Γράψτε τη λέξη/φράση αναζήτησης

Popular Tags

logo n

Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background
Slide background

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

5 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

«Καί ἰ­δόν­τες αὐ­τόν πα­ρε­κά­λε­σαν ὅ­πως με­τα­βῇ ἀ­πό τῶν ὁ­ρί­ων αὐ­τῶν»

Γε­γο­νός πού ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ἀ­να­ρίθ­μη­τες φο­ρές, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, στήν ἀν­θρώ­πι­νη ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι καί αὐ­τό πού συ­νέ­βη στό θαῦ­μα πού ἐ­πι­τέ­λε­σε ὁ Κύ­ρι­ος καί Θε­ός μας καί ἐμ­πε­ρι­έ­χε­ται στό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο τοῦ Ματ­θαί­ου. Ποι­ό ἀ­κρι­βῶς; Μά, γι­ά τήν ἀ­παί­τη­ση τοῦ ἀν­θρώ­που νά φύ­γει ὁ Θε­ός ἀ­πό τή ζω­ή του! Γι­ά τήν «προ­σπά­θει­α» πού πολ­λοί κα­τα­βά­λουν νά κό­ψουν κά­θε γέ­φυ­ρα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας μέ τόν οὐ­ρα­νό! Ὅ­πως τό πε­ρι­γρά­φει καί ὁ χρι­στι­α­νός ποι­η­τής: «Θε­έ, τρα­βή­ξου ἀ­πό μπρο­στά μας,/σκι­άχ­τρο τοῦ νοῦ καί τῆς ψυ­χῆς·/γι­ά σέ τά χεί­λη τά δι­κά μας/δέν ἔ­χουν λό­γι­α προ­σευ­χῆς».  

Αὐ­τό συ­νέ­βη καί σή­με­ρα στούς Γερ­γε­ση­νούς. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­καν τό θαῦ­μα πού ἔ­κα­νε ὁ Χρι­στός. Ἔρχονταν ἀπό τά μνήματα δύο δαιμονισμένοι «χαλεποί», φοβεροί στήν ὄψη. Καί ὁ Θεός τούς βγάζει τό δαιμόνιο. Δέν εἶναι τυχαῖος ὁ τόπος: τά μνήματα. Ἔχει ἔντονο συμβολισμό, καθώς τά μνήματα συμβολίζουν κάτι τό ἐρμητικά κλειστό, σέ ἀντίθεση μέ τήν κοινωνικότητα καί τό ἀγαπητικό τῆς ἐνδοτριαδικῆς σχέσεως.

Οἱ κάτοικοι στά Γέργεσα εἶ­δαν τή θαυ­μα­στή με­τα­βο­λή τῶν δύ­ο πρώ­ην δαι­μο­νι­ζο­μέ­νων. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἀ­κρι­βῶς ὑ­πῆρ­ξαν ἄ­πι­στοι καί ἄ­καμ­πτοι, πα­ρέ­μει­ναν καί ἀ­ναί­σθη­τοι. Δέν συγ­κι­νή­θη­καν. Δέν πί­στε­ψαν. Ἀντ᾽ αὐ­τοῦ, ἦρ­θαν καί ὅ­λοι μα­ζί ἀ­παί­τη­σαν ἀ­πό τόν Χρι­στό νά φύ­γει ἀ­πό τή χώ­ρα τους. Νά φύ­γει ἀ­πό τή ζω­ή τους.

Τό θαῦ­μα αὐ­τό τοῦ Κυ­ρί­ου ἔ­χει, κα­τά τόν ἱ­ε­ρό Χρυ­σό­στο­μο, καί συμ­βο­λι­κή ση­μα­σί­α. Οἱ χοῖ­ροι, στούς ὁ­ποί­ους εἰ­σῆλ­θαν τά πο­νη­ρά πνεύ­μα­τα καί γρυ­λί­ζον­τας τούς ἔ­ρι­ξαν ἀπό τόν γκρε­μό στή θά­λασ­σα, συμ­βο­λί­ζουν τούς ἀ­με­τα­νό­η­τους ἁ­μαρ­τω­λούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ρυ­παί­νον­ται καί γί­νον­ται ἀ­κά­θαρ­τοι ψυ­χι­κῶς. Οἱ χοῖ­ροι θε­ω­ροῦν­ται καί εἶ­ναι ἀ­κά­θαρ­τοι. Οἱ Ἑ­βραῖ­οι ἀ­πέ­φευ­γαν ὄ­χι μό­νο νά τούς ἀγ­γί­ξουν, ἀλ­λά καί τό ὄ­νο­μά τους ἀκόμη νά ἀ­να­φέ­ρουν. Γι᾽ αὐ­τό καί τούς ὀ­νό­μα­ζαν μέ τή λέ­ξη «ἄλ­λο πράγ­μα». Λοι­πόν, λέ­γει ὁ Πα­τέ­ρας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ὁ καί «χρυ­σορ­ρή­μων» ἀ­πο­κα­λού­με­νος, ὅ­τι οἱ βυ­θι­σμέ­νοι στόν μο­λυ­σμό καί τόν ρύ­πο τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι «χοι­ρώ­δεις», μοι­ά­ζουν δη­λα­δή μέ τούς ἀ­κά­θαρ­τους χοί­ρους.

Ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι ζοῦν μι­ά ζω­ή ἄ­τα­κτη, ζω­ή πού ἀν­τι­βαί­νει στό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, αἰ­σθά­νον­ται ἀν­τί­στοι­χα καί μι­ά ἀ­πο­στρο­φή γι­ά τή ζω­ή τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας. Ἀ­πορ­ρί­πτουν αὐ­τούς πού ἀ­κο­λου­θοῦν τό θεῖ­ο θέ­λη­μα. Ἀρ­νοῦν­ται τήν πα­ρου­σί­α, τήν ἀ­γά­πη, τήν εὐ­λο­γί­α Του στή ζω­ή τους. Ὅ,τι δη­λα­δή ἔ­κα­ναν καί οἱ Γερ­γε­ση­νοί. Καί αὐ­τό συμ­βαί­νει καί ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται καί στή δι­ή­γη­ση τό­τε καί στή ζω­ή μας σή­με­ρα. Πολ­λοί ζη­τοῦ­με νά φύ­γει ὁ Χρι­στός ἀ­πό τή ζω­ή μας. Καί αὐ­τό γι­α­τί δέν Τόν θέ­λου­με. Δέν ἀ­νε­χό­μα­στε τήν πα­ρου­σί­α Του. Δέν ἀ­πο­δε­χό­μα­στε τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ό του καί δέν Τοῦ ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με τήν κυ­ρι­ό­τη­τά Του πά­νω στόν κό­σμο καί τήν ἱ­στο­ρί­α.

Δι­ώ­χνου­με τόν Χρι­στό ἀ­πό τήν καρ­δι­ά μας, τήν ἴ­δι­α στιγ­μή πού Ἐ­κεῖ­νος ζη­τᾶ νά Τοῦ δώ­σου­με τήν ὕπαρξή μας (Πα­ροιμ. 23,26) καί συ­νι­στᾶ νά Τόν ἀ­γα­πή­σου­με μέ ὅ­λη μας τήν ψυ­χή (Μάρκ. 12,30). Κι ἐ­μεῖς; Ἐ­μεῖς προ­σφέ­ρου­με ἀλ­λοῦ τό εἶναι μας. Ἀν­τί νά ἀ­γα­πή­σου­με πρῶ­τα ἀ­πό ὅ­λα τόν Κύ­ρι­ο, ἀ­γα­ποῦ­με ἄλ­λα πρό­σω­πα, ἄλ­λα πράγ­μα­τα. Ἀν­τί νά δι­α­φυ­λά­ξου­με τήν καρ­δι­ά μας κα­θα­ρή, ἐ­μεῖς τήν ἀ­φή­νου­με νά ὑ­πο­δου­λώ­νε­ται σέ δι­ά­φο­ρα πά­θη, πά­θη σκο­τει­νά καί πολ­λές φο­ρές ἀ­νο­μο­λό­γη­τα. Με­τα­τρέ­που­με ἔτ­σι τούς ἑ­αυ­τούς μας σέ φι­λό­σαρ­κους ἀν­τί σέ φι­λό­θε­ους. Ἔτ­σι, ὁ Χρι­στός φεύ­γει ἀ­πό τήν καρ­δι­ά μας, ἐ­πει­δή δέν Τόν θέ­λου­με.

