτι οἱ βυθισμένοι στόν μολυσμό καί τόν ρύπο τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωποι εἶναι «χοιρώδεις», μοιάζουν δηλαδή μέ τούς ἀκάθαρτους χοίρους.
Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μιά ζωή ἄτακτη, ζωή πού ἀντιβαίνει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αἰσθάνονται ἀντίστοιχα καί μιά ἀποστροφή γιά τή ζωή τῆς ἁγιότητας. Ἀπορρίπτουν αὐτούς πού ἀκολουθοῦν τό θεῖο θέλημα. Ἀρνοῦνται τήν παρουσία, τήν ἀγάπη, τήν εὐλογία Του στή ζωή τους. Ὅ,τι δηλαδή ἔκαναν καί οἱ Γεργεσηνοί. Καί αὐτό συμβαίνει καί ἐπαναλαμβάνεται καί στή διήγηση τότε καί στή ζωή μας σήμερα. Πολλοί ζητοῦμε νά φύγει ὁ Χριστός ἀπό τή ζωή μας. Καί αὐτό γιατί δέν Τόν θέλουμε. Δέν ἀνεχόμαστε τήν παρουσία Του. Δέν ἀποδεχόμαστε τό Εὐαγγέλιό του καί δέν Τοῦ ἀναγνωρίζουμε τήν κυριότητά Του πάνω στόν κόσμο καί τήν ἱστορία.
Διώχνουμε τόν Χριστό ἀπό τήν καρδιά μας, τήν ἴδια στιγμή πού Ἐκεῖνος ζητᾶ νά Τοῦ δώσουμε τήν ὕπαρξή μας (Παροιμ. 23,26) καί συνιστᾶ νά Τόν ἀγαπήσουμε μέ ὅλη μας τήν ψυχή (Μάρκ. 12,30). Κι ἐμεῖς; Ἐμεῖς προσφέρουμε ἀλλοῦ τό εἶναι μας. Ἀντί νά ἀγαπήσουμε πρῶτα ἀπό ὅλα τόν Κύριο, ἀγαποῦμε ἄλλα πρόσωπα, ἄλλα πράγματα. Ἀντί νά διαφυλάξουμε τήν καρδιά μας καθαρή, ἐμεῖς τήν ἀφήνουμε νά ὑποδουλώνεται σέ διάφορα πάθη, πάθη σκοτεινά καί πολλές φορές ἀνομολόγητα. Μετατρέπουμε ἔτσι τούς ἑαυτούς μας σέ φιλόσαρκους ἀντί σέ φιλόθεους. Ἔτσι, ὁ Χριστός φεύγει ἀπό τήν καρδιά μας, ἐπειδή δέν Τόν θέλουμε.
Φεύγει ὅμως καί ἀπό τήν οἰκογένειά μας, καθώς ὄχι μόνο ἐμεῖς Τόν ἀπορρίπτουμε ἀλλά καί μέσα στόν οἰκογενειακό μας περίγυρο δέν Τόν καλέσαμε ποτέ νά ἔρθει. Πῶς; Χωρίς εἰκονοστάσι τά σπίτια, χωρίς καντήλι τό δωμάτιο, χωρίς προσευχή οὔτε τό πρωί, οὔτε τό βράδυ, οὔτε μπροστά στό τραπέζι τήν ὥρα τοῦ φαγητοῦ. Καθόμαστε καί σηκωνόμαστε ἀπό αὐτό χωρίς νά νιώσουμε τήν ἀνάγκη νά Τόν εὐχαριστήσουμε γιά τά ἀγαθά πού μᾶς χάρισε. Χωρίς νά αἰσθανθοῦμε τήν ἀνάγκη νά μελετήσουμε, ἔστω καί λίγες γραμμές, τόν Λόγο Του. Ἀκόμη καί τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, αὐτή τήν Κυριακή, μόνο σέ Αὐτόν δέν τήν προσφέρουμε. Κάνουμε ὁ,τιδήποτε ἄλλο, ἐκτός ἀπό τόν ἐκκλησιασμό καί τόν ἁγιασμό τῆς ψυχῆς μας: ἐκδρομές, ἐξόδους, τραπέζια, ἑτοιμασίες καί ἄλλα πολλά.
Ἐκτός, ὅμως, ἀπό τήν καρδιά καί τήν οἰκογένεια, δέν Τόν θέλουμε οὔτε στήν ἐργασία μας. Πῶς; Ὅταν ἀδικοῦμε καί ἐκμεταλλευόμαστε τόν ἐργαζόμενο, ὅταν κλέβουμε τόν ἐργοδότη μας, ὅταν διαβάλλουμε καί συκοφαντοῦμε τόν συνάδελφό μας, ὅταν κλέβουμε, ὅταν καταδικάζουμε ἕναν ἀθῶο γιά νά ἀπαλλάξουμε ἕναν ἔνοχο. Καί, ἀκόμη χειρότερα, ὅταν βλασφημοῦμε χυδαῖα τό ἅγιο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἤ τῆς Παναγίας Μητέρας Του καί Μητέρας μας.
Καί μπορεῖ ἐάν μᾶς ρωτήσουν, νά μήν τό παραδεχθοῦμε ἀμέσως, ὅτι δηλαδή Τόν ἀπωθοῦμε ἀπό τή ζωή μας, ὅμως ἐμμέσως μέ ὅλες τίς παραπάνω πράξεις μας αὐτό ὑποδηλώνουμε: Ὅτι, δηλαδή, περιφρονοῦμε τό Εὐαγγέλιό Του καί ἀδιαφοροῦμε γιά τίς ἐντολές Του, ἀκόμη καί ἄν σέ κάποια γωνιά τοῦ σπιτιοῦ μας βρίσκεται μιά εἰκόνα ἤ σέ κάποιο συρτάρι ὑπάρχει ἡ Καινή Διαθήκη! Στήν οὐσία, ὁ Χριστός εἶναι ἀπών ἀπό τίς ζωές μας!