Φεύ­γει ὅ­μως καί ἀ­πό τήν οἰ­κο­γέ­νει­ά μας, κα­θώς ὄ­χι μό­νο ἐ­μεῖς Τόν ἀ­πορ­ρί­πτου­με ἀλ­λά καί μέ­σα στόν οἰ­κο­γε­νει­α­κό μας πε­ρί­γυ­ρο δέν Τόν κα­λέ­σα­με πο­τέ νά ἔρ­θει. Πῶς; Χω­ρίς εἰ­κο­νο­στά­σι τά σπί­τι­α, χω­ρίς καν­τή­λι τό δω­μά­τι­ο, χω­ρίς προ­σευ­χή οὔ­τε τό πρω­ί, οὔ­τε τό βρά­δυ, οὔ­τε μπρο­στά στό τρα­πέ­ζι τήν ὥ­ρα τοῦ φα­γη­τοῦ. Κα­θό­μα­στε καί ση­κω­νό­μα­στε ἀ­πό αὐ­τό χω­ρίς νά νι­ώ­σου­με τήν ἀ­νάγ­κη νά Τόν εὐ­χα­ρι­στή­σου­με γι­ά τά ἀ­γα­θά πού μᾶς χά­ρι­σε. Χω­ρίς νά αἰ­σθαν­θοῦ­με τήν ἀ­νάγ­κη νά με­λε­τή­σου­με, ἔ­στω καί λί­γες γραμ­μές, τόν Λό­γο Του. Ἀ­κό­μη καί τήν ἡ­μέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου, αὐ­τή τήν Κυ­ρι­α­κή, μό­νο σέ Αὐ­τόν δέν τήν προ­σφέ­ρου­με. Κά­νου­με ὁ,τι­δή­πο­τε ἄλ­λο, ἐ­κτός ἀ­πό τόν ἐκ­κλη­σι­α­σμό καί τόν ἁ­γι­α­σμό τῆς ψυ­χῆς μας: ἐκδρομές, ἐξόδους, τραπέζια, ἑτοιμασίες καί ἄλλα πολλά.

Ἐ­κτός, ὅ­μως, ἀ­πό τήν καρ­δι­ά καί τήν οἰ­κο­γέ­νει­α, δέν Τόν θέ­λου­με οὔ­τε στήν ἐρ­γα­σί­α μας. Πῶς; Ὅ­ταν ἀ­δι­κοῦ­με καί ἐ­κμε­ταλ­λευ­ό­μα­στε τόν ἐρ­γα­ζό­με­νο, ὅ­ταν κλέ­βου­με τόν ἐρ­γο­δό­τη μας, ὅ­ταν δι­α­βάλ­λου­με καί συ­κο­φαν­τοῦ­με τόν συ­νά­δελ­φό μας, ὅ­ταν κλέ­βου­με, ὅ­ταν κα­τα­δι­κά­ζου­με ἕ­ναν ἀ­θῶ­ο γι­ά νά ἀ­παλ­λά­ξου­με ἕ­ναν ἔ­νο­χο. Καί, ἀ­κό­μη χει­ρό­τε­ρα, ὅ­ταν βλα­σφη­μοῦ­με χυ­δαῖ­α τό ἅ­γι­ο ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ ἤ τῆς Πα­να­γί­ας Μη­τέ­ρας Του καί Μητέρας μας.

Καί μπο­ρεῖ ἐ­άν μᾶς ρω­τή­σουν, νά μήν τό πα­ρα­δε­χθοῦ­με ἀ­μέ­σως, ὅ­τι δη­λα­δή Τόν ἀ­πω­θοῦ­με ἀ­πό τή ζω­ή μας, ὅ­μως ἐμ­μέ­σως μέ ὅ­λες τίς πα­ρα­πά­νω πρά­ξεις μας αὐ­τό ὑ­πο­δη­λώ­νου­με: Ὅ­τι, δηλαδή, πε­ρι­φρο­νοῦ­με τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ό Του καί ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γι­ά τίς ἐν­το­λές Του, ἀ­κό­μη καί ἄν σέ κά­ποι­α γω­νι­ά τοῦ σπι­τι­οῦ μας βρί­σκε­ται μι­ά εἰ­κό­να ἤ σέ κά­ποι­ο συρ­τά­ρι ὑ­πάρ­χει ἡ Και­νή Δι­α­θή­κη! Στήν οὐ­σί­α, ὁ Χρι­στός εἶ­ναι ἀ­πών ἀ­πό τίς ζω­ές μας!

Ἀ­δελ­φοί μου,

Ὅ­πως τό­τε οἱ κά­τοι­κοι τῶν Γερ­γε­ση­νῶν ἤ ἀλλιῶς καί Γα­δα­ρη­νῶν ἔ­δι­ω­ξαν τόν Κύ­ρι­ό μας ἀ­πό τή χώ­ρα τους, ἔτ­σι κι ἐ­μεῖς πολ­λές φο­ρές τό πράτ­του­με στή ζω­ή μας, συ­νει­δη­τά ἤ ἀ­συ­νεί­δη­τα. Τό ἐ­πι­τυγ­χά­νου­με μέ τήν ἀ­συ­νέ­πει­α ὡς χρι­στι­α­νῶν νά κυ­ρι­αρ­χεῖ στή ζω­ή μας.

Πολ­λά δι­δά­σκει αὐ­τό τό θαῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Καί προ­παν­τός πα­ρα­στα­τι­κά προ­βάλ­λει τή με­γά­λη ἀ­λή­θει­α, ὅ­τι οἱ­  κυ­λι­ό­με­νοι στό βόρ­βο­ρο τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καί ὅ­σοι ἀπέ­χουν ἀ­πό τίς εὐ­α­γγελ­ικές ἐ­πι­τα­γές γί­νον­ται ὑ­πο­χεί­ρι­α καί ἐ­νερ­γού­με­να τοῦ πο­νη­ροῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος καί τε­λι­κῶς τούς γκρε­μί­ζει στήν αἰ­ώ­νι­α ἀ­πώ­λει­α. Ἄς ἀ­κού­σου­με, λοι­πόν, μέ προ­σο­χή καί ἄς ἐ­φαρ­μό­σου­με μέ προ­θυ­μί­α τή­ θε­ό­πνευ­στη ἐν­το­λή τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου : «κα­θα­ρί­σω­μεν ἑ­αυ­τούς ἀ­πό παν­τός μο­λυ­σμοῦ σαρ­κός καί πνεύ­μα­τος, ἐ­πι­τε­λοῦν­τες ἁ­γι­ω­σύ­νην ἐν φό­βῳ Θε­οῦ». Ὄ­χι μέ ἕ­να τρό­πο ἠ­θι­κι­στι­κό καί τυ­πο­ποι­η­μέ­νο, ἀλ­λά μέ ἕ­να τρό­πο βα­θι­ά ὑ­παρ­ξι­α­κό, πού νά ἀγ­γί­ζει τήν ψυ­χή στά ἔγκατά της, ἔ­χον­τας τή συ­ναί­σθη­ση ὅ­τι ἡ ἀ­πο­στα­σί­α ἀ­πό τό θεῖ­ο θέ­λη­μα εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη καί τή σκέ­πη τοῦ Θε­οῦ καί ἡ ταυτόχρονη ταύ­τι­ση μέ τήν με­ρι­ά τοῦ «ἀν­τι­κει­μέ­νου», ἐ­κεί­νου δη­λα­δή πού ἐ­πι­θυ­μεῖ καί κα­ρα­δο­κεῖ «τί­να κα­τα­πί­ει».

Ὁ Χρι­στός ἔρ­χε­ται δι­αρ­κῶς «καί κρού­ει τήν θύ­ραν» (Ἀ­ποκ. 3,20). Ἐ­άν Τοῦ ἀ­νοί­ξου­με, τό­τε θά μπεῖ πρῶ­τα στήν καρ­δι­ά καί με­τά στό σπί­τι μας γι­ά νά φά­ει μα­ζί μας καί νά ἑ­νω­θεῖ μέ τίς ζω­ές μας. Εὐ­λο­γη­μέ­νοι ὅ­σοι τό ἐ­πι­δι­ώ­κουν, ὅ­σοι προ­σπα­θοῦν καί Τόν κά­νουν ὄ­χι μό­νο ἔ­νοι­κο τῆς καρ­δι­ᾶς τους ἀλ­λά καί κυ­βερ­νή­τη στήν ἴδια τους τή ζω­ή!