Ἀδελφοί μου,
Ὅπως τότε οἱ κάτοικοι τῶν Γεργεσηνῶν ἤ ἀλλιῶς καί Γαδαρηνῶν ἔδιωξαν τόν Κύριό μας ἀπό τή χώρα τους, ἔτσι κι ἐμεῖς πολλές φορές τό πράττουμε στή ζωή μας, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα. Τό ἐπιτυγχάνουμε μέ τήν ἀσυνέπεια ὡς χριστιανῶν νά κυριαρχεῖ στή ζωή μας.
Πολλά διδάσκει αὐτό τό θαῦμα τοῦ Κυρίου. Καί προπαντός παραστατικά προβάλλει τή μεγάλη ἀλήθεια, ὅτι οἱ κυλιόμενοι στό βόρβορο τῆς ἁμαρτίας καί ὅσοι ἀπέχουν ἀπό τίς εὐαγγελικές ἐπιταγές γίνονται ὑποχείρια καί ἐνεργούμενα τοῦ πονηροῦ, ὁ ὁποῖος καί τελικῶς τούς γκρεμίζει στήν αἰώνια ἀπώλεια. Ἄς ἀκούσουμε, λοιπόν, μέ προσοχή καί ἄς ἐφαρμόσουμε μέ προθυμία τή θεόπνευστη ἐντολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου : «καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». Ὄχι μέ ἕνα τρόπο ἠθικιστικό καί τυποποιημένο, ἀλλά μέ ἕνα τρόπο βαθιά ὑπαρξιακό, πού νά ἀγγίζει τήν ψυχή στά ἔγκατά της, ἔχοντας τή συναίσθηση ὅτι ἡ ἀποστασία ἀπό τό θεῖο θέλημα εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἀγάπη καί τή σκέπη τοῦ Θεοῦ καί ἡ ταυτόχρονη ταύτιση μέ τήν μεριά τοῦ «ἀντικειμένου», ἐκείνου δηλαδή πού ἐπιθυμεῖ καί καραδοκεῖ «τίνα καταπίει».
Ὁ Χριστός ἔρχεται διαρκῶς «καί κρούει τήν θύραν» (Ἀποκ. 3,20). Ἐάν Τοῦ ἀνοίξουμε, τότε θά μπεῖ πρῶτα στήν καρδιά καί μετά στό σπίτι μας γιά νά φάει μαζί μας καί νά ἑνωθεῖ μέ τίς ζωές μας. Εὐλογημένοι ὅσοι τό ἐπιδιώκουν, ὅσοι προσπαθοῦν καί Τόν κάνουν ὄχι μόνο ἔνοικο τῆς καρδιᾶς τους ἀλλά καί κυβερνήτη στήν ἴδια τους τή ζωή!
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
«Καί ἰδού προσέφεραν αὐτῷ παραλυτικόν ἐπί κλίνης βεβλημένον».
Σέ συνέχεια τῶν θαυμαστῶν ἐνεργειῶν πού ἔκανε ὁ Ἰησοῦς στούς ἀνθρώπους, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἔρχεται νά προστεθεῖ καί μία ἀκόμη. Ἐνῶ τήν προηγουμένη Κυριακή ἀναγνώσαμε τό θαῦμα τῆς θεραπείας στά Γέργεσα, πάλι καί σέ συνέχεια τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου, τώρα ἔχουμε τή θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ, πόλη πού βρίσκεται βορειοδυτικά τῆς θάλασσας, ἄν καί εἶναι λίμνη, τῆς Γαλιλαίας. Ἡ περικοπή βρίσκεται στό ἔνατο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου τοῦ εὐαγγελιστοῦ.
Σέ αὐτό κείμενο πού ἀκούστηκε νωρίτερα μέσα στή λεκτική ἁπλότητα τοῦ θείου Λόγου, περιγράφεται ἡ βαθιά ἐσωτερική θεραπευτική πού ἔχει ὁ κάθε ἄνθρωπος γιά νά λειτουργήσει προσεγγίζοντας τόν Χριστό. Ἐάν θά θέλαμε νά ὁρίσουμε τό θαῦμα θά λέγαμε ὅτι εἶναι ἡ ἐπικράτηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ πάνω στούς νόμους τῆς φύσης, ἤ ἡ στιγμιαία ἐπαναφορά μας στήν προπτωτική, στήν παραδείσια κατάσταση πού ζοῦσαν οἱ Πρωτόπλαστοι.
Ὁλόκληρη ἡ περικοπή στηρίζεται σέ τρεῖς ἄξονες πού μέχρι καί σήμερα μποροῦν καί κρίνουν τίς ζωές μας.