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

12 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026


«Καί ἰ­δού προ­σέ­φε­ραν αὐ­τῷ πα­ρα­λυ­τι­κόν ἐ­πί κλί­νης βε­βλη­μέ­νον».

Σέ συ­νέ­χει­α τῶν θαυ­μα­στῶν ἐ­νερ­γει­ῶν πού ἔ­κα­νε ὁ Ἰ­η­σοῦς στούς ἀν­θρώ­πους, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, ἔρ­χε­ται νά προ­στε­θεῖ καί μί­α ἀ­κό­μη. Ἐ­νῶ τήν προ­η­γου­μέ­νη Κυ­ρι­α­κή ἀ­να­γνώ­σα­με τό θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας στά Γέρ­γε­σα, πά­λι καί σέ συ­νέ­χει­α τοῦ κα­τά Ματ­θαῖ­ον Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τώ­ρα ἔ­χου­με τή θε­ρα­πεί­α τοῦ πα­ρα­λυ­τι­κοῦ τῆς Κα­περ­να­ούμ, πό­λη πού βρί­σκε­ται βο­ρει­ο­δυ­τι­κά τῆς θά­λασ­σας, ἄν καί εἶ­ναι λί­μνη, τῆς Γα­λι­λαί­ας. Ἡ πε­ρι­κο­πή βρί­σκε­ται στό ἔ­να­το κε­φά­λαι­ο τοῦ βι­βλί­ου τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ.   

Σέ αὐ­τό κεί­με­νο πού ἀ­κού­στη­κε νω­ρί­τε­ρα μέ­σα στή λε­κτι­κή ἁ­πλό­τη­τα τοῦ θεί­ου Λό­γου, πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ βα­θι­ά ἐ­σω­τε­ρι­κή θε­ρα­πευ­τι­κή πού ἔ­χει ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος γι­ά νά λει­τουρ­γή­σει προ­σεγ­γί­ζον­τας τόν Χρι­στό. Ἐ­άν θά θέ­λα­με νά ὁ­ρί­σου­με τό θαῦ­μα θά λέ­γα­με ὅ­τι εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ νό­μου τοῦ Θε­οῦ πά­νω στούς νό­μους τῆς φύ­σης, ἤ ἡ στιγ­μι­αί­α ἐ­πα­να­φο­ρά μας στήν προ­πτω­τι­κή, στήν πα­ρα­δεί­σι­α κα­τά­στα­ση πού ζοῦ­σαν οἱ Πρω­τό­πλα­στοι.

Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ πε­ρι­κο­πή στη­ρί­ζε­ται σέ τρεῖς ἄ­ξο­νες πού μέ­χρι καί σή­με­ρα μπο­ροῦν καί κρί­νουν τίς ζω­ές μας.

Ποι­ά ἡ δι­α­φο­ρά τοῦ «φέ­ρω» ἀ­πό τό «προ­σφέ­ρω»; Στό κεί­με­νο λέ­γε­ται ὅ­τι τόν πα­ρα­λυ­τι­κό τόν προ­σέ­φε­ραν. Ἄς προ­σέ­ξου­με! Ὄ­χι τόν ἔ­φε­ραν, ἀλ­λά τόν προ­σέ­φε­ραν. Ἄλ­λο φέρ­νω καί ἄλ­λο προ­σφέ­ρω. Φέρ­νω κά­τι, με­τα­κι­νῶ ἁ­πλῶς κά­τι. Προ­σφέ­ρω κά­τι ση­μαί­νει, τό πη­γαί­νω ἐ­κεῖ καί νι­ώ­θω ἀ­σφά­λει­α. Κά­που ἀ­πέ­τυ­χα καί ξέ­ρω πώς θά τό πά­ω κά­που καί θά ἀ­να­πλη­ρω­θεῖ ἡ ἀ­πο­τυ­χί­α μου ἀ­πό τήν προ­σφο­ρά μου. Αὐ­τό εἶ­ναι τό πρῶ­το οὐ­σι­α­στι­κό βῆ­μα γι­ά νά γί­νει τό θαῦ­μα, χω­ρίς ὅ­μως νά εἶ­ναι καί σί­γου­ρο ὅ­τι θά γί­νει. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη προ­σέγ­γι­ση, ἡ ὁ­δός πρός τόν Χρι­στό, καί αὐ­τό εἶ­ναι τό μεῖ­ζον, τό σπου­δαι­ό­τε­ρο. Ξέ­ρε­τε, πολ­λές φο­ρές μᾶς νοι­ά­ζει νά πᾶ­νε κα­λά τά πράγ­μα­τα, ἐ­νῶ αὐ­τό δέν εἶ­ναι πάν­το­τε δε­δο­μέ­νο, ἀλ­λά θά ἔ­πρε­πε νά εἶ­ναι τό ζη­τού­με­νο: νά εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἡ ζω­ή μας κον­τά στόν Χρι­στό. Καί αὐ­τό γι­α­τί ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ κό­σμου πη­γαί­νει στόν Χρι­στό. Ὡ­στό­σο, πό­σες φο­ρές ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­μα­στε σέ αὐ­τή τήν ἰ­σορ­ρο­πί­α καί πολ­λές φο­ρές τά βά­ζου­με καί μέ τόν Κύ­ρι­ο! Εἶ­ναι πο­λύ ἀν­θρώ­πι­νες οἱ ἀ­νι­σορ­ρο­πί­ες πού ἔ­χου­με στή σκέ­ψη μας. Τό ζή­τη­μα εἶ­ναι νά προ­σφέ­ρου­με: «καί πᾶ­σαν τήν ζω­ήν ἡ­μῶν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα». Ὅ­λα προ­σφέ­ρον­ται στόν Χρι­στό.

Ὁ δεύ­τε­ρος ἄ­ξο­νας πού δι­έ­πει τή ζω­ή τοῦ πα­ρα­λύ­του εἶ­ναι ἡ πί­στη. «Καὶ ἰ­δὼν ὁ Ἰ­η­σοῦς τὴν πί­στιν αὐ­τῶν εἶ­πεν». Βλέ­που­με πώς δέν εἶ­ναι δι­κή μας ἡ ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση. Εἶ­ναι τό βλέμ­μα πού ρί­χνει ὁ Χρι­στός. Καί τό κοί­ταγ­μά Του εἶ­ναι μο­να­δι­κό. Καί Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει πού βρί­σκε­ται ἡ πί­στη καί πού ὄ­χι. Καί σί­γου­ρα ἡ ρί­ζα καί τό θε­μέ­λι­ό της κρί­νε­ται σέ αὐ­τή τή συγ­κα­τά­θε­ση τῆς προ­σφο­ρᾶς. Ἄ­ρα, στα­μα­τᾶ­με νά κά­νου­με ἀ­να­λύ­σεις. Πό­σο πι­στεύ­ω, πό­σο δέν πι­στεύ­ω. Προ­σφέ­ρο­μαι στόν Χρι­στό καί ἀ­φή­νο­μαι σέ Αὐ­τόν! Ὅ­πως λέ­ει ὁ ἅ­γι­ος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής: «ἡ πί­στη εἶ­ναι κά­τι πο­λύ μι­κρό. Καί ἀ­λί­μο­νο ἄν ἀ­ξι­ο­λο­γεῖς τά πράγ­μα­τα μέ τήν πί­στη».

Με­τά ἀ­πό αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο ὁ Χρι­στός λέ­ει τή φρά­ση «ἀ­φέ­ων­ταί σου αἱ ἁ­μαρ­τί­αι» καί ὁ πα­ρα­λυ­τι­κός γί­νε­ται κα­λά. Δέν τόν θε­ρα­πεύ­ει. Συγ­χω­ρεῖ τίς ἁ­μαρ­τί­ες του. Με­τά ἔρ­χε­ται ἡ θε­ρα­πεί­α. Ἀλ­λά δέν εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τό πρω­τεῦ­ον. Ἐ­κεῖ πι­ά ἡ συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τη­μά­των παίρ­νει ἄλ­λο ἦ­θος. Ἡ συγ­χώ­ρη­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν εἶ­ναι καί ὁ τρί­τος ἄ­ξο­νας πά­νω στόν ὁ­ποῖ­ο κι­νεῖ­ται τό ση­με­ρι­νό θαῦ­μα. Ἡ συγ­χώ­ρη­ση εἶ­ναι πι­ά τό ἐ­πι­στέ­γα­σμα πού δη­λώ­νει ὅ­τι με­τα­νο­ῶ, ἀλ­λά­ζει ὁ νοῦς μου καί ἔ­χω χα­ρά­ξει ἄλ­λη πο­ρεί­α.