Ποιά ἡ διαφορά τοῦ «φέρω» ἀπό τό «προσφέρω»; Στό κείμενο λέγεται ὅτι τόν παραλυτικό τόν προσέφεραν. Ἄς προσέξουμε! Ὄχι τόν ἔφεραν, ἀλλά τόν προσέφεραν. Ἄλλο φέρνω καί ἄλλο προσφέρω. Φέρνω κάτι, μετακινῶ ἁπλῶς κάτι. Προσφέρω κάτι σημαίνει, τό πηγαίνω ἐκεῖ καί νιώθω ἀσφάλεια. Κάπου ἀπέτυχα καί ξέρω πώς θά τό πάω κάπου καί θά ἀναπληρωθεῖ ἡ ἀποτυχία μου ἀπό τήν προσφορά μου. Αὐτό εἶναι τό πρῶτο οὐσιαστικό βῆμα γιά νά γίνει τό θαῦμα, χωρίς ὅμως νά εἶναι καί σίγουρο ὅτι θά γίνει. Εἶναι ἡ πρώτη προσέγγιση, ἡ ὁδός πρός τόν Χριστό, καί αὐτό εἶναι τό μεῖζον, τό σπουδαιότερο. Ξέρετε, πολλές φορές μᾶς νοιάζει νά πᾶνε καλά τά πράγματα, ἐνῶ αὐτό δέν εἶναι πάντοτε δεδομένο, ἀλλά θά ἔπρεπε νά εἶναι τό ζητούμενο: νά εἶναι ἁπλῶς ἡ ζωή μας κοντά στόν Χριστό. Καί αὐτό γιατί ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ κόσμου πηγαίνει στόν Χριστό. Ὡστόσο, πόσες φορές ἀμφιταλαντευόμαστε σέ αὐτή τήν ἰσορροπία καί πολλές φορές τά βάζουμε καί μέ τόν Κύριο! Εἶναι πολύ ἀνθρώπινες οἱ ἀνισορροπίες πού ἔχουμε στή σκέψη μας. Τό ζήτημα εἶναι νά προσφέρουμε: «καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ὅλα προσφέρονται στόν Χριστό.
Ὁ δεύτερος ἄξονας πού διέπει τή ζωή τοῦ παραλύτου εἶναι ἡ πίστη. «Καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν». Βλέπουμε πώς δέν εἶναι δική μας ἡ ἀξιολόγηση. Εἶναι τό βλέμμα πού ρίχνει ὁ Χριστός. Καί τό κοίταγμά Του εἶναι μοναδικό. Καί Ἐκεῖνος ξέρει πού βρίσκεται ἡ πίστη καί πού ὄχι. Καί σίγουρα ἡ ρίζα καί τό θεμέλιό της κρίνεται σέ αὐτή τή συγκατάθεση τῆς προσφορᾶς. Ἄρα, σταματᾶμε νά κάνουμε ἀναλύσεις. Πόσο πιστεύω, πόσο δέν πιστεύω. Προσφέρομαι στόν Χριστό καί ἀφήνομαι σέ Αὐτόν! Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής: «ἡ πίστη εἶναι κάτι πολύ μικρό. Καί ἀλίμονο ἄν ἀξιολογεῖς τά πράγματα μέ τήν πίστη».
Μετά ἀπό αὐτό τό σημεῖο ὁ Χριστός λέει τή φράση «ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι» καί ὁ παραλυτικός γίνεται καλά. Δέν τόν θεραπεύει. Συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες του. Μετά ἔρχεται ἡ θεραπεία. Ἀλλά δέν εἶναι ἐκείνη τό πρωτεῦον. Ἐκεῖ πιά ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων παίρνει ἄλλο ἦθος. Ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν εἶναι καί ὁ τρίτος ἄξονας πάνω στόν ὁποῖο κινεῖται τό σημερινό θαῦμα. Ἡ συγχώρηση εἶναι πιά τό ἐπιστέγασμα πού δηλώνει ὅτι μετανοῶ, ἀλλάζει ὁ νοῦς μου καί ἔχω χαράξει ἄλλη πορεία.
Τί νόημα ἔχει αὐτή ἡ συγχώρηση; Ἤθελε ὁ Κύριος νά δείξει ὅτι ἡ σωματικὴ παράλυση τοῦ δυστυχισμένου αὐτοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς πνευματικῆς πού προηγεῖται πάντοτε, τῶν πολλῶν του ἁμαρτιῶν. Γι᾽ αὐτό καί θεραπεύει πρῶτα τήν ψυχή τοῦ παραλύτου, συγχωρώντας τά πολλά του ἁμαρτήματα, γιά νά θεραπεύσει κατόπιν καί τό σῶμα του. Καί μᾶς φανερώνει ἔτσι ὅτι πολλές ἀσθένειες δημιουργοῦνται ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. Καί γι᾽ αὐτό πρέπει πρῶτα νά θεραπευθεῖ ἡ αἰτία τῆς ἀσθενείας μας, πού εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας, μέ τό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως καί κατόπιν θά θεραπευθεῖ τό ἀποτέλεσμα, πού εἶναι ἡ ἀσθένεια. Πρῶτα ἡ παραλυσία τῆς ψυχῆς καί κατόπιν ἡ παράλυση τοῦ σώματος.