Τί νό­η­μα ἔ­χει αὐ­τή ἡ συγ­χώ­ρη­ση; Ἤ­θε­λε ὁ Κύ­ρι­ος νά δεί­ξει ὅ­τι ἡ σω­μα­τι­κὴ πα­ρά­λυ­ση τοῦ δυ­στυ­χι­σμέ­νου αὐ­τοῦ ἀν­θρώ­που ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς πνευ­μα­τι­κῆς πού προ­η­γεῖ­ται πάν­το­τε, τῶν πολ­λῶν του ἁ­μαρ­τι­ῶν. Γι᾽ αὐ­τό καί θε­ρα­πεύ­ει πρῶ­τα τήν ψυ­χή τοῦ πα­ρα­λύ­του, συγ­χω­ρών­τας τά πολ­λά του ἁ­μαρ­τή­μα­τα, γι­ά νά θε­ρα­πεύ­σει κα­τό­πιν καί τό σῶ­μα του. Καί μᾶς φα­νε­ρώ­νει ἔτ­σι ὅ­τι πολ­λές ἀ­σθέ­νει­ες δη­μι­ουρ­γοῦν­ται ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας. Καί γι᾽ αὐ­τό πρέ­πει πρῶ­τα νά  θε­ρα­πευ­θεῖ ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀ­σθε­νεί­ας μας, πού εἶ­ναι οἱ ἁ­μαρ­τί­ες μας, μέ τό Μυ­στή­ρι­ο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως καί κα­τό­πιν θά θε­ρα­πευ­θεῖ τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα, πού εἶ­ναι ἡ ἀ­σθέ­νει­α. Πρῶ­τα ἡ πα­ρα­λυ­σί­α τῆς ψυ­χῆς καί κα­τό­πιν ἡ πα­ρά­λυ­ση τοῦ σώ­μα­τος.

Ἔτ­σι, ἄς ἀλ­λη­λο­συγ­χω­ρού­μα­στε καί με­τα­ξύ μας, γι­α­τί τό­τε ἀ­φέ­ων­ται καί οἱ δι­κές μας ἁ­μαρ­τί­ες καί γι­νό­μα­στε κα­λά στά πλαί­σι­α τῆς βα­θι­ᾶς θε­ρα­πευ­τι­κῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Μπο­ρεῖ νά ἔρ­θει ἡ σω­μα­τι­κή ἴ­α­ση καί μπο­ρεῖ ὄ­χι, ὅ­πως ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος πού ζή­τη­σε τήν ἴ­α­ση ἀλ­λά δέν ἦρ­θε. Ὡ­στό­σο, εἶ­χε κά­τι με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πό τήν ἴ­α­ση, κά­τι βα­θύ­τε­ρο, αὐ­τό τῆς με­τα­νοί­ας πού ἦ­ταν ἀ­πρό­σβλη­τος σέ ὅ­λη του τήν ἐ­πί­γει­α ζω­ή. Νά γί­νει ἡ ἀλ­λα­γή ἄ­σχε­τα ἄν τε­λι­κά θά περ­πα­τή­σου­με ἤ ὄ­χι. Οὔ­τε ὅ­λοι ὅ­σοι ἁ­μαρ­τά­νουν ἀ­ναγ­κα­στι­κά ἀρ­ρω­σταί­νουν. Εἶ­ναι ὅ­μως ἀ­λή­θει­α ὅ­τι οἱ ἀ­σθέ­νει­ες εἰ­σῆλ­θαν στόν κό­σμο λό­γῳ τοῦ προ­πα­το­ρι­κοῦ ἁ­μαρ­τή­μα­τος. Ὁ Θε­ός δέν ἔ­πλα­σε τόν ἄν­θρω­πο γι­ά νά ἀρ­ρω­σταί­νει. Οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες εἰ­σῆλ­θαν στόν κό­σμο μα­ζί μέ τή φθο­ρά καί τόν θά­να­το ὡς συ­νέ­πει­α τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Καί τίς ἐ­πέ­τρε­ψε ὁ Θε­ὸς στούς ἀν­θρώ­πους εἴ­τε γι­ά παι­δα­γω­γί­α καί δι­όρ­θω­ση, εἴ­τε γι­ά δο­κι­μα­σί­α καί καλ­λι­έρ­γει­α τῆς ἀ­ρε­τῆς.

Ὄ­χι ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­πό τίς πολ­λές ἁ­μαρ­τί­ες. Φο­βό­ταν ὁ πα­ρά­λυ­τος μή­πως οἱ τό­σες ἁ­μαρ­τί­ες του γί­νουν ἐμ­πό­δι­ο στή θε­ρα­πεί­α του. Σκε­πτό­ταν: «Ἐ­άν ὁ Κύ­ρι­ος γνω­ρί­ζει τίς με­γά­λες ἁ­μαρ­τί­ες μου, μή­πως ἀρ­νη­θεῖ νά μέ θε­ρα­πεύ­σει;» Ὁ Κύ­ρι­ος δι­έ­γνω­σε αὐ­τή τήν ἀ­γω­νί­α τοῦ πα­ρα­λύ­του. Καί γι᾽ αὐ­τό τόν ἐν­θαρ­ρύ­νει. Τόν ὀ­νο­μά­ζει στορ­γι­κά «τέ­κνον», ἐ­πει­δή εἶ­ναι κι αὐ­τός πλά­σμα T­ου. Καί τόν δι­α­βε­βαι­ώ­νει: «Παι­δί μου, οὔ­τε οἱ ἁ­μαρ­τί­ες οὔ­τε ἡ ἀ­σθέ­νει­α θὰ κυ­ρι­αρ­χή­σουν ἐ­πά­νω σου». 

Ἔτ­σι μᾶς δεί­χνει ὁ Κύ­ρι­ος μέ τή στά­ση του αὐ­τή ὅ­τι εἶ­ναι φι­λεύ­σπλαγ­χνος στόν πό­νο, κα­θώς Αὐ­τός ὁ Ἴ­δι­ος πού κα­τα­νο­οῦ­σε τόν πό­νο ἦρ­θε στόν κό­σμο γι­ά νά πό­νε­σει πά­νω στόν Σταυ­ρό, πα­ρη­γο­ρη­τι­κός ταυ­τό­χρο­να στήν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­πελ­πι­σί­α, συμ­πο­νε­τι­κός στήν ἀ­πο­γο­ή­τευ­σή μας καί ἕ­τοι­μος νά μᾶς θε­ρα­πεύ­σει ἀ­πό κά­θε πνευ­μα­τι­κή πρω­τί­στως ἀ­σθέ­νει­α. Καί αὐ­τό θά πρέ­πει νά εἶ­ναι τό πρῶ­το πού θά πρέ­πει νά ζη­τᾶ­με.

Αὐ­τό πού ἔ­χει ση­μα­σί­α γι­ά τή ζω­ή μας εἶ­ναι νά ἱ­ε­ραρ­χοῦ­με σω­στά τά πράγ­μα­τα. Δι­ό­τι κι ἐ­μεῖς δι­α­τρέ­χου­με τόν κίν­δυ­νο νά δί­νου­με με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α στίς ἀ­σθέ­νει­ες τοῦ σώ­μα­τός μας πα­ρά στά πά­θη τῆς ψυ­χῆς. Ὅ­ταν ἀρ­ρω­στή­σει τό σῶ­μα, πη­γαί­νου­με στό νο­σο­κο­μεῖ­ο. Κι ὅ­ταν βα­ραί­νει ἑ­πο­μέ­νως ἡ ψυ­χή μας ἀ­πό ἁ­μαρ­τί­ες, νά τρέ­χου­με πο­λύ προ­θυ­μό­τε­ρα στό ἰ­α­τρεῖ­ο τοῦ Θε­οῦ, τό­σο στό Μυ­στή­ρι­ο τῆς ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, ὅ­σο καί στά ἄλ­λα μυ­στή­ρι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Πρῶ­τα ἡ θε­ρα­πεί­α τῆς ψυ­χῆς μας καί με­τά ἡ ἴ­α­ση τοῦ σώ­μα­τος.