Ἔτσι, ἄς ἀλληλοσυγχωρούμαστε καί μεταξύ μας, γιατί τότε ἀφέωνται καί οἱ δικές μας ἁμαρτίες καί γινόμαστε καλά στά πλαίσια τῆς βαθιᾶς θεραπευτικῆς τῆς Ἐκκλησίας μας. Μπορεῖ νά ἔρθει ἡ σωματική ἴαση καί μπορεῖ ὄχι, ὅπως ὁ ἀπόστολος Παῦλος πού ζήτησε τήν ἴαση ἀλλά δέν ἦρθε. Ὡστόσο, εἶχε κάτι μεγαλύτερο ἀπό τήν ἴαση, κάτι βαθύτερο, αὐτό τῆς μετανοίας πού ἦταν ἀπρόσβλητος σέ ὅλη του τήν ἐπίγεια ζωή. Νά γίνει ἡ ἀλλαγή ἄσχετα ἄν τελικά θά περπατήσουμε ἤ ὄχι. Οὔτε ὅλοι ὅσοι ἁμαρτάνουν ἀναγκαστικά ἀρρωσταίνουν. Εἶναι ὅμως ἀλήθεια ὅτι οἱ ἀσθένειες εἰσῆλθαν στόν κόσμο λόγῳ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος. Ὁ Θεός δέν ἔπλασε τόν ἄνθρωπο γιά νά ἀρρωσταίνει. Οἱ ἀρρώστιες εἰσῆλθαν στόν κόσμο μαζί μέ τή φθορά καί τόν θάνατο ὡς συνέπεια τῆς ἁμαρτίας. Καί τίς ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στούς ἀνθρώπους εἴτε γιά παιδαγωγία καί διόρθωση, εἴτε γιά δοκιμασία καί καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς.
Ὄχι ἀπογοήτευση ἀπό τίς πολλές ἁμαρτίες. Φοβόταν ὁ παράλυτος μήπως οἱ τόσες ἁμαρτίες του γίνουν ἐμπόδιο στή θεραπεία του. Σκεπτόταν: «Ἐάν ὁ Κύριος γνωρίζει τίς μεγάλες ἁμαρτίες μου, μήπως ἀρνηθεῖ νά μέ θεραπεύσει;» Ὁ Κύριος διέγνωσε αὐτή τήν ἀγωνία τοῦ παραλύτου. Καί γι᾽ αὐτό τόν ἐνθαρρύνει. Τόν ὀνομάζει στοργικά «τέκνον», ἐπειδή εἶναι κι αὐτός πλάσμα Tου. Καί τόν διαβεβαιώνει: «Παιδί μου, οὔτε οἱ ἁμαρτίες οὔτε ἡ ἀσθένεια θὰ κυριαρχήσουν ἐπάνω σου».
Ἔτσι μᾶς δείχνει ὁ Κύριος μέ τή στάση του αὐτή ὅτι εἶναι φιλεύσπλαγχνος στόν πόνο, καθώς Αὐτός ὁ Ἴδιος πού κατανοοῦσε τόν πόνο ἦρθε στόν κόσμο γιά νά πόνεσει πάνω στόν Σταυρό, παρηγορητικός ταυτόχρονα στήν ἀνθρώπινη ἀπελπισία, συμπονετικός στήν ἀπογοήτευσή μας καί ἕτοιμος νά μᾶς θεραπεύσει ἀπό κάθε πνευματική πρωτίστως ἀσθένεια. Καί αὐτό θά πρέπει νά εἶναι τό πρῶτο πού θά πρέπει νά ζητᾶμε.
Αὐτό πού ἔχει σημασία γιά τή ζωή μας εἶναι νά ἱεραρχοῦμε σωστά τά πράγματα. Διότι κι ἐμεῖς διατρέχουμε τόν κίνδυνο νά δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στίς ἀσθένειες τοῦ σώματός μας παρά στά πάθη τῆς ψυχῆς. Ὅταν ἀρρωστήσει τό σῶμα, πηγαίνουμε στό νοσοκομεῖο. Κι ὅταν βαραίνει ἑπομένως ἡ ψυχή μας ἀπό ἁμαρτίες, νά τρέχουμε πολύ προθυμότερα στό ἰατρεῖο τοῦ Θεοῦ, τόσο στό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ὅσο καί στά ἄλλα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Πρῶτα ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς μας καί μετά ἡ ἴαση τοῦ σώματος.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου σήμερα. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τούς Ἁγίους καί τά γεγονότα της γιά νά βάλει τή μνήμη τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Κινητή ἑορτή ἡ σημερινή, πού τιμᾶ τή μνήμη τῶν 630 ἐπισκόπων πού συμμετεῖχαν. Ἑορτάζεται τήν Κυριακή πού συμπίπτει μεταξύ 13ης καί 19ης Ἰουλίου. Πραγματοποιήθηκε τό 451 στή Χαλκηδόνα ἐπί αὐτοκρατορικοῦ ζεύγους Μαρκιανοῦ καί Πουλχερίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἁγιοποιηθεῖ, καί συνεκάλεσαν Σύνοδο γιά νά καταδικάσει τόν Μονοφυσιτισμό (κυρίως τή διδασκαλία τῶν Εὐτυχῆ καί Διόσκορου) καί τίς αἱρέσεις πού ἀμφισβητοῦσαν τή φύση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Σύνοδος διατύπωσε τό δόγμα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος άνθρωπος, ἑνώνοντας στό πρόσωπό Του δύο φύσεις «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως». Αὐτό προκύπτει ἀπό τά πρακτικά τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Στα πρακτικά διατυπώνονται τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας «ἀλαθήτως» καί πῶς αὐτά θά γίνουν τρόπος ζωῆς. Ἔχουμε, λοιπόν, στίς Οἰκουμενικές Συνόδους τούς Ὅρους, πού εἶναι τά δόγματα, οἱ ἀλήθειες, πού ἀποκαλύπτονται ἀπό τόν Θεό γιά νά βιωθοῦν, καί δέν ἀποκαλύπτονται ἁπλῶς γιά νά γίνουν μία γνωσιολογική λειτουργία. Καί ἔχουμε καί τούς Κανόνες, τό πῶς θά γιατρεύσουμε αὐτό πού δέν πάει σωστά.
Παράδειγμα: μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Θεός τήν ἀγάπη Του μέσα ἀπό τό δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδας. Τό ἀποκαλύπτει γιά νά τό ζήσουμε καί νά τό ἐφαρμόσουμε. Πῶς; Προσεγγίζοντας τό μυστήριο, ἕνας ὁ Θεός καί ταυτόχρονα εἶναι τρεῖς, Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιο Πνεῦμα· ὑπάρχει ἑνότητα, ὑπάρχει ἀγάπη καί ταυτόχρονα ὑπάρχει ἡ ἐλευθερία καί ἡ διάκριση τῶν προσώπων. Νά, λοιπόν, τί μαθαίνουμε ἀπό τό δόγμα: ἑνότητα καί ἀγάπη, ἀλλά ταυτόχρονα πρόσωπο. Αὐτό στή ζωή μας πῶς ἐφαρμόζεται; Ἔχουμε μιά οἰκογένεια, μία κοινότητα. Ἀπαραίτητο εἶναι νά λειτουργήσουν ὡς κοινόβιο, νά ὑπάρχει ἑνότητα καί ἀγάπη, ἀλλά ταυτόχρονα ὅλοι πού μετέχουν σ᾽ αὐτό τό κοινόβιο θά ἔχουν τήν ἐλευθερία καί τήν ἰδιοπροσωπεία τους. Ἄνθρωποι χωρίς πρόσωπο δέν εἶναι ἄνθρωποι. Ἔρχεται ὁ Κανόνας, ὅταν αὐτό δέν βιώνεται σωστά, νά τό διορθώσει μέ κάποια θεραπευτική μέθοδο. Ὅπου ὑπάρχει ἁμαρτία, μποροῦμε νά δώσουμε θεραπεία καί νά ἔρθει ἡ ἴαση.
Καί μάλιστα μέσα στό χῶρο τῆς ἀνατολικῆς Αὐτοκρατορίας, τόσο πολύ κατάλαβαν τό φάρμακο τῶν Κανόνων τῶν Τοπικῶν καί τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων πού σπουδαῖοι αὐτοκράτορες τούς ἔκαναν νόμους. Βλέπει ὅτι ὑπάρχει ἕνα φάρμακο καί λέει τό κράτος, ὁ πολίτης αὐτό τό φάρμακο τό χρειάζεται, καί τό κάνει νόμο. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει πώς πρέπει νά θεωροῦμε ὅτι οἱ Κανόνες εἶναι κρατικοί νόμοι. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Θεός συγχωρεῖ τούς μετανοοῦντας ἀλλά ἡ θεραπευτική ἀγωγή, κατά τά μέτρα τῆς ἀρρώστιας, θέλει κάποιο χρόνο. Ἔτσι οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας διαπιστώνουν τί συμβαίνει, τί ἀρρώστια ὑπάρχει μέσα στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κατά τά ἀνθρώπινα μεγέθη, πῶς θά θεραπευτεῖ τό ὄργανο τό ὁποῖο βλάπτεται. Εἶναι ἄρρωστο τό κεφάλι, ἔχει μιά ἀρρώστια, ἡ ἰατρική τό θεραπεύει πρῶτα, ἀλλά θεραπεύει χωριστά καί τό κάθε κύτταρο. Ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖ πού ἀρρώστησε νά θεραπευτεῖ καί τό κάθε κύτταρο, πού εἴμαστε ξεχωριστά ὁ καθένας, νά θεραπευτοῦμε.
Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη βασική καί ἀφετηριακή προοπτική τῶν Κανόνων: ἡ γιατρειά, πού δέν ἔχει σχέση μέ τιμωρία ἀλλά μέ ἱστορίες πνευματικῆς ὀμορφιᾶς. Μελετώντας τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας καί τούς ὅρους μαθαίνουμε τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, μαθαίνουμε πῶς θά τά ἐφαρμόσουμε κι ἄν λαθέψουμε καί δέν τά ἐφαρμόσουμε τότε νά λάβουμε τήν ἀγωγή γιά τή θεραπεία μας.
Ὁ Γ’ Κανόνας ἀπό τούς τριάντα πού ψήφισε ἡ Σύνοδος, γιά παράδειγμα, μιλάει γιά τούς κληρικούς ἤ τούς μοναχούς οἱ ὁποῖοι δέν πρέπει νά ἀναλαμβάνουν ποτέ κοσμικές φροντίδες, νά συσχηματίζονται μέ πράγματα τοῦ κόσμου, νά κάνουν ἐμπόριο, νά κάνουν ἀγοραπωλησίες, νά διαχειρίζονται κτήματα, γιατί τό ἔργο τους εἶναι διακονικό. Μιά ἐξαίρεση ἐπιτρέπει ὁ Κανόνας, ἄν ὑπάρχουν ὀρφανά πρέπει ἐκεῖ ὁ ἐπίσκοπος, ὁ ἐφημέριος ἤ μοναχός στήν περιοχή πού βρίσκεται τό ὀρφανό νά κοιτάξει μήν τοῦ κλέψουν τήν περιουσία γιά νά μήν ἀδικηθεῖ. Ἀπαραίτητο εἶναι τότε νά ἀναλάβει αὐτή τήν κοσμική εὐθύνη ἀπό φιλανθρωπία.