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, Κυ­ρι­α­κή τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων τῆς Δ’ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου σή­με­ρα. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τούς Ἁγίους καί τά γεγονότα της γιά νά βάλει τή μνήμη τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Κι­νη­τή ἑ­ορ­τή ἡ σημερινή, πού τι­μᾶ τή μνή­μη τῶν 630 ἐ­πι­σκό­πων πού συμ­με­τεῖ­χαν. Ἑ­ορ­τά­ζε­ται τήν Κυ­ρι­α­κή πού συμ­πί­πτει με­τα­ξύ 13ης καί 19ης Ἰ­ου­λί­ου. Πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τό 451 στή Χαλ­κη­δό­να ἐ­πί αὐ­το­κρα­το­ρι­κοῦ ζεύ­γους Μαρ­κι­α­νοῦ καί Πουλ­χε­ρί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔχουν ἁγιοποιηθεῖ, καί συ­νε­κά­λε­σαν Σύ­νο­δο γι­ά νά κα­τα­δι­κά­σει τόν Μο­νο­φυ­σι­τι­σμό (κυ­ρί­ως τή δι­δα­σκα­λί­α τῶν Εὐ­τυ­χῆ καί Δι­ό­σκο­ρου) καί τίς αἱ­ρέ­σεις πού ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σαν τή φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ Σύ­νο­δος δι­α­τύ­πω­σε τό δόγ­μα ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι τέ­λει­ος Θε­ός καί τέ­λει­ος άν­θρω­πος, ἑ­νώ­νον­τας στό πρό­σω­πό Του δύ­ο φύ­σεις «ἀ­συγ­χύ­τως, ἀ­τρέ­πτως, ἀ­δι­αι­ρέ­τως, ἀ­χω­ρί­στως». Αὐ­τό προ­κύ­πτει ἀ­πό τά πρα­κτι­κά τῆς Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου.

Στα πρα­κτι­κά δι­α­τυ­πώ­νον­ται τά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας «ἀ­λα­θή­τως» καί πῶς αὐ­τά θά γί­νουν τρόπος ζω­ῆς. Ἔ­χου­με, λοι­πόν, στίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους τούς Ὅ­ρους, πού εἶ­ναι τά δόγ­μα­τα, οἱ ἀ­λή­θει­ες, πού ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται ἀ­πό τόν Θε­ό γι­ά νά βι­ω­θοῦν, καί δέν ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται ἁ­πλῶς γι­ά νά γί­νουν μία γνω­σιολογική λειτουργία. Καί ἔ­χου­με καί τούς Κα­νό­νες, τό πῶς θά γι­α­τρεύ­σου­με αὐ­τό πού δέν πά­ει σω­στά.

Πα­ρά­δειγ­μα: μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὁ Θε­ός τήν ἀ­γά­πη Του μέ­σα ἀ­πό τό δόγ­μα τῆς ἁ­γί­ας Τρι­ά­δας. Τό ἀ­πο­κα­λύ­πτει γι­ά νά τό ζή­σου­με καί νά τό ἐφαρμόσουμε. Πῶς; Προ­σεγ­γί­ζον­τας τό μυ­στή­ρι­ο, ἕ­νας ὁ Θε­ός καί ταυ­τό­χρο­να εἶ­ναι τρεῖς, Πα­τήρ, Υἱ­ός καί Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα· ὑ­πάρ­χει ἑ­νό­τη­τα, ὑ­πάρ­χει ἀ­γά­πη καί ταυ­τό­χρο­να ὑ­πάρ­χει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α καί ἡ δι­ά­κρι­ση τῶν προ­σώ­πων. Νά, λοι­πόν, τί μα­θαί­νου­με ἀ­πό τό δόγ­μα: ἑ­νό­τη­τα καί ἀ­γά­πη, ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να πρό­σω­πο. Αὐ­τό στή ζω­ή μας πῶς ἐ­φαρ­μό­ζε­ται; Ἔ­χου­με μι­ά οἰ­κο­γέ­νει­α, μία κοινότητα. Ἀ­πα­ραί­τη­το εἶ­ναι νά λει­τουρ­γή­σουν ὡς κοι­νό­βι­ο, νά ὑ­πάρ­χει ἑ­νό­τη­τα καί ἀ­γά­πη, ἀλ­λά ταυ­τό­χρο­να ὅ­λοι πού με­τέ­χουν σ᾽ αὐ­τό τό κοι­νό­βι­ο θά ἔ­χουν τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α καί τήν ἰδιοπροσωπεία τους. Ἄν­θρω­ποι χω­ρίς πρό­σω­πο δέν εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι. Ἔρ­χε­ται ὁ Κα­νό­νας, ὅ­ταν αὐ­τό δέν βι­ώ­νε­ται σω­στά, νά τό δι­ορ­θώ­σει μέ κά­ποι­α θε­ρα­πευ­τι­κή μέ­θο­δο. Ὅ­που ὑ­πάρ­χει ἁ­μαρ­τί­α, μπο­ροῦ­με νά δώ­σου­με θε­ρα­πεί­α καί νά ἔρ­θει ἡ ἴ­α­ση.

Καί μά­λι­στα μέ­σα στό χῶ­ρο τῆς ἀ­να­το­λι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, τό­σο πο­λύ κα­τά­λα­βαν τό φάρ­μα­κο τῶν Κα­νό­νων τῶν Το­πι­κῶν καί τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων πού σπου­δαῖ­οι αὐ­το­κρά­το­ρες τούς ἔ­κα­ναν νό­μους. Βλέ­πει ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἕ­να φάρ­μα­κο καί λέ­ει τό κρά­τος, ὁ πο­λί­της αὐ­τό τό φάρ­μα­κο τό χρει­ά­ζε­ται, καί τό κά­νει νό­μο. Αὐ­τό ὅ­μως δέν ση­μαί­νει πώς πρέ­πει νά θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι οἱ Κα­νό­νες εἶ­ναι κρα­τι­κοί νό­μοι. Αὐ­τό ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Θε­ός συγ­χω­ρεῖ τούς με­τα­νο­οῦν­τας ἀλ­λά ἡ θε­ρα­πευ­τι­κή ἀ­γω­γή, κα­τά τά μέ­τρα τῆς ἀρ­ρώ­στι­ας, θέ­λει κά­ποι­ο χρό­νο. Ἔτ­σι οἱ Κα­νό­νες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δι­α­πι­στώ­νουν τί συμ­βαί­νει, τί ἀρ­ρώ­στι­α ὑ­πάρ­χει μέ­σα στό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τά τά ἀν­θρώ­πι­να με­γέ­θη, πῶς θά θε­ρα­πευ­τεῖ τό ὄρ­γα­νο τό ὁ­ποῖ­ο βλά­πτε­ται. Εἶ­ναι ἄρ­ρω­στο τό κε­φά­λι, ἔ­χει μι­ά ἀρ­ρώ­στι­α, ἡ ἰ­α­τρι­κή τό θε­ρα­πεύ­ει πρῶ­τα, ἀλ­λά θε­ρα­πεύ­ει χω­ρι­στά καί τό κά­θε κύτ­τα­ρο. Ὅ­λο τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­κεῖ πού ἀρ­ρώ­στη­σε νά θε­ρα­πευ­τεῖ καί τό κά­θε κύτ­τα­ρο, πού εἴ­μα­στε ξεχωριστά ὁ καθένας, νά θε­ρα­πευ­τοῦ­με.

Αὐτή εἶναι ἡ πρώ­τη βα­σι­κή καί ἀ­φε­τη­ρι­α­κή προ­ο­πτι­κή τῶν Κα­νό­νων: ἡ γιατρειά, πού δέν ἔ­χει σχέ­ση μέ τι­μω­ρί­α ἀλ­λά μέ ἱ­στο­ρί­ες πνευ­μα­τι­κῆς ὀ­μορ­φι­ᾶς. Με­λε­τών­τας τά δόγ­μα­τα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τούς ὅ­ρους μα­θαί­νου­με τήν ἀ­λή­θει­α τοῦ Χρι­στοῦ, μα­θαί­νου­με πῶς θά τά ἐ­φαρ­μό­σου­με κι ἄν λαθέψουμε καί δέν τά ἐ­φαρ­μό­σου­με τό­τε νά λάβουμε τήν ἀγωγή γιά τή θεραπεία μας.