Κατά τήν ἴδια ἔννοια ὑπάρχει καί ὁ ΙΑ’ Κανόνας πού ἀναφέρει ὅτι πρέπει νά δίνονται εἰρηνικές ἐπιστολές. Τί εἶναι αὐτές οἱ ἐπιστολές; ὑπάρχει στήν ἐνορία ἕνας ἐνδεής καί ζητάει φαγητό. Κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε, ἀλλά δέν εἶναι ἀρκετό. Τότε ἀναρωτιόμαστε γιατί νά μή βοηθήσει καί ἡ διπλανή ἐνορία; Γιά νά μή γίνει ὁ φτωχός περιπλανώμενος καί διασπάσει τήν ἑνότητα τῆς ἐνορίας, μπορεῖ νά πάει δίπλα νά ζητήσει βοήθεια, ἀφοῦ τοῦ δώσουν ἔγγραφο πού λέγεται «εἰρηνική ἐπιστολή»· κι ἀσχολεῖται μέ αὐτό τό θέμα ἡ Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδος πού λύνει τό χριστολογικό ζήτημα! Τόσο θεωρητικά ἀλλά καί τόσο πρακτικά ταυτόχρονα! Ἀντιμετωπίζει μιά βλάσφημη αἵρεση καί ταυτόχρονα γιά νά μήν καταρρακωθεῖ τό πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ λαμβάνει πρόνοια καί τοῦ λέει ἡ ἐνορία νά πάει καί στήν ἄλλη, ὥστε νά βοηθηθεῖ ἀκόμη περισσότερο καί νά μήν ρεζιλευτεῖ περισσότερο ἡ ἀξιοπρέπειά του ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.
Ἀδελφοί μου, αὐτά εἶναι τά δόγματα, οἱ ἀλήθειες τῆς Ἐκκλησίας μας καί αὐτή τήν ἀλήθεια καλούμαστε νά βιώσουμε. Ὅπου αὐτό δέν συμβαίνει, ἔρχεται ἡ Ἐκκλησία μέ τούς Κανόνες της, ὄχι μέ ἀπρόσωπες νομοθετικές διατάξεις δίκην ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, νά θεραπεύσει τή μή ἐφαρμογή τοῦ δόγματος πού εἶναι ἡ ἀπώλειά μας. Κακῶς ἔχει ἐννοηθεῖ ὅτι τό δόγμα εἶναι μιά ἀπαθής ἔκφραση, μιά ἄκαμπτη ἐνέργεια πού διαπερνάει τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὄχι· ἡ δογματική τῆς Ἐκκλησίας μας ἀνιχνεύει, ψάχνει καί βρίσκει τή συνέχεια μιᾶς ζωντανῆς ἱστορίας πού φθάνει κάθε φορά στό παρόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἐμπειρίας. Εἶναι ἡ ἀκριβής ἔκθεση τῆς ὀρθόδοξης πίστεώς μας. Ἐξάλλου, τά δόγματα εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἱστορία τῆς ὑλοποίησης τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἡ δογματική μας διδασκαλία ἔχει τίς ρίζες της σέ αὐτή τήν ἐκκλησιαστική ζωντανή ἱστορία μας πού διαμέσου τῶν αἰώνων πορεύεται ἀπαλλαγμένη ἀπό ποικίλες αἱρέσεις καί πάμπολλα προσωπεῖα πού προσπάθησαν νά καλύψουν καί νά ἀλλοιώσουν τήν αἰώνια Ἀλήθεια της. Δέν τό κατάφεραν. Καί δέν τό κατάφεραν, γιατί Ἅγιοι, ὅπως οἱ Πατέρες τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού ἑορτάζουν σήμερα, βρέθηκαν σέ ὅλες τίς ἐποχές γιά νά ἀναιρέσουν τίς κακοήθειες, τίς δυσχέρειες καί τίς ἐκτροπές τοῦ κόσμου καί τοῦ φρονήματός του. Μέ αὐτό τόν τρόπο ἐπιτρέπουν στό καράβι πού ὀνομάζουμε Ἐκκλησία νά πορεύεται στά ἥσυχα νερά τοῦ ἐσχατολογικοῦ προορισμοῦ της, τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, προορισμοῦ πού τόν εὔχομαι ὁλόψυχα γιά ὅλους σας, ἀδελφοί μου, καί ἐπιθυμῶ καί σεῖς νά τό εὔχεστε γιά μένα!
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ
«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τελευταία Κυριακή τοῦ Ἰουλίου σήμερα. Ἕνας μῆνας γεμάτος ἀπό μνῆμες Ἁγίων καί αὐτή σήμερα συμπίπτει μέ τήν ἑορτή τῆς ἁγίας Παρασκευῆς. Ἡ πανθαύμαστη αὐτή μάρτυς τοῦ Χριστοῦ γεννήθηκε σ᾽ ἕνα χωριό κοντά στή Ρώμη κατά τούς χρόνους τοῦ εἰδωλολάτρη καί διώκτη τῶν χριστιανῶν αὐτοκράτορα Ἀδριανοῦ (117-138). Οἱ γονεῖς της ἦταν ἐνάρετοι χριστιανοί, ὀνομαζόμενοι Ἀγάθωνας καί Πολιτεία, καί ἐπειδή δέν μποροῦσαν νά τεκνοποιήσουν, παρακαλοῦσαν θερμά τόν Κύριο. Καί ὁ Θεός, πού ἐκπληρώνει τό θέλημα ὅσων Τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστη, τούς χάρισε ὡς καρπό προσευχῆς κορίτσι, πού καθώς γεννήθηκε ἡμέρα Παρασκευή, ἀλλά καί ἀπό εὐλάβεια πρός τό πάθος τοῦ Χριστοῦ μας, τό ὀνόμασαν Παρασκευή.
Ἤδη ἀπό τήν παιδική της ἡλικία δέν ἀγάπησε τά θορυβώδη παιγνίδια ἀλλά περνοῦσε τόν καιρό της εἴτε στήν Ἐκκλησία παρακολουθώντας τίς ἱερές Ἀκολουθίες εἴτε στό σπίτι μέ τό νά μελετᾶ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Νά τονίσουμε αὐτό πού λένε καί σύγχρονοι μεγάλοι Γέροντες καί φαίνεται στούς βίους πολλῶν ἁγίων, τό πόσο δηλαδή σπουδαῖο ρόλο διαδραματίζει ἡ ἁγία ζωή τῶν γονέων καί ἡ προσευχή τους, καί μάλιστα ὅταν κυοφορεῖται ἕνα παιδί, στό νά γίνει ἄνθρωπος ἁγιότητας τό τέκνο τους, ἤδη «ἐκ κοιλίας μητρός αὐτοῦ».
Ὅταν ἦταν εἴκοσι ἐτῶν ἡ Παρασκευή, ἐκοιμήθησαν ἐν Κυρίῳ οἱ γονεῖς της. Τότε μοίρασε τά πλούτη της στούς πτωχούς καί ἀποσύρθηκε σέ γυναικεῖο μοναστήρι, ὅπου ἐνδύθηκε τό μοναχικό σχῆμα. Μετά ἀπό κάποιο διάστημα ἐνάρετης μοναχικῆς ζωῆς, ζήτησε εὐλογία ἀπό τήν ἡγουμένη της καί ἄρχισε νά περιοδεύει πόλεις καί χωριά στήν Ἰταλία, σάν ἄλλος ἀπόστολος, ἐπιστρέφοντας σέ θεογνωσία πλῆθος εἰδωλολατρῶν. Βλέποντας οἱ Ἑβραῖοι νά ἐξαπλώνεται μέ τό κήρυγμα τῆς ἁγίας σ᾽ ἐκεῖνα τά μέρη ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ, τήν φθόνησαν, καί τήν κατάγγειλαν στό νέο αὐτοκράτορα Ἀντωνίνο τόν Εὐσεβῆ (138-161).
Λέει ὁ σοφός Σολομών στίς Παροιμίες του (31,10): Ποιός μπορεῖ νά βρεῖ ἀνδρεία γυναίκα; Ἡ ἀνδρεία γυναίκα εἶναι πολυτιμότερη ἀπό τούς πολυτελεῖς λίθους. «Γυναῖκα ἀνδρείαν τίς εὑρήσει; τιμιωτέρα δέ ἐστι λίθων πολυτελῶν ἡ τοιαύτη». Κι ὅμως ἡ ἁγία Παρασκευή καταδεικνύει τόση ἀνδρεία, ὥστε ν᾽ ἀπορρίπτει τό ἀσθενές τῆς φύσεώς της ἀλλά καί τῆς ἡλικίας. Ὁμολογεῖ μέ θάρρος τήν πίστη της στό Χριστό, χωρίς νά ὑπολογίζει καμία ἐπίπτωση. Ἀρνεῖται τίς κολακεῖες τοῦ αὐτοκράτορα καί δέχεται φρικτά βασανιστήρια χωρίς νά ὑποκύψει. Δυναμωμένη ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δέν δειλίασε, ἀλλά μέ ἀνδρεία ἤλεγξε τόν τύραννο καί ἀρνήθηκε τίς ἀνήθικες προτάσεις του. Γεμάτος θυμό αὐτός, ἄρχισε τά βασανιστήρια, πού ἀνατριχιάζει κανείς ἀκόμη καί νά τά ἀναφέρει.
Τὰ βασανιστήρια τῆς Ἁγίας συνεχίσθηκαν τήν ἑπόμενη: Τήν ἔριξαν σ᾽ ἕνα καζάνι, ὅπου ἔκαιγαν μέσα λάδι καί πίσσα. Ἀλλ᾽ ἡ δρόσος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τή διαφύλαξε καί πάλι ἀβλαβή, σέ σημεῖο πού ἀπόρησε ὁ Ἀντωνῖνος καί νόμισε πώς δέν ἔκαιγαν τά φλογισμένα ἐκεῖνα ὑλικά μέσ᾽ τό καζάνι. Γι᾽ αὐτό, πλησίασε καί εἶπε στήν Ἁγία νά τόν ραντίσει μ᾽ αὐτά στό πρόσωπο. Καί ὅταν τό ἔκανε ἡ Ἁγία, ἀμέσως τυφλώθηκε! Ἄρχισε τότε μέσα σέ φρικτούς πόνους νά φωνάζει καί νά ἱκετεύει τήν Ἁγία νά τόν θεραπεύσει καί νά πιστεύσει στόν Θεό πού κήρυττε. Γεμάτη ἀνεξικακία ἡ Παρασκευή καί μιμούμενη τόν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ, πού προσευχόταν γιά τούς σταυρωτές Του, εὐχήθηκε γιά τόν ἀσεβή τύραννο, πού ἀμέσως θεραπεύθηκε καί πίστεψε στόν Χριστό καί βαπτίστηκε μαζί μέ ὅλη τή φρουρά του. Γι᾽ αὐτό καί ἐπωνομάσθηκε ὁ Εὐσεβής (Antoninus Pius).