Ὁ Γ’ Κα­νό­νας ἀπό τούς τριάντα πού ψήφισε ἡ Σύνοδος, γιά παράδειγμα, μι­λά­ει γι­ά τούς κλη­ρι­κούς ἤ τούς μο­να­χούς οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν πρέ­πει νά ἀ­να­λαμ­βά­νουν πο­τέ κο­σμι­κές φρον­τί­δες, νά συ­σχη­μα­τίζονται μέ πράγ­μα­τα τοῦ κό­σμου, νά κά­νουν ἐμ­πό­ρι­ο, νά κά­νουν ἀ­γο­ρα­πω­λη­σί­ες, νά δι­α­χει­ρί­ζον­ται κτή­μα­τα, γι­α­τί τό ἔρ­γο τους εἶ­ναι δι­α­κο­νι­κό. Μι­ά ἐ­ξαί­ρε­ση ἐπιτρέπει ὁ Κα­νό­νας, ἄν ὑ­πάρ­χουν ὀρ­φα­νά πρέ­πει ἐ­κεῖ ὁ ἐ­πί­σκο­πος, ὁ ἐ­φη­μέ­ρι­ος ἤ μο­να­χός στήν πε­ρι­ο­χή πού βρί­σκε­ται τό ὀρ­φα­νό νά κοι­τά­ξει μήν τοῦ κλέ­ψουν τήν πε­ρι­ου­σί­α γι­ά νά μήν ἀ­δι­κη­θεῖ. Ἀ­πα­ραί­τη­το εἶ­ναι τό­τε νά ἀ­να­λά­βει αὐ­τή τήν κο­σμι­κή εὐ­θύ­νη ἀ­πό φι­λαν­θρω­πί­α.

Κα­τά τήν ἴ­δι­α ἔν­νοι­α ὑ­πάρ­χει καί ὁ ΙΑ’ Κα­νό­νας πού ἀναφέρει ὅ­τι πρέ­πει νά δί­νον­ται εἰ­ρη­νι­κές ἐ­πι­στο­λές. Τί εἶ­ναι αὐ­τές οἱ ἐ­πι­στο­λές; ὑ­πάρ­χει στήν ἐ­νο­ρί­α ἕ­νας ἐνδεής καί ζη­τά­ει φα­γη­τό. Κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε, ἀλλά δέν εἶναι ἀρκετό. Τότε ἀναρωτιόμαστε γιατί νά μή βο­η­θή­σει καί ἡ διπλανή ἐ­νο­ρί­α; Γι­ά νά μή γί­νει ὁ φτω­χός πε­ρι­πλα­νώ­με­νος καί διασπά­σει τήν ἑ­νό­τη­τα τῆς ἐ­νο­ρί­ας, μπο­ρεῖ νά πά­ει δίπλα νά ζη­τή­σει βοήθεια, ἀ­φοῦ τοῦ δώ­σουν ἔγ­γρα­φο πού λέ­γε­ται «εἰ­ρη­νι­κή ἐ­πι­στο­λή»· κι ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ αὐ­τό τό θέ­μα ἡ Δ’ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δος πού λύ­νει τό χρι­στο­λο­γι­κό ζή­τη­μα! Τόσο θεωρητικά ἀλλά καί τόσο πρακτικά ταυτόχρονα! Ἀν­τι­με­τω­πί­ζει μι­ά βλά­σφη­μη αἵ­ρε­ση καί ταυ­τό­χρο­να γι­ά νά μήν κα­ταρ­ρα­κω­θεῖ τό πρό­σω­πο τοῦ φτω­χοῦ λαμ­βά­νει πρό­νοι­α καί τοῦ λέ­ει ἡ ἐνορία νά πάει καί στήν ἄλλη, ὥστε νά βοηθηθεῖ ἀκόμη περισσότερο καί νά μήν ρεζιλευτεῖ περισσότερο ἡ ἀξιοπρέπειά του ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. 

Ἀ­δελ­φοί μου, αὐ­τά εἶ­ναι τά δόγ­μα­τα, οἱ ἀ­λή­θει­ες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί αὐ­τή τήν ἀ­λή­θει­α κα­λού­μα­στε νά βι­ώ­σου­με. Ὅ­που αὐ­τό δέν συμ­βαί­νει, ἔρ­χε­ται ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μέ τούς Κα­νό­νες της, ὄ­χι μέ ἀ­πρό­σω­πες νο­μο­θε­τι­κές δι­α­τά­ξεις δί­κην ὑ­πουρ­γι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων, νά θε­ρα­πεύ­σει τή μή ἐ­φαρ­μο­γή τοῦ δόγ­μα­τος πού εἶ­ναι ἡ ἀ­πώ­λει­ά μας. Κα­κῶς ἔ­χει ἐν­νο­η­θεῖ ὅ­τι τό δόγ­μα εἶ­ναι μι­ά ἀ­πα­θής ἔκ­φρα­ση, μι­ά ἄ­καμ­πτη ἐ­νέρ­γει­α πού δι­α­περ­νά­ει τό σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὄ­χι· ἡ δογ­μα­τι­κή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας ἀ­νι­χνεύ­ει, ψά­χνει καί βρί­σκει τή συ­νέ­χει­α μι­ᾶς ζων­τα­νῆς ἱ­στο­ρί­ας πού φθά­νει κά­θε φο­ρά στό πα­ρόν τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς μας ἐμ­πει­ρί­ας. Εἶ­ναι ἡ ἀ­κρι­βής ἔκ­θε­ση τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πί­στε­ώς μας. Ἐ­ξάλ­λου, τά δόγ­μα­τα εἶ­ναι ἡ ἴ­δι­α ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς ὑ­λο­ποί­η­σης τῆς θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἡ δογ­μα­τι­κή μας δι­δα­σκα­λί­α ἔ­χει τίς ρί­ζες της σέ αὐ­τή τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή ζων­τα­νή ἱ­στο­ρί­α μας πού δι­α­μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων πο­ρεύ­ε­ται ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πό ποι­κί­λες αἱ­ρέ­σεις καί πάμ­πολ­λα προ­σω­πεῖ­α πού προ­σπά­θη­σαν νά κα­λύ­ψουν καί νά ἀλ­λοι­ώ­σουν τήν αἰ­ώ­νι­α Ἀ­λή­θει­α της. Δέν τό κα­τά­φε­ραν. Καί δέν τό κα­τά­φε­ραν, γι­α­τί Ἅ­γι­οι, ὅ­πως οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Δ’ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου πού ἑ­ορ­τά­ζουν σή­με­ρα, βρέ­θη­καν σέ ὅ­λες τίς ἐ­πο­χές γι­ά νά ἀ­ναι­ρέ­σουν τίς κα­κο­ή­θει­ες, τίς δυ­σχέ­ρει­ες καί τίς ἐ­κτρο­πές τοῦ κό­σμου καί τοῦ φρο­νή­μα­τός του. Μέ αὐ­τό τόν τρό­πο ἐ­πι­τρέ­πουν στό κα­ρά­βι πού ὀ­νο­μά­ζου­με Ἐκ­κλη­σί­α νά πο­ρεύ­ε­ται στά ἥ­συ­χα νε­ρά τοῦ ἐ­σχα­το­λο­γι­κοῦ προ­ο­ρι­σμοῦ της, τῆς Βα­σι­λεί­ας τῶν Οὐ­ρα­νῶν, προ­ο­ρι­σμοῦ πού τόν εὔ­χο­μαι ὁ­λό­ψυ­χα γι­ά ὅ­λους σας, ἀ­δελ­φοί μου, καί ἐ­πι­θυ­μῶ καί σεῖς νά τό εὔ­χε­στε γι­ά μέ­να!

                                                                                    

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΡΟΝΑΞΙΑΣ

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ»

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

26 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, τε­λευ­ταί­α Κυ­ρι­α­κή τοῦ Ἰ­ου­λί­ου σή­με­ρα. Ἕνας μῆνας γε­μά­τος ἀ­πό μνῆ­μες Ἁ­γί­ων καί αὐ­τή σή­με­ρα συμ­πί­πτει μέ τήν ἑ­ορ­τή τῆς ἁ­γί­ας Πα­ρα­σκευ­ῆς. Ἡ παν­θαύ­μα­στη αὐ­τή μάρ­τυς τοῦ Χρι­στοῦ γεν­νή­θη­κε σ᾽ ἕ­να χω­ρι­ό κον­τά στή Ρώ­μη κα­τά τούς χρό­νους τοῦ εἰ­δω­λο­λά­τρη καί δι­ώ­κτη τῶν χρι­στι­α­νῶν αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀ­δρι­α­νοῦ (117-138). Οἱ γο­νεῖς της ἦ­ταν ἐ­νά­ρε­τοι χρι­στι­α­νοί, ὀ­νο­μα­ζό­με­νοι Ἀ­γά­θω­νας καί Πο­λι­τεί­α, καί ἐ­πει­δή δέν μπο­ροῦ­σαν νά τε­κνο­ποι­ή­σουν, πα­ρα­κα­λοῦ­σαν θερ­μά τόν Κύ­ρι­ο. Καί ὁ Θε­ός, πού ἐκ­πλη­ρώ­νει τό θέ­λη­μα ὅ­σων Τόν ἐ­πι­κα­λοῦν­ται μέ πί­στη, τούς χά­ρι­σε ὡς καρ­πό προ­σευ­χῆς κο­ρίτ­σι, πού κα­θώς γεν­νή­θη­κε ἡ­μέ­ρα Πα­ρα­σκευ­ή, ἀλ­λά καί ἀ­πό εὐ­λά­βει­α πρός τό πά­θος τοῦ Χρι­στοῦ μας, τό ὀ­νό­μα­σαν Πα­ρα­σκευ­ή.

Ἤ­δη ἀ­πό τήν παι­δι­κή της ἡ­λι­κί­α δέν ἀ­γά­πη­σε τά θο­ρυ­βώ­δη παι­γνί­δι­α ἀλ­λά περ­νοῦ­σε τόν και­ρό της εἴ­τε στήν Ἐκ­κλη­σί­α πα­ρα­κο­λου­θών­τας τίς ἱ­ε­ρές Ἀ­κο­λου­θί­ες εἴ­τε στό σπί­τι μέ τό νά με­λε­τᾶ τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Νά το­νί­σου­με αὐ­τό πού λέ­νε καί σύγ­χρο­νοι με­γά­λοι Γέ­ρον­τες καί φαί­νε­ται στούς βί­ους πολ­λῶν ἁ­γί­ων, τό πό­σο δη­λα­δή σπου­δαῖ­ο ρό­λο δι­α­δρα­μα­τί­ζει ἡ ἁ­γί­α ζω­ή τῶν γο­νέ­ων καί ἡ προ­σευ­χή τους, καί μά­λι­στα ὅ­ταν κυ­ο­φο­ρεῖ­ται ἕ­να παι­δί, στό νά γί­νει ἄν­θρω­πος ἁ­γι­ό­τη­τας τό τέ­κνο τους, ἤ­δη «ἐκ κοι­λί­ας μη­τρός αὐ­τοῦ».

Ὅ­ταν ἦ­ταν εἴ­κο­σι ἐ­τῶν ἡ Πα­ρα­σκευ­ή, ἐ­κοι­μή­θη­σαν ἐν Κυ­ρί­ῳ  οἱ γο­νεῖς της. Τό­τε μοί­ρα­σε τά πλού­τη της στούς πτω­χούς καί ἀ­πο­σύρ­θη­κε σέ γυ­ναι­κεῖ­ο μο­να­στή­ρι, ὅ­που ἐν­δύ­θη­κε τό μο­να­χι­κό σχῆ­μα. Με­τά ἀ­πό κά­ποι­ο δι­ά­στη­μα ἐ­νά­ρε­της μο­να­χι­κῆς ζω­ῆς, ζή­τη­σε εὐ­λο­γί­α ἀ­πό τήν ἡ­γου­μέ­νη της καί ἄρ­χι­σε νά πε­ρι­ο­δεύ­ει πό­λεις καί χω­ρι­ά στήν Ἰ­τα­λί­α, σάν ἄλ­λος ἀ­πό­στο­λος, ἐ­πι­στρέ­φον­τας σέ θε­ο­γνω­σί­α πλῆ­θος εἰ­δω­λο­λα­τρῶν. Βλέ­πον­τας οἱ Ἑ­βραῖ­οι νά ἐ­ξα­πλώ­νε­ται μέ τό κή­ρυγ­μα τῆς ἁ­γί­ας σ᾽ ἐ­κεῖ­να τά μέ­ρη ἡ πί­στη τοῦ Χρι­στοῦ, τήν φθό­νη­σαν, καί τήν κα­τάγ­γει­λαν στό νέ­ο αὐ­το­κρά­το­ρα Ἀν­τω­νί­νο τόν Εὐ­σε­βῆ (138-161).

Λέ­ει ὁ σο­φός Σο­λο­μών στίς Πα­ροι­μί­ες του (31,10): Ποι­ός μπο­ρεῖ νά βρεῖ ἀν­δρεία γυ­ναί­κα; Ἡ ἀν­δρεί­α γυ­ναί­κα εἶ­ναι πο­λυ­τι­μό­τε­ρη ἀ­πό τούς πο­λυ­τε­λεῖς λι­́­θους. «Γυ­ναῖ­κα ἀ­ν­δρεί­αν τίς εὑ­ρή­σει; τι­μι­ω­τέ­ρα δέ ἐ­στι λί­θων πο­λυ­τε­λῶν ἡ τοι­αύ­τη». Κι ὅ­μως ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή κα­τα­δει­κνύ­ει τό­ση ἀν­δρεί­α, ὥ­στε ν᾽ ἀ­πορ­ρί­πτει τό ἀ­σθε­νές τῆς φύσε­ώς της ἀλ­λά καί τῆς ἡ­λι­κί­ας. Ὁ­μο­λο­γεῖ μέ θάρ­ρος τήν πί­στη της στό Χρι­στό, χω­ρίς νά ὑ­πο­λο­γι­́­ζει κα­μί­α ἐ­πί­πτω­ση. Ἀρ­νεῖ­ται τίς κο­λα­κεῖ­ες τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα καί δέ­χε­ται φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρι­α χω­ρίς νά ὑ­πο­κύ­ψει. Δυ­να­μω­μέ­νη ἀ­πό τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, κα­θό­λου δέν δει­λί­α­σε, ἀλ­λά μέ ἀν­δρεί­α ἤ­λεγ­ξε τόν τύ­ραν­νο καί ἀρ­νή­θη­κε τίς ἀνήθικες προ­τά­σεις του. Γε­μά­τος θυ­μό αὐ­τός, ἄρ­χι­σε τά βα­σα­νι­στή­ρι­α, πού ἀ­να­τρι­χι­ά­ζει κα­νείς ἀ­κό­μη καί νά τά ἀ­να­φέ­ρει.

Τὰ βα­σα­νι­στή­ρι­α τῆς Ἁ­γί­ας συ­νε­χί­σθη­καν τήν ἑ­πό­με­νη: Τήν ἔ­ρι­ξαν σ᾽ ἕ­να κα­ζά­νι, ὅ­που ἔ­και­γαν μέ­σα λά­δι καί πίσ­σα. Ἀλλ᾽ ἡ δρό­σος τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος τή δι­α­φύ­λα­ξε καί πά­λι ἀ­βλα­βή, σέ ση­μεῖ­ο πού ἀ­πό­ρη­σε ὁ Ἀν­τω­νῖ­νος καί νό­μι­σε πώς δέν ἔ­καιγ­αν τά φλο­γι­σμέ­να ἐ­κεῖ­να ὑ­λι­κά μέσ᾽ τό κα­ζά­νι.  Γι᾽ αὐ­τό, πλη­σί­α­σε καί εἶ­πε στήν Ἁ­γί­α νά τόν ραν­τί­σει μ᾽ αὐ­τά στό πρό­σω­πο. Καί ὅ­ταν τό ἔκανε ἡ Ἁ­γί­α, ἀ­μέ­σως τυ­φλώ­θη­κε! Ἄρ­χι­σε τό­τε μέ­σα σέ φρι­κτούς πό­νους νά φω­νά­ζει καί νά ἱ­κε­τεύ­ει τήν Ἁ­γί­α νά τόν θε­ρα­πεύ­σει καί νά πι­στεύ­σει στόν Θεό πού κή­ρυτ­τε. Γε­μά­τη ἀ­νε­ξι­κα­κί­α ἡ Πα­ρα­σκευ­ή καί μι­μού­με­νη τόν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο Ἰ­η­σοῦ, πού προ­σευ­χό­ταν γιά τούς σταυ­ρω­τές Του, εὐ­χή­θη­κε γι­ά τόν ἀ­σε­βή τύ­ραν­νο, πού ἀ­μέ­σως θε­ρα­πεύ­θη­κε καί πί­στε­ψε στόν Χρι­στό καί βα­πτί­στη­κε μα­ζί μέ ὅ­λη τή φρου­ρά του. Γι᾽ αὐ­τό καί ἐ­πω­νο­μά­σθη­κε ὁ Εὐ­σε­βής (Antoninus Pius).