Ἐλεύθερη πιά ἡ Ἁγία, ἀφέθηκε νά κηρύττει τόν Χριστό καί σ᾽ ἄλλες περιοχές, μέχρι πού ξανασυνελήφθη ἀπό τόν διοικητή μιᾶς πόλης, ὀνόματι Ἀσκληπιό. Παραδόθηκε ξανά καί σέ ἄλλα φρικτά μαρτύρια, ἀπό τά ὁποῖα διαφυλάχθηκε καί πάλι ἀβλαβής μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τέλος ὑπέστη τόν διά ξίφους θάνατο, λαμβάνοντας ἀπό τόν στεφοδότη Χριστό τά ἀμάραντα στεφάνια τῆς παρθενίας, τῆς ὁμολογίας καί τοῦ μαρτυρίου. Ἐξαιρέτως ἔλαβε τήν ἰδιαίτερη χάρη νά θεραπεύει ὀφθαλμικές παθήσεις.
Πρότυπο ἀνδρείας ἡ ἁγία Παρασκευή. Ὑπερέβη τά ὅρια τῆς γυναικείας εὐαίσθητης φύσης της γιά νά καταδείξει σέ μᾶς πόσο ὑπολειπόμαστε σέ ἀνδρικό φρόνημα. Πολλά ἔχει νά διδάξει ἡ στάση της σέ μᾶς. Σήμερα πού δέν καλούμαστε νά ὑποστοῦμε βασανιστήρια, τουλάχιστον ὅπως αὐτά τῶν πρώτων χρόνων. Ὡστόσο, ὁ Παροιμιαστής ἑστιάζει στά χαρίσματα πού μπορεῖ νά φέρoυν οἱ θεοφοβούμενες γυναῖκες καί ὅταν συγκεντρώνουν αὐτά τά χαρίσματα, τότε εἶναι «πολυτιμότερες λίθων πολυτελῶν»: Νά μήν διαβάλουν, νά εἶναι σώφρονες, ἀγνές, φιλότεκνες, φίλανδρες, νά ὑποτάσσονται στούς ἄνδρες τους γιά νά μήν βλασφημεῖται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀπό τυχόν δυστροπία τους. Στήν ἀνδρεία γυναίκα στηρίζεται μέ σιγουριά ἡ καρδιά τοῦ ἄνδρα της. Πρίν ἀπό τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Παράδεισο, ἡ γυναίκα στηριζόταν στόν σύντροφό της ὡς ἡ πιό ἀδύναμη, πού ἔχει ἀνάγκη ἀπό τήν κηδεμονία καί τήν συμπαράσταση.
Μετά τή θανατηφόρο πτώση τῶν παραβατῶν πρωτοπλάστων ὅμως κατά τή δόση τῶν ἐπιτιμίων ἀπό τόν Θεό εἶπε στή γυναίκα ὅτι θά ἐξαρτᾶται πλέον ἀπό τόν ἄνδρα, γιατί αὐτός εἶναι πού θά κυριαρχήσει καί θά εἶναι ὁ κυρίαρχός της. Αὐτή ἡ φράση χαρακτήρισε τήν ἱστορία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, μέχρις ὅτου ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χάρισε πάλι τήν ἰσοτιμία τῶν δύο φύλων. Στήν προχριστιανική, λοιπόν, ἐποχή τό νά συγκεντρώνει ἡ γυναίκα τόσα πολλά χαρίσματα ἦταν κάτι πραγματικά σπάνιο πού ξεπερνοῦσε τή φύση της, σέ μια ἐποχή μάλιστα πού ἡ προσευχή τοῦ ραββίνου ἦταν: «σέ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, πού γεννήθηκα ἄνδρας καί ὄχι γυναίκα!». Γυναίκα πού στέκεται μέ ἀνδρεῖο φρόνημα στίς δυσκολίες τῆς ζωῆς εἶναι τό στεφάνι καί τό καμάρι τοῦ ἄνδρα της, ὅπως ἡ Ραχήλ καί ἡ Ραάβ πού ὑπερασπίστηκαν τούς συμπατριῶτες τους μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς τους.
Πλέον ἡ ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου καλεῖ στά ἴδια πνευματικά ἀγωνίσματα ἄνδρες καί γυναῖκες. Ἄν ἐξαιρέσουμε κάποιους ρόλους πού προσιδιάζουν ἀποκλειστικά στά δύο φύλα, ὅπως ἡ εἰδική ἱερωσύνη γιά τούς ἄνδρες καί ἡ τεκνογονία γιά τίς γυναῖκες, ὅλα τά ἄλλα εἶναι κοινά. Ὅλοι οἱ χριστιανοί καλοῦνται νά φτάσουν «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς οἰκοδομήν τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». Καλούμαστε νά γίνουμε ὅλοι ἀνδρεῖοι, καλούμαστε σέ πνευματική ἐγρήγορση καί ἡ ὑπεράσπιση τῶν ἀδυνάτων γίνεται κοινό ἀγώνισμα, καί τῶν ἀνδρῶν καί τῶν γυναικῶν. «Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε», καλεῖ ὁ ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος. Σίγουρα διαχρονικό στήριγμα, ἀδελφοί μου, σέ αὐτή μας τή στάση ἀποτελεῖ ἡ ἀνδρεία συμπεριφορά τῆς ἁγίας μας μεγαλομάρτυρος Παρασκευῆς, τῆς ὁποίας τή μνήμη ἑορτάζουμε ἀλλά καί καλούμαστε νά ζήσουμε ταυτόχρονα στήν καθημερινότητά μας. Ἄς τό εὐχηθοῦμε. Γένοιτο.
π.Ν.Δ.