Ἐ­λεύ­θε­ρη πι­ά ἡ Ἁ­γί­α, ἀ­φέ­θη­κε νά κη­ρύτ­τει τόν Χρι­στό καί σ᾽ ἄλ­λες πε­ρι­ο­χές, μέ­χρι πού ξα­να­συ­νε­λή­φθη ἀ­πό τόν δι­οι­κη­τή μι­ᾶς πό­λης, ὀ­νό­μα­τι Ἀ­σκλη­πι­ό. Πα­ρα­δό­θη­κε ξα­νά καί σέ ἄλ­λα φρι­κτά μαρ­τύ­ρι­α, ἀ­πό τά ὁ­ποῖ­α δι­α­φυ­λά­χθη­κε καί πά­λι ἀ­βλα­βής μέ τή Χά­ρη τοῦ Θε­οῦ καί τέ­λος ὑ­πέ­στη τόν διά ξί­φους θά­να­το, λαμ­βά­νον­τας ἀ­πό τόν στε­φο­δό­τη Χρι­στό τά ἀ­μά­ραν­τα στε­φά­νι­α τῆς παρ­θε­νί­ας, τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας καί τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου. Ἐ­ξαι­ρέ­τως ἔ­λα­βε τήν ἰ­δι­αί­τε­ρη χά­ρη νά θε­ρα­πεύ­ει ὀ­φθαλ­μι­κές πα­θή­σεις.

Πρό­τυ­πο ἀν­δρεί­ας ἡ ἁ­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή. Ὑ­πε­ρέ­βη τά ὅ­ρι­α τῆς γυ­ναι­κεί­ας εὐ­αί­σθη­της φύ­σης της γι­ά νά κα­τα­δεί­ξει σέ μᾶς πό­σο ὑ­πο­λει­πό­μα­στε σέ ἀν­δρι­κό φρό­νη­μα. Πολ­λά ἔ­χει νά δι­δά­ξει ἡ στά­ση της σέ μᾶς. Σή­με­ρα πού δέν κα­λού­μα­στε νά ὑ­πο­στοῦ­με βα­σα­νι­στή­ρι­α, του­λά­χι­στον ὅ­πως αὐ­τά τῶν πρώ­των χρό­νων. Ὡ­στό­σο, ὁ Πα­ροι­μι­α­στής ἑ­στι­ά­ζει στά χα­ρί­σμα­τα πού μπο­ρεῖ νά φέ­ρoυν οἱ θε­ο­φο­βού­με­νες γυ­ναῖκες καί ὅ­ταν συγ­κεν­τρώ­νουν αὐ­τά τά χα­ρί­σμα­τα, τό­τε εἶ­ναι «πολυτιμότερες λί­θων πο­λυ­τε­λῶν»: Νά μήν δι­α­βά­λουν, νά εἶ­ναι σώ­φρο­νες, ἀ­γνές, φι­λό­τε­κνες, φί­λαν­δρες, νά ὑ­πο­τάσ­σον­ται στούς ἄν­δρες τους γι­ά νά μήν βλα­σφη­μεῖ­ται τό ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό τυ­χόν δυ­στρο­πί­α τους. Στήν ἀν­δρεί­α γυ­ναί­κα στη­ρί­ζε­ται μέ σι­γου­ρι­ά ἡ καρ­δι­ά τοῦ ἄν­δρα της. Πρίν ἀ­πό τήν πτώ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τόν Πα­ρά­δει­σο, ἡ γυ­ναί­κα στη­ρι­ζό­ταν στόν σύν­τρο­φό της ὡς ἡ πι­ό ἀ­δύ­να­μη, πού ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πό τήν κη­δε­μο­νί­α καί τήν συμ­πα­ρά­στα­ση.

Με­τά τή θα­να­τη­φό­ρο πτώ­ση τῶν πα­ρα­βα­τῶν πρω­το­πλά­στων ὅ­μως κα­τά τή δό­ση τῶν ἐ­πι­τι­μί­ων ἀ­πό τόν Θε­ό εἶ­πε στή γυ­ναί­κα ὅ­τι θά ἐ­ξαρ­τᾶ­ται πλέ­ον ἀ­πό τόν ἄν­δρα, γι­α­τί αὐ­τός εἶ­ναι πού θά κυριαρχήσει καί θά εἶ­ναι ὁ κυ­ρί­αρ­χός της. Αὐ­τή ἡ φρά­ση χα­ρα­κτή­ρι­σε τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους, μέ­χρις ὅ­του ὁ ἴ­δι­ος ὁ Κύ­ρι­ος χά­ρι­σε πά­λι τήν ἰ­σο­τι­μί­α τῶν δύ­ο φύ­λων. Στήν προ­χρι­στι­α­νι­κή, λοι­πόν, ἐ­πο­χή τό νά συγ­κεν­τρώ­νει ἡ γυ­ναί­κα τό­σα πολ­λά χα­ρί­σμα­τα ἦ­ταν κά­τι πραγ­μα­τι­κά σπά­νι­ο πού ξε­περ­νοῦ­σε τή φύ­ση της, σέ μι­α ἐ­πο­χή μά­λι­στα πού ἡ προ­σευ­χή τοῦ ραβ­βί­νου ἦ­ταν: «σέ εὐ­χα­ρι­στῶ, Θε­έ μου, πού γεν­νή­θη­κα ἄν­δρας καί ὄ­χι γυ­ναί­κα!». Γυ­ναί­κα πού στέ­κε­ται μέ ἀν­δρεῖ­ο φρό­νη­μα στίς δυ­σκο­λί­ες τῆς ζω­ῆς εἶ­ναι τό στε­φά­νι καί τό κα­μά­ρι τοῦ ἄν­δρα της, ὅ­πως ἡ Ρα­χήλ καί ἡ Ρα­άβ πού ὑ­πε­ρα­σπί­στη­καν τούς συμ­πα­τρι­ῶ­τες τους μέ κίν­δυ­νο τῆς ζω­ῆς τους.

Πλέ­ον ἡ ἠ­θι­κή τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου κα­λεῖ στά ἴ­δι­α πνευ­μα­τι­κά ἀ­γω­νί­σμα­τα ἄν­δρες καί γυ­ναῖ­κες. Ἄν ἐ­ξαι­ρέ­σου­με κά­ποι­ους ρό­λους πού προ­σι­δι­ά­ζουν ἀ­πο­κλει­στι­κά στά δύ­ο φύ­λα, ὅ­πως ἡ εἰ­δι­κή ἱ­ε­ρω­σύ­νη γιά τούς ἄν­δρες καί ἡ τε­κνο­γο­νί­α γιά τίς γυ­ναῖ­κες, ὅ­λα τά ἄλ­λα εἶ­ναι κοι­νά. Ὅ­λοι οἱ χρι­στι­α­νοί κα­λοῦν­ται νά φτά­σουν «εἰς ἄν­δρα τέ­λει­ον, εἰς οἰ­κο­δο­μήν τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ». Κα­λού­μα­στε νά γί­νου­με ὅ­λοι ἀν­δρεῖ­οι, κα­λού­μα­στε σέ πνευ­μα­τι­κή ἐ­γρή­γορ­ση καί ἡ ὑ­πε­ρά­σπι­ση τῶν ἀ­δυ­νά­των γίνεται κοι­νό ἀ­γώ­νι­σμα, καί τῶν ἀν­δρῶν καί τῶν γυ­ναι­κῶν. «Γρη­γο­ρεῖ­τε, στή­κε­τε ἐν τῇ πί­στει, ἀν­δρί­ζε­σθε», κα­λεῖ ὁ ἀ­πό­στο­λος τῶν Ἐ­θνῶν Παῦ­λος. Σί­γου­ρα δι­α­χρο­νι­κό στή­ριγ­μα, ἀ­δελ­φοί μου, σέ αὐ­τή μας τή στά­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ ἀν­δρεί­α συμ­πε­ρι­φο­ρά τῆς ἁ­γί­ας μας μεγαλομάρτυρος Πα­ρα­σκευ­ῆς, τῆς ὁ­ποί­ας τή μνή­μη ἑ­ορ­τά­ζου­με ἀλ­λά καί κα­λού­μα­στε νά ζή­σου­με ταυ­τό­χρο­να στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας. Ἄς τό εὐ­χη­θοῦ­με. Γέ­νοι­το.  

π.Ν.Δ.



Publish the Menu module to "offcanvas" position. Here you can publish other modules as well.
Learn More.